Τετάρτη, 22 Απριλίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΟΡΦΑΝΑ






Η κόνα Μαυροδέσα, η γιάτρισσα του μαχαλά, με την κόρη της Ελέγκω τη γλωσσού και με τις δύο εγγόνες της, σαν καλοσφουγγάρισαν το σπίτι όλο, σαν έσιαξαν το χαγιάτι, το σοφά, την κάμαρα που είχε το τζάκι, το μαγειριό την αυλή και έξω τον δρόμο, άναψαν το τζάκι τους και με τα χέρια αγκαλιά στα γόνατα έσκυψαν το κεφάλι λυπημένες. Και μίλησαν:

-Άκου εκεί να μη μας γραψ΄.

-Τι  να γράψ, λεγω ο άνθρωπος; Ήταν να κινής΄, τι να γραψ΄;

-Τότες γιατί δεν φάν΄ κε 'κόμα;

- Άνθρωπος εν, μπορεί κατ΄ να τον έτυχε και αργοπόρησε.

Η μάνα η Μαυροδέσσα παρηγορούσε την κόρη της την Ελέγκω, γιομάτη πίκρα και σύγχυση. Τι να πει η έρμη, παρηγορούσε κι αυτή, μ όλο με τα γερατειά της μάντευε την άργητα του γαμπρού της και το λόγο.

Μπορούσε να πει της κόρης της το και το, και να της προφητέψει, που λέει ο λόγος, την αλήθεια. Μα θα πίκραινε το παιδί της.

-        Έχε πομονή, πομονή και λιγακ΄και θα φανή. Ένας που ταξιδευ΄!  

Η εγγονή της η μικρή πάλι, μουρμούρα κι αυτή.

-        Μάνε, λεγώ, της έλεγε σέρνοντας την φωνή της σαν κλάμα, την ώρα που η μύξα της στάλαζε σα σάλιαγκας και ανεβοκατέβαινε ως το χείλος της, μανέ λέγω, πότε α νάρτ΄ ο πατέρας; Πότε α με φέρ΄τα παπά μ τα καλά;

-        Α νάρτ, παιδί μ΄, α νάρτ, απαντούσε η έρμη γριά α σε φέρ΄πε γούλα τα παπά.

Τι να κάνει η φτωχή; Τι να κάνει; Ατυχία. Τις ημέρες αυτές δεν είχε και αλισβερίσι. Η ταμπακέρα της με την αλοιφή, πόμεινε κλειστή από πολλές μέρες. Δεν πάτησε λαιμά, ούτε μάλαξε βγατά, ούτε γήτεψε, ούτε διάβασε ανεμοπύρωμα, ούτε κάπνισε με φωκοπέτσι, ούτε ψιθύρισε στα δόντια και στα χείλια ανάμεσα τα παράδοξα ξόρκια για να «γκρεμνιστούν» τα τελώνια και οι «καρκαντζέλ΄». Δεν έβγαλε ένα γρόσι για να ανοίξη κατόπι την κεσιά της να πει "Ο Θεγός παιδί μ΄, δώκε, και μεις α περάσουμ΄". Τίποτε! Τι να παρηγορήσει και τι να παρηγορηθεί;

Έτσι καθισμένες στο τζάκι, που ροκάνιζε  φτωχικά κανένα κουρβούλι, μοιρολογούσαν, δάκρυσαν, στέναξαν, πικράθηκαν  και με κρεμασμένα τα κεφάλια μάνα και κόρη σώπασαν με τ΄ αφτί στην θύρα – στη μεγάλη ξώπορτα – μην ακοστεί η φωνή του γαμπρού, που κατέβαινε από το γαϊδούρι του καβάλάρης με τα δισάκια γιομάτα, με τα φορτώματα του πλούσια παραμονή Χριστούγεννα : Ένα γουρούνι σφαχτό, δύο γαλοπούλες και, και…

Όξω τα παιδιά παίζουν στα χιόνια, που περίσφιξαν τη γη,έζωσαν τα σπίτια, αγκάλιασαν τις στέγες σαν παπλωματοσέντονα και λουλούδισαν σα νυφούλες τα δένδρα και τα κλωνάρια τους. Η μικρή της εγγόνα, που όσο έπαιζε ξεχνιόταν και σαν ξέπαιζε ξαναερχόταν ν αρχίσει τα κλαψιάρικα ρωτήματα της, με παράπονο στεκόταν στην ξώπορτα με τα μάτια φουσκωμένα και τα μάγουλα κατακόκκινα. Η ώρα περνούσε.

