Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΠΟΝΤΟΣ



Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Στις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης ζούσαν, σύμφωνα με στατιστικές των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρωσίας που υπάρχουν στο Υπουργείο Εξωτερικών, περίπου 700.000 Έλληνες (από αυτούς ως το 1928 είχαν έρθει στην Ελλάδα 58.526).

Δεν ήταν βέβαια λίγοι εκείνοι, οι οποίοι ανέπτυξαν πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα πριν την Επανάσταση, όπως ο Βλαδίμηρος Παπαδόπουλος ή η Παρασκευή Γεωργατζή.

Η Παρασκευή Γεωργατζή και Ευδοκία Παπαδοπούλου, συμμετείχε και στη πρώτη Συνδιάσκεψη των εργατριών και αγροτισσών της Οδησσού το 1920.

Ο Κωνσταντίνος Γ. Σεμερτζίεφ, κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης Γιάγκρα από τους Μπολσεβίκους το 1917, εκλέχθηκε υπεύθυνος διαφώτισης της Επαναστατικής Επιτροπής και το 1920 πρόεδρος της Περιφερειακής Επιτροπής της Κομσομόλ στην περιοχή του Σοχούμ (Αμπχαζία).

 
 
 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η  εφημερίδα Κόκινο Καπνα του Καυκάσου.
 

Πόντιοι εθελοντές, όπως οι Κ. Ζαχαρίδης και Σ. Παπαδόπουλος, σε επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού στα βάθη της Ασίας.

Ένας άλλος Έλληνας, εν ονόματι Μοραντής, διετέλεσε Διευθυντής του Χαρτογραφικού Τμήματος του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Τουρκεστάν.

 

Πολλοί εντάχθηκαν στον  Κόκκινο Στρατό και στο Κόμμα των Μπολσεβίκων. Στις μάχες του μετώπου της Μαριούπολης για παράδειγμα (Μάρτης 1919) πολέμησε στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων στρατιωτικό κίνημα αποτελούμενο αμιγώς από Έλληνες της περιοχής.

Στην πολυεθνική μονάδα της Κόκκινης Εθνοφρουράς της Γιάλτας εντάχθηκαν επίσης πολλοί Έλληνες, ενώ σημαντική ήταν και η παρουσία τους στις τακτικές και αντάρτικες μονάδες του Κόκκινου Στρατού που έδρασαν εντός και εκτός της πόλης της Οδησσού.

Η δασκάλα Μαρία Βαλλιανού του Κωνσταντίνου, μέλος του ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος από 1914, εργάστηκε στον Τομέα Διαφώτισης στο Κυβερνείο της Σταυρούπολης.

 

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος αναφέρει:

"...οι Καρσιώται... είναι μπολσεβίκοι...". (Χρ. Σαμουηλίδη "Το χρονικό του Καρς", σελ. 199).

 

 


 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Οι  Σοβιετικοί Έλληνες μετείχαν ενεργά στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, με υψηλά ποσοστά ένταξης και δράσης στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Κομμουνιστική Νεολαία.

 

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

 

Το 1924, σ' όλη τη Γεωργία, τα ελληνικά σχολεία είναι 24, το 1938 φτάνουν τα 133 (βλ. Αγτζίδη Β. "Ποντιακός Ελληνισμός...", σελ. 167). Μόνο μέσα σε τρία χρόνια (1930-33) εκδόθηκαν 117 τίτλοι βιβλίων στα ελληνικά (στο ίδιο, σελ.
184).

Είναι τόσο φανερή η πολιτιστική ανάπτυξη των Ποντίων, που ακόμη και ο συγγραφέας (αυτή τη φορά) παραδέχεται:

"Στην ΕΣΣΔ ανθίζει στο μεσοπόλεμο ένας ιδιότυπος ελληνοποντιακός πολιτισμός, που προστατεύεται και ενισχύεται από το νέο σοβιετικό περιβάλλον".

 

Πραγματικά εντυπωσιακή ήταν η άνοδος που σημειώθηκε στην έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων. Βιβλιοθήκες, θέατρα, εργατικές λέσχες, επαγγελματικές και ανώτερες σχολές, μορφωτικοί όμιλοι, παιδαγωγικές ακαδημίες, κλπ. άρχισαν να λειτουργούν στις περιοχές όπου ζούσαν και δραστηριοποιούνταν Έλληνες. Φυσικά η σοβιετική προπαγάνδα μίλησε για το ρεκόρ  το 1939, πάνω από 1 στους 10 Έλληνες στην ΕΣΣΔ είχε ανώτατη μόρφωση, προφανώς ήταν απίθανο να συμβαίνει κάτι τέτοιο (πιο κάτω παραθέτω στοιχεία για την εκπαίδευση στην περίοδο του μεσοπολέμου που φαίνονται ποιο ρεαλιστικά). Η δομή της ελληνικής εκπαίδευσης ήταν αντίστοιχη της σοβιετικής. Ο πρώτος  κύκλος υποχρεωτικής φοίτησης έγινε 7ετης. Τα σχολεία διακρίνονταν σε «αρχικά» με τέσσερις τάξεις, σε «μη πλέρια» ή «μη συμπληρωμένα» με 7 τάξεις και σε «πλέρια» ή «μεσαία» με 10 τάξεις. Οι απόφοιτοι του μη συμπληρωμένου σχολείου είχαν δικαίωμα έγγραφης στα τεχνικά σχολεία, τα «τέχνικουμ»,  ενώ οι απόφοιτοι των μεσαίων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα εννέα μαθήματα που διδάσκονταν στις τέσσερις τάξεις του αρχικού σχολείου ήταν: μαθηματικά, μουσική, μητρική γλώσσα, φιλολογία, φυσιογνωσία, γεωγραφία, κόπος, ζωγραφική και φυσική αγωγή . Επίσης υπήρχαν μαθήματα για το σοβιετικό σύνταγμα  και το στρατό.