-Μητέρα, λεγώ, ρώτησε η κόρη της, και σα δε ναρτ τι α κανουμ΄;

-Τι α κανουμ΄ μπρε παιδί μ, α τα βολέψουμ΄!

-Πως α τα βολέψουμ΄;

-Ξέρω και γω. Δεν το χωρεί ο νους μου, και μένα μα ατα βολέψουμ΄! Α γυρέψουμ΄δανεικά. Ξώγιορτα τα πεβγάζουμ΄ άμα ναρτ ο Μανωλς.

Ο φτωχός Μανώλης, δουλευτής και καματευτής, δούλεψε μακρυά στα ξένα, μα δε μπέρεσε να ταξιδέψει παραμονή Χριστούγεννα. Πώς να πάγει στο σπίτι του; Είχε να παίρνει πολλά, μα οι πλημμύρες τον σακάτεψαν. Δε μπόρεσε να μαζέψει γρόσι. Κι αποφάσισε να μη ξεκινήσει, όπως πάτα με το γαϊδούρι του φορτωμένο. Δεν αγόρασε ούτε γουρούνι, ούτε γαλοπούλες, ούτε λουκάνικα, ούτε παστρουμά, ούτε… ούτε… Μ ένα ταξιδευτή μοναχά προπαραμονή πρόφτασε να στείλει χαρτζιλίκι κι ένα γράμμα:

Γυναίκα μ΄ Ελέγκω

Χαιρετίσματα πολλά πε μένα πε τον άντρα σ΄, χαιρετίσματα στα παιδιά μ΄ και τη μάννα σ΄. Τη φετεινή χρονιά δε θα κάνουμ΄ μαζί Χριστούγεννα. Ήρταν τα πράγματα ανάποδα.
Μον΄ σας στέλνω δύο μετζήτια και ένα κομμάτ΄ γουρούν΄ και λίγα λουκάνικα. Πορέψτε παφτά και την πρωτοχρονιά να διούμ΄ .
Το παιδί ο Ιωνάς ένε καλά. Χρόνους πολλούς.
Ο άντρας σου ο Μανώλς.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι αναστενάρηδες. Το έθιμο έχει τις ρίζες του στην ανατολική Θράκη και το χωριό Κωστί, όπου, σύμφωνα με τις διηγήσεις, όταν πήρε φωτιά η εκκλησία του χωριού, οι κάτοικοι όρμηξαν μέσα στις φλόγες για να γλιτώσουν τα εικονίσματα και, παρά το γεγονός ότι η εκκλησία καταστράφηκε ολοσχερώς, οι ίδιοι βγήκαν αλώβητοι.


Ο καημένος έκανε το χρέος του, έστελνε και χρήμα και πράμα. Αυτός περνούσε στο χωριό, όπου πολεμούσε να βγάλει το ψωμί της φαμελιάς του, ξενητεμένος μέρες χρονικές.


Σαν πέρασε το μεσημέρι και έφτασε τα απομεσήμερο, τότε πια η Ελέγκω απελπίστηκε.

-        Δε θα νάρτ΄ μητέρα ο μανώλς, δε θα νάρτ΄, της έλεγε και έκλαιγε κρυφά, δε θα νάρτ΄ το  αγόρ΄ μου ο Γιωνάς.

Το κλάμα της την γριά Μαυροδέσσα την έσφαζε, την πλήγνε βαθειά.

-        Πομονή, παιδί μ΄ πομονή. Σα νάρτ σα δε νάρτ΄ τι να κάνουμ΄; Ο Θεγός μεγάλος εν, και μας ελμπέτ κατ΄ θα μας στείλ΄ δε θα πομείνουμ΄ νηστικές.

Και σα χτύπησαν οι καμπάνες, άναψε η Ελέγκω την καντήλα της. Έσκυψε και έκανε σαράντα μεγάλες μετάνοιες. Σταυροκοπήθηκε με κατάνυξη. Κι όλο ψιθύριζε. Τι να΄λεγε: Τι άλλο από του να την στείλει ο Θεός τον άντρα της και το παιδί της με το γαϊδούρι του φορτωμένο, με τα χίλια καλά και το  μισό γουρούνι. Η γριά Μαυροδέσσα πάλι, παίρνοντας τη μικρή της εγγονή από το χέρι και το μικρό πρόσφορο της, τράβηξε στην εκκλησία – δυό πόδια δρόμο – να προσευκηθεί, να παρηγορηθεί και να μνημονέψειτο γαμπρό της και τα΄αγγόνι της τον Ιωνά, που χαροπάλευε κι αυτό μαζί με τον μπαμπά του,δουλεύοντας τα βουτσιά και τα βαρέλια και μαθαίνοντας τέχνη, εκεί στο Ζαλούφ, το μακρινό χωριό με τα πολλά τα αμπέλια.

Εκεί πρόφτασε του μαχαλά το γυναικόκοσμο όλο. Χαιρέτησε τη Φερσαγή, μίλησε γλυκόλογα τη Δουκαίν΄, χαμογέλς΄ στην Κοκών΄, είπε λόγια προσποιητά στην παπαδιά τη Παπαγιώργη. Μόνο το εγγονάκι της, που κλαυθμήριζε αδιάκοπα της θύμιζε την ώρα τούτη την ανέχεια της, την δυστυχία της, την πίκρα της, τον πόνο της. Δεν μπορούσε να το μερώσει με λόγια πια, όταν την ρωτούσε κλαψιάρικα:

-Πότε, λέγω μανέ, α νάρτ΄ ο πατέρας μου;  Πότε λέγω, α με φέρ΄τα πάπά μ τα καινούργια;

Τι να το πει, τώρα που βράδυασε κι ο Μανώλς δε φάνηκε και την απελπισε τη δυστυχισμένη γιαγιά;

-Α νάρτ΄ παιδί μ , α νάρτ, η Παναγίτσα α τον στείλ΄. Έλα συ να φιλήσουμ΄το χέρι ντης, να μας τον στείλ΄…

Ο εσπερινός διάβασε. Τα χρυσά γράμματα τα ΄παν. Οι παπάδες – μεγάλος μαθές εσπερινός – και οι τρεις λαμπροφορεμένοι βγήκαν στην «είσοδο», είπαν  το «φως ιλαρόν» και ο τρούλος της εκκλησίας βούιξε.

Το εκκλησίασμα όλο σκόρπισε και κάθε μια γυναίκα τράβηξε στην πόρτα της. Και λίγοι άντροι που  ανέβηκαν από τα καφενεία τον ανήφορο ν ακούσουν τον εσπερινό, τώρα κατηφόριζαν κουκουλωμένοι μιλώντας.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ξύλινο σπίτι στην παλιά ενορία της Πανα­γίας της Φανερωμένης στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης φωνογραφημένο το 1922.


Ο ουρανός πήρε να σκοτεινιάζει. Ηλίου αχτίδα δεν ήταν πια να φέξει να λάμψει. Τα σύγνεφα πλάκωσαν βαριά και χαμήλωσαν. Θαρρείς κι όλη η πολιτεία στο χαμήλωμά τους μίκραινε, στένεψε, πλακώθηκε. Μόνο η ιδέα της χαρμόσυνης γιορτής κρατούσε τις ψυχές λεύτερες να πετούν αλαφρά – γλυκά. Μα η ψυχή της κόνα Μαυροδέσσας, βαριά σαν αλυσσίδα, μαύρη σαν φυλακή θεοσκότεινη.

Βγαίνοντας από την εκκλησιά ένιωσε μόνη κατάμονη, πως έχασε το φως της θαρρείς, θαρρείς κ’ έσβυνε μέσα της η ελπίδα για πάντα. Α πόδια της δεν πήγαιναν. Μόνο της εγγονής το χέρι, που όλο ρωτούσε κλαψάρικα, ζεστό ζεστούτσικο, της έδινε λίγη ελπίδα. Την ώρα τούτη ζούσε γι αυτήν τη μικρή ψυχούλα που την πονούσε και δεν μπόρεσε να την ικανοποιήσει. Τα παιδιά την ώρα τούτη τραγουδούσαν με τις τσιριχτές φωνές τους χτυπώντας τα τουμπελέκια τους ρυθμικά:

Τη ρήγα γιος, τη ρήγα γιος, τη ρηγ’ αντριωμένος

Γυρεύει ν’ αρραβωνιαστεί, γυρεύει να παντρέψει.

Κάμπου κορίτσι αγαπά και εκείνο δεν το παίρνει.

-Πάμε παιδί μ’ και η Παναγιά – η Παναγίτσα α μας στείλ’ τον πατέρα σ’ . Όπου ναν α ναρτ.

Πατώντας σιγά και πριοσεχτικά στα απγωμένα χίονια δρασκέλισαν το λίγο δρόμο. Προσπέρασαν τα τρία τέσσερα σπίτια κι αντίκρυσαν γυρίζοντας στη γωνιά του δρόμου τημεγαλόθυρα του σπιτιού της και τη μικρή θύρα ορθάνοιχτη. Η πίκρα στάλαξε από τα μάτια της, από τα χείλη της. Το πρόσωπό της η όψη της πρόδινε την ανησυχία της, τη ντροπή της για τα αναπάντεχο αναπόδιασμα του γαμπρού της.