Η πρώτη ελληνική ακαδημία ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1924 στο Κρασνοντάρ, και ακολούθησε η ίδρυση των ακαδημιών στην Μαριούπολη, στο Σοχούμι και στην Τσάλκα. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια στην ακαδημία της  Μαριούπολης, όπου με το τριετές πρόγραμμα φοίτησης, εκπαίδευε δάσκαλους για τα ελληνικά χωριά της Αζοφικής, οργάνωνε σεμινάρια για τους Κομσομόλους, ενώ γίνονταν προσπάθειες για μετάφραση εγχειριδίων για τα ελληνικά σχολεία από την ουκρανική γλώσσα.

 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μνημείο για τους Έλληνες πεσόντες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά του φασισμού.
 

Στις 10 Μαΐου 1926 στην Πανενωσιακή Σύσκεψη των Ελλήνων διανοουμένων στη Μόσχα, η οποία ονομάστηκε "Πανσυνδεσμιακή Σύσκεψη", αποφασίστηκε η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη θέση της καθαρεύουσας και η αντικατάσταση του εικοσιτετραγράμματου αλφάβητου από το εικοσιγράμματο.

Με την απόφαση αυτή: καταργήθηκαν οι δίφθογγοι, διατηρήθηκαν μόνο το "ι" και το "ο", στη θέση του "ου" καθιε­ρώθηκε το "υ", στη μικρογράμματη γραφή παρέμεινε μόνο το "ς", ενώ καταργήθηκε το "σ", τα διπλά σύμφωνα γράφονταν αναλυτικά (δηλαδή το "ξ" ως "κς" και το "ψ" ως "πς") και καθιερωνόταν το ενωτικό στις κτητικές αντωνυμίες. Η Σύσκεψη αποδέχτηκε την πρόταση της Κεντρικής Επι­τροπής του Νέου Αλφάβητου για την επισημοποίηση της δημοτικής γλώσσας και την αντικατάσταση της ιστορικής ορθογραφίας από τη φωνητική. Όσον αφορά στον τονισμό των λέξεων, καταργήθηκε ο τόνος στις μονο­σύλλαβες λέξεις και σε όσες τονίζονταν στη λήγουσα. Στην απόφαση της Σύσκεψης προτάθηκε η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού με την έκδοση βιβλίων στις τοπικές ελληνικές διαλέκτους. Αυτό που αποτέλεσε καθοριστικής σημασίας στοιχείο, είναι ότι η επιτροπή επηρεάστηκε καθοριστικά από τις απόψεις των διανοουμένων για τη φωνητική ορθογραφία. Με βάση αυτήν την άποψη επιβαλλόταν  η κατάργηση των θεωρούμενων περιττών στοιχείων, που επιβίωναν στο ελληνικό αλφάβητο από την αρχαιότητα και την προσαρμογή του γραπτού λόγου στον προφορικό. Οι απόψεις αυτές είχαν ωριμάσει στους διανοούμενους που κατοικούσαν κυρίως στη Γεωργία, ενώ πλήθος από βιβλία, θεατρικά, και λογοτεχνικά είχαν ήδη εκδοθεί στη φω­νητική γραφή. Η πρώτη περίοδος λοιπόν χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή της λενινιστικής εθνικής πολιτικής που προκάλεσε μια ουσιαστική άνοδο τόσο του εθνικού πολιτισμού των Ποντίων του Καυκάσου όσο και υπόλοιπων Ελλήνων των άλλων περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης.

Η ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης έγκειται στο γεγονός της συνεχούς αύξησης  του αριθμού των ελληνικών σχολείων καθώς και στην κατάρτιση εκπαιδευτικών για τα σχολεία της κατώτερης και της μέσης εκπαίδευσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η εξέλιξη των σχολείων στη Γεωργία.

Ενώ το 1924 τα ελληνικά σχολεία όλης της Γεωργίας είναι 33, το 1927 μόνο στην Αμπχαζία φτάνουν τα 54, αποτελώντας περίπου το 25% των σχολείων της περιοχής. Το 1938 στην δημοκρατία της Γεωργίας λειτουργούσαν  140 ελληνικά σχολεία. Στα μέσα  της δεκαετίας του 1920 στην Σοβιετική Δημοκρατία της Ρωσίας λειτουργούν 60 ελληνικά σχολεία. Το ποσοστό των μορφωμένων Ελλήνων της Σο­βιετικής Ρωσίας ανέρχεται το 1926 στο 50%, από το οποίο το 60,4% αφορά τον ανδρικό πληθυσμό ενώ το 42,1% το γυναικείο. Στην περίοδο 1923-1924 το ίδιο ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 32-35%.

 

Ο Ν. Καζαντζάκης έγραψε σχετικά: «Η εργασία που γίνεται τώρα στη Ρουσία για να ξυπνήσει ο άνθρωπος είναι καταπληκτική. Οι οχτροί την παραγνωρίζουν και τη γελοιοποιούν, οι τυφλωμένοι φίλοι την υπερβάλλουν. Μα και οι δύο έχουν άδικο. Η εργασία που γίνεται εδώ για τις εθνότητες είναι πολύ σημαντική, μα δύσκολη πολύ και δεν έδωκε ακόμα όλους της τους καρπούς. Μα θα τους δώσει.».

Ο Αγτζίδη Β. στο βιβλίο του "Ποντιακός Ελληνισμός..." αναφέρει:

"Στην ΕΣΣΔ ανθίζει στο μεσοπόλεμο ένας ιδιότυπος ελληνοποντιακός πολιτισμός, που προστατεύεται και ενισχύεται από το νέο σοβιετικό περιβάλλον".

"...οι Πόντιοι για πρώτη φορά στην ιστορία τους μετά από αιώνες, έζησαν σε παρόμοιες συνθήκες πολιτικής, εθνικής, μορφωτικής ισότητας και ελευθερίας" (Μ. Χαραλαμπίδη, Κ. Φωτιάδη, "Πόντιοι, δικαίωμα στη μνήμη", σελ. 24).

 

            Αυτή βέβαια η άνοιξη για τους Έλληνες ήταν μέχρι τον Αύγουστο του 1938 έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία ενώ η διδασκαλία άρχισε να γίνεται στη ρωσική γλώσσα και κάποιες φορές και στη γλώσσα της δημοκρατίας στην οποία ζούσαν.

 

Οι Έλληνες του Πόντου είχαν και τους σοβιετικούς ήρωες της ειρηνικής περιόδου της ΝΕΠ σαν τέτοιο παράδειγμα φέρνω την Πάσα Αγγελίνα (1912-1959) γεννήθηκε στο Σταρομπέσεβο εκπαιδεύτηκε ως οδηγός τρακτέρ και για την δράση της τιμήθηκε με το παράσημο Λένιν (σε ηλικία 24 ετών), το 1946 με το Βραβείο Στάλιν (Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ) και το 1947 με τον τίτλο Ηρωίδα της Σοσιαλιστικής Εργασίας (τον οποίο κατέκτησε ξανά το 1958). Εκλέχθηκε επανειλημμένα αντιπρόσωπος από το 18ο ως το 21ο Συνέδριο του Κόμματος, ενώ διετέλεσε επίσης Βουλευτής του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Η  μεταναστευτική τάση προς την Ελλάδα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ συνεχίστηκε την δεκαετία του 1920. Η επιθυμία των ελληνοποντίων να επιστρέψουν στην πατρίδα ήταν πράγματι μεγάλη.

Όλα αυτά άρχισαν να ξεθωριάζουν στην δεκαετία του 30 με τις μεγάλες σταλινικές εκκαθαρίσεις. Από το Δεκέμβριο του 1937 και όλο το 1938, οι σταλινικές αρχές άρχισαν τις εκκαθαρίσεις των Ελλήνων της περιοχής Μαριούπολης. Όλοι οι άνδρες, από 17 ετών και άνω, δικάστηκαν με τις πιο συνοπτικές διαδικασίες από στημένα δικαστήρια και στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στο Αρχαγγέλσκ, στο Κόμι και τη Σιβηρία με την κατηγορία ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν. ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η καταστροφή της Ελληνικής γλώσσας.

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΟ

 

Ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο ακόμα και για 13.000 Έλληνες που πολέμησαν στα μέτωπα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου μόνο από την Γεωργία. Ένας εξ αυτών, ο Λάζαρος Μέλικοφ (από την Τσάλκα της Γεωργίας), στις παραμονές του σοβιετοφιλανδικού πολέμου το 1939 έγραψε από το μέτωπο μια επιστολή στον φίλο του Χαράλαμπο Καρίμποφ, η οποία και έκλεινε ως εξής: «Εγώ υπερασπίζω τα σύνορα από τους φασίστες εχθρούς. Για τα σοβιετικά σύνορα δίνω και την ζωή μου.» Ήταν μέλος της Κοσμομόλ της διμοιρίας και όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλα μέλη της νεολαίας ρίχτηκε με αυτοθυσία στην πρώτη γραμμή. Έπεσε μαχόμενος κατά την απελευθέρωση της Λευκορωσίας. Για τον ηρωισμό του τιμήθηκε με το μετάλλιο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1ης κατηγορίας.

Σαν «Ήρωες της Σοβιετικής Ένωσης» αναφέρονται οι παρακάτω εννιά Έλληνες: Σπυρίδωνα Γεγκόροφ,

Θεοφύλακτο Ζουμπάλοφ,

Θεόδωρο Κοτάνοφ,

Ηλία Μουρζά,

Γρηγόριο Μπαχτσιβαντζή,

Κωνσταντίνο Ταλάχ,

Ηλία Ταχτάροφ,

Γεώργιο Τσέλιο και

Κωνσταντίνο Χάτζεφ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην κατάληψη του Βερολίνου πήραν μέρος και Έλληνες μαχητές.

Έλληνες συμμετείχαν και στις αντάρτικες ομάδες που επιχειρούσαν στις κατεχόμενες από τους Ναζί περιοχές ενδεικτικά αναφέρω μερικά ονόματα:

 Κωνσταντίνος Αποστολίδης,

Φ. Γιακουσίδης,

Ν. Μιχαηλίδης,

Ν. Ποπαντόπουλος,

Λεωνίδας και Μάξιμος Σελεσκερίδης-Γκρέκοφ,

Ν. Σπάη,

Ι. Τσαλουχίδης,

οι αδερφοί Τσούσση,

και πολλοί άλλοι.

Άλλοι συνέδραμαν στον αντιφασιστικό αγώνα μέσα από τις γραμμές ανεφοδιασμού (όπως ο Ιβάν Κωνσταντινίδης), του πολιτισμού (όπως ο Θεόδωρος Κανονίδης) και βέβαια της παραγωγής: οι Ιβάν Μπράγκιν, Γεώργιος Σαββίδης, Κωνσταντίνος Χρυσοχοΐδης, κ.α. τιμήθηκαν με το μετάλλιο «Για Ηρωική Εργασία στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Αλλά και χιλιάδες άλλοι απλοί πολίτες, όπως ο πατέρας της Χαρίκλειας Κανέτη (Πόντιος πρόσφυγας από την Τουρκία), ο οποίος κατά την διάρκεια του πολέμου –όντας ράφτης στο επάγγελμα- έραβε στολές για τους φαντάρους. Ο ίδιος έλεγε: «Η νίκη κατά των κατακτητών είναι υπόθεση όλων».

Για όλα αυτά η Σοβιετική Ένωση μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου μετέφερε εκατοντάδες Έλληνες του Πόντου με τραίνα σε μακρινές περιοχές με πολυήμερα ταξίδια που οδήγησαν μεγάλο αριθμό Ποντίων στον θάνατο. Οι περιουσίες αυτών των ανθρώπων λεηλατήθηκαν από Γεωργιανούς, οι οποίοι περίμεναν την αποχώρησή τους για να κλέψουν ζώα, ρούχα τρόφιμα, σπίτια.

Αυτή η Εθνοκάθαρση έγινε από τους Γεωργιανούς Στάλιν και Μπέρια, οι λόγοι ήταν καθαρά εθνικοί . Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό εκκαθαρίζονται. Δεν εξαιρούνται από τις διώξεις ούτε τα μέλη του Κόμματος. Χιλιάδες Έλληνες εκτελούνται με τη κατηγορία "εχθρός του λαού" ή εξορίζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Τα κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων είναι ότι υποστηρίζουν πολιτικά το "τροτσκιστικο-μπουχαρινικό κέντρο" και ότι συμμετέχουν σε μυστικές οργανώσεις με στόχο "την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στα νότια παράλια της Ρωσίας". Οι ιερείς είναι από τους πρώτους που συλλαμβάνονται. Δεκάδες και εκατοντάδες Έλληνες ιερείς εξοντώνονται. Όσοι καταδικάζονται σε καταναγκαστικά έργα στέλνονται στη Σιβηρία.

Το σοβιετικό κράτος ενήργησε  σε αντίθεση με την  τοποθέτησης του Β. Ι. Λένιν, που  προσδοκούσε  στην εξομάλυνση των σχέσεων και την ειρηνική συνύπαρξη όλων των φυλών του εθνολογικού μωσαϊκού της Σοβιετικής Ένωσης, στο έργο του «Το δικαίωμα των εθνών για αυτοδιάθεση», έγραψε χαρακτηριστικά: «Το δημοκρατικό κράτος πρέπει οπωσδήποτε να αναγνωρίσει την πλέρια ελευθερία των διαφόρων γλωσσών και να απορρίψει κάθε προνόμιο για μια απ' τις γλώσσες. Το δημοκρατικό κράτος δεν θα επιτρέψει να καταπνίγεται καμιά εθνότητα από μια άλλη ή να μπαίνει σε κατώτερη μοίρα απ ' αυτήν, σε κανένα τομέα ή κλάδο των κοινωνικών υποθέσεων. Η εκπαιδευτική πολιτική των εργατών όλων των χωρών είναι ενιαία: Ελευθερία της Μητρικής Γλώσσας». (Φωτιάδης, 2003, 56).

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το μουσικό συγκρότημα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ «Ρωμιοσύνη», σε συναυλία του σε εργοστάσιο.
 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΑΣΚΕΝΔΗ

 

"Ας λέγω σας, ε παιδία,ντο έντον ση Ρουσίαν το μιλλέτ ετοπλάεψαν άμον κωσσους πουλία. Τη Καζαχστάν τα δρόμια έρημα απόμενε έφαγαν το καρδόπον μου και ολίγον επέμνε."

 
 
 
 
Οι πρώτοι Έλληνες με βάση το υπ' αριθμ. 1828 διάταγμα της κρατικής Επιτροπής Άμυνας (29 Μαΐου 1942), μετατοπίζονται ανατολικά, είναι οι κάτοικοι της κοιλάδας του Κουμπάν, περιοχής της νότιας Ρωσίας, που έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Ένα μέρος τους μεταφέρεται στις περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Οι υπόλοιποι εκτοπίζονται στο σιβηρικό Καζαχστάν. Η μετατόπιση γίνεται λίγο πριν την κατάληψη της περιοχής από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που κατοικούν στη νότια Ρωσία εκτοπίζεται το 1942 κυρίως στις περιοχές του σιβηρικού Καζαχστάν.

Με το υπ αριθμ. 5984 διάταγμα της κρατικής Επιτροπής Άμυνας το 1944 , εξορίζονται χιλιάδες Έλληνες της Κριμαίας στο Καζαχστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώκονται όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Το 1946 εξορίζεται στο Καζαχστάν, στην περιοχή ανάμεσα στην Αλμα Ατα και στη Τζαμπούλ, κατατάσσονται στην κατηγορία των "ειδικώς απελαθέντων", και εξορίζονται στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία. Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικυκλώνουν τη νύχτα τα ελληνικά χωριά. Ο ίδιος ο Στάλιν με τη ρητή εντολή προτείνει  να γίνει η μετοικεσία όλων σε διάστημα 5 ημερών: «Η μετοίκηση θα λάβει χώρα στο διάστημα μεταξύ 1ης και 5ης Ιουλίου ε.ε.».Οπλισμένοι άντρες υποχρεώνουν τους Έλληνες Πόντιους να τα εκκενώσουν. Στον εξορισμένο πληθυσμό συμπεριλαμβάνεται ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Αμπχάζιας και ο μισός της Ατζάριας.

Οι άνθρωποι παρατούσαν τα σπίτια τους, τα ζώα, την όποια περιουσία, και με όσες χειραποσκευές μπορούσαν να πάρουν, μπαίνανε κατά 40 άτομα σε βαγόνια για μεταφορά των γελαδιών. Ο προϊστάμενος του υπουργείου Εσωτερικών της ΕΣΣΔ σε αναφορά του σημειώνει ότι:
"Στην όλη επιχείρηση δεν είχαν τηρηθεί πάντα οι ηθικοί κανόνες. Τα σπίτια των Ελλήνων είχαν εκτιμηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές και είχαν αποκτηθεί για προσωπική χρήση από κομματικά και σοβιετικά στελέχη. Συγκεκριμένα από το δήμαρχο της πόλης Γκουνταούτ Άκτιγια, το γραμματέα της κομματικής οργάνωσης του Σοχούμ Κακούριγια, τον υποδιευθυντή του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας Μαλάκιγια και άλλους".

Το ταξίδι ως τους τόπους των εξορίσεων διαρκούσε από 2 βδομάδες μέχρι και δυόμιση μήνες, χωρίς τις βασικές υποδομές υγιεινής, χωρίς φαγητό και νερό, και την κόλαση που επικρατούσε στα αμαξώματα μπορεί να την καταλάβει μόνο αυτός που την έζησε. Στους τόπους των εξορίσεων οι έλληνες (όπως και πολλοί άλλοι λαοί) πληροφορήθηκαν ότι μεταφέρθηκαν εδώ για μόνιμα και χωρίς το δικαίωμα επιστροφής. Δεν επιτρεπόταν να απομακρύνονται από τον τόπο και υποχρεώνονταν κάθε μήνα να δηλώνουν παρόν στο τοπικό τμήμα ασφαλείας. Η μη συμμόρφωση με τα παραπάνω τιμωρείτε με 20 χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων.  Ας δούμε πως περιγράφει αυτή την διαδικασία ένα θύμα : "Εκατοντάδες τάφοι με ξύλινους σταυρούς (αν ακόμη βρίσκονται) θα σας δείχνουν τη διαδρομή από τον ζεστό τόπο μας ως την έρημο της Μέσης Ασίας και τα άγνωστα μέρη της δυτικής Σιβηρίας. Δεν ξεχνιούνται τα δυστυχισμένα θύματα της δυσεντερίας, οστρακιάς, τύφου και της φοβερής λέξης "περιορισμός" στους νέους τόπους εγκατάστασης. Και ξανά δυσβάσταχτη εργασία, αξιοποίηση χέρσων εκτάσεων, πάλι χτίσιμο κατοικιών, καυτός ήλιος και θάνατος χιλιάδων συγγενών, γερόντων και παιδιών".

Πολύ παραστατική είναι η δραματική αφήγηση του γιατρού Π. Μπουμπουρίδη από το Σοχούμ για τα μέτρα εκτόπισης που πήραν οι σταλινικές αρχές.

«Στις 13 με 14 Ιουνίου 1949, στις 9 η ώρα τη νύχτα, χτύπησαν οι άνθρωποι της ΕΝ ΓΚΑ ΒΕ ΝΤΕ. Εξοριζόμαστε σε μακρινές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Στην ερώτηση μας για ποιο λόγο, δεν μας απάντησαν. Βούιζε η πόλη, ούρλιαζαν τα σκυλιά. Στις πόρτες των ποντίων περίμεναν τα φορτηγά αυτοκίνητα να τους πάρουν. Έκλαιγαν τα παιδιά και οι μανάδες. Έκλαιγαν οι γείτονες που τους έδιωχναν να μη μας βοηθήσουν».

 

Η μαρτυρία του κ. Π. Μπουμπουρίδη επιβεβαιώνεται από μια έκθεση-καταγγελία, που υπάρχει στα αρχεία του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών για τους εκτοπισμούς των Ελλήνων του Καυκάσου. Συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει ότι στις 14 Ιουνίου του 1949, ολόκληρος ο Ελληνισμός του Καυκάσου ξεσπιτώθηκε χαράματα και μεταφέρθηκε με αγροτικά φορτηγά στο Νότιο Καζακστάν και σ' άλλα μέρη της Κεντρικής Ασίας. Στους εκτοπισμένους δόθηκαν μόνο λίγα λεπτά διορία να μαζέψουν τα απαραίτητα που θα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους.


Το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε για τον εκτοπισμό των Ελλήνων. Στις 24 Ιουνίου 1949 επιδόθηκε η επίσημη διαμαρτυρία μέσω του Έλληνα διπλωματικού ακολούθου της Μόσχας στο Σοβιετικό Υπουργείο των Εξωτερικών, το οποίο όμως δεν έδωσε καμία απάντηση. Για να νομιμοποιήσουν τον εκτοπισμό, ώστε αργότερα να μην έχουν συνέπειες, μηχανεύτηκαν τον όρο "εθελοντική αναχώρηση". Ας δούμε όμως πως περιγράφεται αυτή η "εθελοντική αναχώρηση"από τον καθηγητή του Ινστιτούτου Μαρξισμού-Λενινισμού της Μόσχας Γκ. Τραπέζνικοφ,:

"Εμείς οι Έλληνες είμαστε από τα μεγάλα θύματα της ιστορίας της Ρωσίας. Φίλεργοι, συνεργαζόμαστε όχι με κανένα "ξένο κέντρο" αλλά με όλους τους Έλληνες της διασποράς. Σε όλες τις γωνιές του κόσμου δημιουργήσαμε πλούτη, περιουσίες. ΓΓ αυτό μας καταδίωξαν οι εχθροί μας, για να μας τα αφαιρέσουν. Μόνο στη Μόσχα μας πήρανε δεκάδες ωραία κτίρια που ανήκαν σε Έλληνες. Από αυτά και μόνο ζημιωθήκαμε 12 εκατομ. χρυσά ρούβλια."

"Κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων ένας μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων και παιδιών πέθαναν κάτω από άθλιες συνθήκες που τους επιφύλαξε η πικρή μοίρα της υποχρεωτικής μετανάστευσης σε ασυνήθιστες συνθήκες διαπεραστικού ηπειρωτικού κλίματος χωρίς χειμωνιάτικη
ενδυμασία"

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνόπουλα στην ΕΣΣΔ, φόρεσαν και Πόντιοι φουστανέλα για να δείξουν την εθνότητά τους.
 

Όλοι οι «μεταστεγασθέντες» θα συστεγαστούν με τους πολιτικούς πρόσφυγες του εμφυλίου.

Οι περιοχές που μεταφέρθηκαν οι νέοι Έλληνες εκτοπισμένοι στο Καζακστάν ήταν το Τσιμκέντ και η περιφέρεια, το Παχτά Αράλ και το Κεντάου, το Τζαμπούλ και τα χωριά Τσου και Άσα, το χωριό Γεώργιεφκα, το Ζανάτας, η Άλμα Άτα, το Μέρκε, το Καρατάου. Στην Κιργιζία, η περιοχή Ταλάς, η περιοχή Ος και στη Σιβηρία στην περιοχή Σβερντλόφσκ. Οι Έλληνες άργησαν να προσαρμοστούν, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές απ’ αυτές του Καυκάσου. Όσους τους πήγαν στα ορυχεία μολύβδου του Μεργκαλιμσάι, τους εγκατέστησαν σε στάβλους αλόγων ή προβάτων, οι οποίοι είχαν διαστάσεις τρία επί τρία και πόρτες ύψος ενός μέτρου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο, όπως και η οροφή, πάνω από τα κλαδιά άγριων καλαμιών. Για καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν πετροκάρβουνο, το οποίο το μάζευαν γύρω από τις γραμμές του τρένου, όπου έπεφτε από τα τρένα που το μετέφεραν. Στη συνέχεια οι εκτοπισμένοι στο Μεργκαλιμσάι έχτισαν διώροφα ξύλινα σπίτια με οκτώ διαμερίσματα συνολικά. Το κάθε διαμέρισμα ήταν 40 τετραγωνικά μέτρα. Οι ντόπιοι, οι Καζάκοι, οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, καθώς και οι από παλιότερα εξορισμένοι Κορεάτες, Γερμανοί κ.α. βοήθησαν αποφασιστικά τους εκτοπισμένους Έλληνες να επιβιώσουν.

 

 

Μετά την ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, πολλοί από τους ηττημένους συντρόφους του Ζαχαριάδη τους εγκαθιστούν στην Τασκένδη, δίπλα στους πολιτικούς πρόσφυγες οι σοβιετικοί δημιουργούς και τους πρόσφυγες από την εθνοκάθαρση που πραγματοποίησαν στις περιοχές που ζούσαν Έλληνες, η μεταφορά των δεύτερων έγινε με τρόπο που προσβάλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ οι πρώτοι μεταφέρθηκαν αφού εξασφαλίστηκαν ανέσεις μεταφοράς και εγκατάστασης. Πολλοί από τους ηττημένους συντρόφους του Ζαχαριάδη διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά τους στην προσφυγιά H κατάσταση αυτή οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των ελλήνων προσφύγων στην Τασκένδη και τελικά, τον Μάρτιο του 1956, με παρέμβαση των σοβιετικών ιθυνόντων, στην καθαίρεση του Ζαχαριάδη από τη θέση του γενικού γραμματέα του KKE.

Μαζί με αυτή την εξέλιξη των προσφύγων του εμφυλίου ήρθε το Ανώτατο Σοβιέτ με περισσή υποκρισία να ψηφίσει στις 17 Σεπτεμβρίου 1955 το διάταγμα "Για αμνηστία των σοβιετικών πολιτών, που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις την περίοδο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου 1941-1945".
Παρά την πλαστή κατηγορία οι Έλληνες και οι άλλες εθνότητες ζήτησαν αμέσως να εφαρμοστεί και στην περίπτωση τους το διάταγμα αυτό, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στις εστίες τους (το ερώτημα είναι ποια συνεργασία με τους Γερμανούς είχαν οι χιλιάδες έλληνες της Γεωργίας, με δεδομένο το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν έφτασαν στις περιοχές αυτές).

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : 13 Ιουνίου: Ημέρα μνήμης για τους Σταλινικούς διωγμούς κατά του Ποντιακού Ελληνισμού.

Για την εξορία αυτή τραγούδησαν:

          Σα χίλια εννιακόσια στα σαράνταεννέα

          και τι Ρωμαί­οις εξώρτσανε ση Καζακστάν μερέα.

Εφέκαμεν τ’ οσπίτια μουν ατά τα μερακλία

          εφέκαμεν τα χτινια μουν δεμένα σα μαντρία.

          Τα χωρία εσουσλάεψαν θάρεις εκοιμούσαν

          τα χτήνοπά μουν έκραζαν τα σκυλία εγουρνούσαν.

Τραγούδησαν επίσης: 

          Σα χίλια εννιακόσια και σα σαράντα εννέα

          να πάει και άλλο να μην έρτεν εκείνη η χρονία.

          Ατοίν εμάς εκλείδωσαν σ’ έρημα τα βαγόνια

          και ση σειράν πα έστεκαν κα εξ’εφτά σαλόνια.

          Μικροί, τρανοί εβάρκιζαν “εκάγαμε, ανοίξτε

          εγκλήματα κ’ εποίκαμε εσείς εμάς αφήστε”.

          Εμάς ατοίν επέρανε και φέρανε σην Ντράντα

          και τι Ρωμαίοις εξώρτσανε μικρούς, τρανούς για πάντα.

          Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ εμάζεψαν και όλα τα χωρία

          επήγανέ μας σο Καζακστάν/μακρά σην ερημία.

 Οι Έλληνες έγραψαν τραγούδια για τους τόπους εξορίας τους:

                   Ανάθεμα σο Τουρκεστάν

                   και σο Μεργκαλιμσάι

                   το χρόνο δώδεκα μήνας

                   πάντα αέρας φυσάει.

Η άσχημη μοίρα των εκτοπισμένων έγινε τραγούδι-καταγγελία:

                    Ας λέγω σας ε παιδία

                   ντο έντον ση Ρουσία

                   το μίλλετ ετοπλάεψαν

                   άμον κωσσούς πουλία.

                   Τη Καζακστάν τα δρόμια

                   έρημα απομένε’

                   έφαγαν το καρδόπο μου

                   και ολίγον επέμνε.

 

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σοβιετικοί Έλληνες «έτοιμοι για την εφαρμογή του Πεντάχρονου Πλάνου».

 

ΠΗΓΕΣ :

 

  1. «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
  2. Βλάσης Αγτζίδης, «Παρευξείνιος Διασπορά. Ελληνικές εγκαταστάσεις  στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου», Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1997.
  3. «Οι σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης», περ. Αρχείον Πόντου, τόμος 52ος, έκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών Αθήνα, 2007.
  4. Χρ. Σαμουηλίδη "Το χρονικό του Καρς"

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018

ΣΟΥΝ ΤΣΟΥ Νο 3


«ο σοφός στρατηγός πρώτα κτυπά και μετά διαπραγματεύεται»,

 

 

"Έχε τον φίλο σου κοντά και τον εχθρό σου πιο κοντά!"

 
 "Σοφός ηγέτης είναι αυτός που ξέρει να χρησιμοποιεί την αυστηρότητα και την επιοίκια με φωτισμένο τρόπο"

 

" Ο πόλεμος δεν είναι τίποτα άλλο παρά η εξαπάτηση του αντιπάλου."

 

"Αν δεν μπορείς να νικήσεις έναν αντίπαλο, προσεταιρίσου τον".

 

 

«Σε δύσκολες συνθήκες σαν το φίδι πρέπει να πράττεις. Σιωπηλά να ψάχνεις το ζωτικό αλλά και ταυτόχρονα αδύνατο σημείο που θα χτυπήσεις».

 

 

«Ένας στρατός για να προχωρήσει, δεν χρειάζεται πόδια αλλά τις σωστές πληροφορίες»

 

 

"για να πολεμήσεις και να νικήσεις ένα λαό, πρέπει να του διαλύσεις τη θέληση για άμυνα"

 

 

"Κάθε μαχόμενος σχηματισμός μοιάζει με το νερό, αφού, όπως αυτό αποφεύγει τα υψώματα και κατευθύνεται στα χαμηλά σημεία του εδάφους, έτσι και ο στρατός αποφεύγει τη δύναμη και χτυπάει την αδυναμία"

 

 

 

 

«Αν γνωρίζεις τον εχθρό σου και τον εαυτό σου, δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι το αποτέλεσμα χιλίων μαχών. Αν γνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά όχι τον εχθρό σου, για κάθε νίκη που θα κερδίζεις, θα υφίστασαι και μια ήττα. Αν δεν γνωρίζεις ούτε τον εχθρό ούτε τον εαυτό σου, θα υποκύπτεις σε κάθε μάχη. Αυτός που δεν μελετά προσεκτικά, αλλά παίρνει αψήφιστα τους αντιπάλους του, είναι βέβαιο ότι θα γίνει λεία τους».

 

 

 

«Η ΤΕΧΝΗ του πολέμου μάς μαθαίνει να μην ποντάρουμε στην πιθανότητα ότι ο εχθρός δεν θα έρθει, αλλά στη δική μας ετοιμότητα να τον δεχθούμε. Να μην ποντάρουμε στην πιθανότητα ότι δεν θα μας επιτεθεί, αλλά στη δική μας απροσπέλαστη οχύρωση» .

 

 

«Δεν μπορούμε να συνεργαστούμε έως ότου εξοικειωθούμε με τα σχέδια των γειτόνων μας».
 




 

Το βιβλίο «Η τέχνη του πολέμου» γράφτηκε από τον Κινέζο στρατιωτικό και φιλόσοφο Σουν Τζου (Sun Tzu) το 500 π.Χ. για στρατιωτική χρήση. Όχι, δεν νομίζω πως είμαι ο Ναπολέων, και αγόρασα αυτό το βιβλίο για να κατατροπώσω τις δυνάμεις της Αυστρορωσικής συμμαχίας.

Το βιβλίο αυτό πραγματεύεται την τέχνη της αντιπαράθεσης, με την ευρεία έννοια, και περιλαμβάνει ορισμένες βασικές αρχές που πρέπει να γνωρίζουμε για να βρεθούμε νικητές σε μια διαμάχη. Έμεινα έκπληκτος όταν διαπίστωσα ότι παρόλο που γράφτηκε πριν τόσα χρόνια, κρύβει μέσα του αλήθειες που ισχύουν ακέραιες έως και σήμερα. Στα δεκατρία κεφάλαια που το αποτελούν συνυπάρχουν σχεδόν όλα όσα έχουν γραφτεί περί πολέμου σε εκατοντάδες άλλα συγγράμματα όλων των εποχών.

 


“…Όταν περικυκλώνεις έναν εχθρό,
άφησέ του μια διέξοδο ανοικτή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι επιτρέπεις
στον εχθρό να διαφύγει.
Ο λόγος είναι ότι πρέπει
να τον κάνεις να πιστέψει
ότι υπάρχει γι’ αυτόν ένας ασφαλής
δρόμος διαφυγής, ώστε όταν τον πολεμήσεις
να μην αντισταθεί με όσο θάρρος
μπορεί να του δώσει η απελπισία…”

 

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2018

ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΗ ΘΕΩΝ




 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο πτερωτός ίππος, Πήγασος, με τις Ναϊάδες.
 

Ο Όμηρος, εξάλλου, στ ην ΙΛΙΑΔΑ , περιγράφει τις μετακινήσεις των Ολύμπιων θεών στον αέρα με μεταλλικά άρματα. Μια περιγραφή που θυμίζει αεροπορικές μετακινήσεις μια τεχνολογία πολύ ανώτερη του ανθρώπου της εποχής εκείνης.

Αναφέρει ο Όμηρος στην Ιλιάδα του, πως η Ήρα πέταξε από τον Όλυμπο πάνω από τα Πιέρια όρη, την Ημαθία, τα βουνά της Θράκης χωρίς να πατάνε οι φτέρνες της στις κορυφές των βουνών και από τον Άθω κατηφόρησε και «κατέβηκε» στη Λήμνο:

 

«Ἥρη δ᾽ ἀΐξασα λίπεν ῥίον Οὐλύμποιο, 225

Πιερίην δ᾽ ἐπιβᾶσα καὶ Ἠμαθίην ἐρατεινὴν 226

σεύατ᾽ ἐφ᾽ ἱπποπόλων Θρῃκῶν ὄρεα νιφόεντα 227

ἀκροτάτας κορυφάς· οὐδὲ χθόνα μάρπτε ποδοῖιν· 228

ἐξ Ἀθόω δ᾽ ἐπὶ πόντον ἐβήσετο κυμαίνοντα, 229

Λῆμνον δ᾽ εἰσαφίκανε πόλιν θείοιο Θόαντος.» 230

 

 


 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ομήρου «Ιλιάς» Ραψωδία Ξ και στίοχοι 225-230

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Σουν Τσου Νο 2


Πριν από 2500 χρόνια, ο Σουν Τζου στο έργο του Η τέχνη του πολέμου διατύπωσε μια σειρά αρχών και παρατηρήσεων για τον πόλεμο που έχουν διαχρονική αξία. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων ότι στον πόλεμο η επίθεση πρέπει να γίνει στη στρατηγική του εχθρού, και όχι τόσο στο στρατό του. Πολύ περισσότερο στις πόλεις του.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Γιγαντοοθόνη μεταδίδει την ομιλία του Νασράλα σε συγκέντρωση της «Χεζμπολλάχ» στη Βυρητό



Στον πόλεμο του Λιβάνου το Ισραήλ αγνόησε αυτές τις βασικές αρχές:

  • Δεν εξουδετέρωσε τη στρατηγική της Χεζμπολλάχ.
  • Δεν εκμεταλλεύθηκε την αρχική αντίθεση των Αραβικών κρατών της περιοχής –Σαουδική Αραβία, Αίγυπτος, Ιορδανία– απέναντι στη Χεζμπολλάχ και τις μεθόδους της. Όσο και αν η Συρία και το Ιράν στηρίζουν τη Χεζμπολλάχ σε μια μακροχρόνια στρατηγική αποδυνάμωσής της, το Ισραήλ θα είχε με το μέρος του τα υπόλοιπα κράτη της περιοχής. Σήμερα η Χεζμπολλάχ ενισχύει τη θέση και την εικόνα της στη συνείδηση των αραβικών λαών γιατί αντιστέκεται επιτυχώς στο Ισραήλ και οι κυβερνήσεις της Σαουδικής Αραβίας, της Αιγύπτου και της Ιορδανίας είναι δύσκολο να κινηθούν ενάντια στο λαϊκό συναίσθημα.
  • Ο θάνατος των αθώων πολιτών του Λιβάνου έχει υπονομεύσει τη στρατηγική του Ισραήλ. Οι εικόνες που μεταφέρουν τα ΜΜΕ στη παγκόσμια κοινή γνώμη, στρέφουν τους φακούς της επικαιρότητας μακριά από τη Χεζμπολλάχ. Στη πραγματικότητα η δυσανάλογη Ισραηλινή απάντηση ενίσχυσε τη Χεζμπολλάχ.


Όλα τα προηγούμενα συνοψίζονται από τον Σουν Τζου με τον ακόλουθο τρόπο:


«Από αυτό βγαίνει ότι το να πολεμάς και να νικάς σε όλες τις μάχες δεν είναι η καλύτερη ικανότητα. Η μεγαλύτερη ικανότητα είναι το να συντρίβεις την αντίσταση του εχθρού χωρίς μάχη. Έτσι, η ανώτερη μορφή στρατηγικής είναι να ματαιώνεις τα σχέδια του εχθρού. Το δεύτερο στη σειρά καλύτερο πράγμα είναι να αποτρέπεις τη συνένωση των εχθρικών δυνάμεων. Το επόμενο στη τάξη είναι να επιτεθείς εναντίον του εχθρικού στρατεύματος στο πεδίο της μάχης και η χειρότερη επιλογή από όλες είναι να επιτεθείς σε τειχισμένες πόλεις».




Η στρατηγική του Ισραήλ
διαμορφώθηκε σε αντίθεση με τα διδάγματα του Σουν Τζου στο επίπεδο των σχεδίων, των συμμάχων και των πόλεων.

Στο κείμενο του Μ. Μουράτογλου «Χρόνος και ασύμμετρος πόλεμος στο Λίβανο» στις 20/7, επισημαίνεται η αξία του χρόνου, που παραχωρείται από τις ΗΠΑ στο Ισραήλ για να ολοκληρώσει τη καταστροφή της Χεζμπολλάχ.


Στο επίπεδο της διεθνούς στρατηγικής των ΗΠΑ η κίνηση αυτή αξιολογείται διαφορετικά. Οι ΗΠΑ παίρνουν το ρίσκο να αφήσουν τη στρατηγική τους –πόλεμος ενάντια στη τρομοκρατία, αλλαγές στη ισορροπία δυνάμεων στην Ασία, κ.λπ.– να καθορίζεται από τις βραχυχρόνιες τακτικές ανάγκες του ισραηλινού στρατού.

Οι ΗΠΑ θα πρέπει να επανακτήσουν τη διαχείριση του χρόνου, γιατί η αδυναμία του Ισραήλ να εξουδετερώσει τη Χεζμπολλάχ μπορεί να μεταβάλλει τη βραχυχρόνια σύγκρουση σε μακροχρόνιο πόλεμο. Όπως παρατηρεί ο Σουν Τζου:

«Γι αυτό, αν και έχουμε ακούσει για ανόητη βιασύνη στο πόλεμο, δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ η ευφυΐα να συνδέεται με μεγάλες καθυστερήσεις. Δεν υπάρχει παράδειγμα χώρας που να έχει επωφεληθεί από πόλεμο που παρατείνεται.
Μόνο ένας που ξέρει πολύ καλά τα δεινά του πολέμου, μπορεί να αντιληφθεί με ακρίβεια ποιος είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος να τον φέρει σε πέρας
».

Όσοι είναι εξοικειωμένοι με την τακτική και τη στρατηγική των ασύμμετρων πολέμων κατανοούν τη θέση του Σουν Τζου ότι ο παρατεταμένος πόλεμος δεν ευνοεί μια χώρα. Ο παρατεταμένος πόλεμος, σύμφωνα με τη στρατηγική του Μάο ευνοεί τον αδύνατο της σύγκρουσης. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή είναι η Χεζμπολλάχ.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Εκτελέσθηκαν  στη Λωρίδα της Γάζας Παλαιστήνιοι κατηγορούμενοι ότι συνεργάσθηκαν με το Ισραήλ,...

 
 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

«Χρόνος και ασύμμετρος πόλεμος στο Λίβανο» του Μ. Μουράτογλου

«η τέχνη του πολέμου» του Σουν Τσου

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2018

Ζώης Καπλάνης


 (1736-1806)

«Εθνικός ευεργέτης» στην τουρκοκρατία.

 

Γεννήθηκε στο χωριό Γραμμένο των Ιωαννίνων το 1736 μ Χ. Ο πατέρας του λεγόταν Κωνσταντίνος, από το Γραμμένο. Η μητέρα του ήταν από το χωριό Τζιουντίλα. Από μικρός έχασε την μητέρα του και όπως λέγεται υπόφερε τόσο, που οι συγχωριανοί του τον έλεγαν «Πικροζώη».


Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε, και μετά από λίγα χρόνια απεβίωσε αφήνοντας τον Ζώη εντελώς ορφανό. Χωρίς αδέρφια, και με καμία περιουσία ο Ζώης σε μικρή ηλικία, ανέλαβε την υποχρέωση να θρέφει την μητριά του. Νοίκιαζε γαϊδουράκι και πήγαινε στο κοντινό δάσος, το λεγόμενο «Μεγαλόγγο» για να κόβει ξύλα, τα οποία μετέφερε στα Γιάννενα και τα πουλούσε. Μια μέρα η μητριά του τον έδιωξε βάναυσα από το σπίτι, και έτσι ο Ζώης εγκατέλειψε το Γραμμένο και πήγε στα Γιάννενα για να βρει καλύτερη μοίρα. Στα 14 μόλις χρόνια του ο Ζώης Καπλάνης ήρθε στα Γιάννενα, όπου και τον περιμάζεψαν κάποιοι συγγενείς του – γουνέμποροι το επάγγελμα – και τον είχαν για ένα χρονικό διάστημα υπό την προστασία τους.

Εκεί τέθηκε υπό την προστασία του πλούσιου Κονιτσιώτη γουνεμπόρου