Σκοτείνιασε πια και ψηλαφητά η κόνα Μαυροδέσσα έμπαινε από την ανατολή στο χαγιάτι. Μπαίνοντας μαντάλωσε τη θύρα την ξώπορτα. Έμπαινε και έπαιρνε μαζί την πίκρα και την λύπη. Δε θέλησε να ακούσει τα κάλαντα των παιδιών, δεν τα φιλοδώρησε. Να χιλιοπεί την ευτυχία τους, να υψώσει τα κλά τους και να καυχηθεί όπως συνήθιζε.

-Ελέγκω μωρή, φώναξε Ελέγκω. Μην ήρτε ο Μανώλς, μωρή;

Κλάματα ένιωσε αντίς απάντηση στο ερώτημά της.

Το καντήλι – το σινανάγι – έκαιγε το άστατό του φως, φτωχικό. Μέσα στο δωμάτιο σχηματίζοντας μύρια σχήματα άταχτα, άσχημα, χιμαιρικά. Εκεί στο τζάκι κάτω απ το φως του καντηλιού ψηλαφητά βρήκε την κόρη της να μοίρεται.

-Εμ ο βλογημένος δε μας έστειλε μια γραφή…

-Αμ ο χριστιανός δεν μας έστειλε λεφτά…

-Εμ άνθρωπε δεν μας θυμήθηκες;…

Η νύχτα μαύρη πλάκωνε, μαυρίζοντας τα πάντα γύρω τους. Την αυλή την αγρίεψε, τα παράθυρα τα μούντωσε. Όλα μαύρα και σκοτεινά. Κι ο σκύλος τους την ώρα αυτή γαύγισε, ούρλιασε λυπητερά.

Η μικρή εγγονή της απαρηγόρητη, σαν έκλαψε και κουράστηκε από το κλάμα, μπρουμύτησε στην ποδιά της μάνας της. Κει μέσα παραδόθεικε στο όνειρο – το γλυκό όνειρο των παιδιών, που ονειρεύονται, όσα η φαντασία τους πλάθει και ψυχή τους ποθεί και λαχταρά.

Ούτε ψώνισαν ούτε ‘τοίμασαν τίποτε.

-Μωρή, παιδίμ’ τίποτε δε θα ετοιμάσουμ’; ρωτήθηκαν.

-Ξέρω και ‘γω, μητέρα!

-Να σφάξουμ’ και μεις την όρνιθα. Τι την φυλάγουμ’;

-Να τη σφάξουμ’ μητέρα.

Και μονομιάς η ελπίδα άστραψε. Το δωμάτιο τους φάνηκε λαμπερό. Η χαρά άρχισε να ροδίζει πάλι μέσα τους. Μια κότα και τους έδωκε θάρρος και ελπίδα. Κι αληθινά μονομιάς έκοψαν και μάδησαν την μονάκριβη τους κότα. Την καθάρισαν και την κρέμασαν από το τσιγγέλι στην αυλή να σιτέψει. Ο Θεός μεγάλος.

-Πομονή παιδί μ’ , που ξέρς, μπορεί να φανεί ο πατέρας μας, είπε πάλι η Μαυροδέσσα στην μεγάλη εγγονή, που δε θυμότανε τέτοια άλλη παραμονή Χριστουγέννα. Υστερνά ρούφηξαν λίγο αρμιοζούμι και δάγκασαν μια μπουκιά ψωμί και έπεσαν να πλαγιάσουν. Η πίκρα δεν τις άφησε να κλείσουν μάτι, μάνα και κόρη, μα κοιμήθηκαν τα παιδιά.




 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Ανατολικο Θρακιώτης (Σηλυβρία)  Άγιος Νεκτάριος. Η Aνατολή βγάζει αγίους.

Πέρασαν τα μεσάνυχτα. Το είπαν οι κόκκορες. Προχώρησε η νύχτα. Οι ώρες  σαν χρόνια ατελείωτα αργοδιάβαιναν. Τι μακρυνές! Ως που πήραν τα βαθειά χαράματα. Τότες έγινε το θάμα. Οι καμπάνες χτύπησαν χαρούμενα. Χτύπησαν και ξαναχτύπησαν μελωδικά. Ο μαχαλάς όλος στο ποδάρι. Δεν έμεινε σπίτι, που να μη ‘τοιμάστηκε για την εκκλησία.

Τα τζάκια έκαιαν, τα φαγιά έβραζαν και χαρχάλιζαν οι σούπες. Και η κόνα Μαυροδέσσα έστησε τον τέντζερέ της με την κότα. Μια σούπα κι ένα κομματάκι κρεατάκι ήταν αρκετό για να βγουν  - ορφανές και μονάχες – από τη σαρακοστή, να γιορτάσουν τη γέννηση του Χριστού.

Και ξεκίνησαν για την εκκλησία αλλαγμένες και παστρικές. Πήγαιναν με τα πρόσωπα χαρούμενα, με την όψη γιορτερή.  Στον κόσμο μπροστά ήξεραν να κρύβουν την λύπη τους. Αι μέσα στην κατάφωτη εκκλησία τους λαμπερούς και χαρούμενους άγιους, μέσα στην χαρά του κόσμου, που πλημμυρούσε, τα ωραία ψαλσίματα, την κατανυχτικιά λειτουργία, δεν έβγαλαν ένα αχ μάνα και κόρη. Δεν απόδειξαν την λύπη τους. Δεν είπαν τον πόνο τους.

Προσκύνησαν, άκουσαν τη λειτουργία, μετάλαβαν και ψιθύρισαν μαζί με τους ψαλτάδες τα τροπάρια. Μόνο κρυφά και μυστικά μουρμούριζαν. – Παναγιά μ’, στείλτον να – Χριστέ μ’ , ας ερτ’, Αγισαρανταμάρτυροι, κάντε το καλό…

Κι όπως όλος ο κόσμος, παίρνοντας το αντίδωρό τους, τράβηξαν στο σπίτι τους. Τα παιδιά κοιμούνταν μέσα σ όνειρα γλυκά κι αμέριμνα. Ξεκλειδόνοντας την θύρα, μπήκαν πρόσχαρα πατώντας στα χιόνια γραπ γρούπ. Άναψαν την λάμπα τους, προσκύνησαν το εικονοστάσι τους και ήπιαν έναν καφέ. Η κότα έβραζε ήσυχη στο τζάκι. Και όμως τέτοια μέρα για πρώτη φορά θα ‘τρώγαν νύχτα στο τραπέζι – χιλιόχρονη συνήθεια των πατέρων τους. Ο Μανώλς έλειπε. Τι τραπέζι να στήσουν; Και ξανάπεσαν στο στρώμα. Ο ύπνος ξημερώματα πια τις πήρε. Τις πήρε βαθύς.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι Άγιοι Σαράντα μάρτυρες τους προσκυνούσε όλη η Ανατολή.




Πρωί κάποια χτυπήματα τις ξύπνησαν δυνατά. Έφτασαν τα μηνύματα.

Το γράμμα και το κομμάτι του γουρουνιού με τα λουκάνικα και τα δύο μετζήκια. Τι χαρά Θεού! Διαβάζοντας το γράμμα – Χριστούγεννα ανήμερα – η κόνα Μαυροδέσσα με την κόρη της και τα’ αγόρια της, έκλαιγαν μαζί και γελούσαν. Ένας δακρύγελως τις είχε πιάσει.

-        Μανώλ’ μου να ζεις, είπε, ναχς τη Θεού την ευχή.

Και σα διάβασε και μια και δυό το γράμμα του Μανώλη η γραμματιζούμενη εγγονή, η Πηνελόπ’, κάθισαν στο τραπέζι. Τώρα είχαν πια και τα δώρα και το γράμμα και τους παράδες. Τι άλλο ήθελαν;

Και η μικρή σώπασε πια. Αγκάλιασε τα καλτσάκια τα μάλλινα, σώρο του πατέρα της – τα παπά της – και χαρούμενη τα ‘δειχνε από ‘δω ‘κει. Τα’ όνειρο της είχε διαλύσει. Είχε δει το φτωχό, πως ο πατέρας του του ‘χε κρεμάσει τα καλτσάκια του από το καρφί μαζί με τα πατίκια του δεμένα. Τώρα τα κρατούσε στα χεράκια του.

Όλη την ημέρα κείνη χιόνιζε δυνατά. Μα όσον κι αν ο καιρός ήταν βαρύς, η ψυχή της κόνα Μαυροδέσσας αλάφρωσε.

Το γράμμα του γαμπρού της ήταν μεγάλη παρηγοριά, μια και δεν είχε προφτάσει ο ίδιος, ήταν βάλσαμο, ευτυχία.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Από το Μέγα Ρεύμα (Αρναούτκιοι το Βυζντινό Μιχαήλιον).


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ του ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ εκδόσεις ΡΗΣΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου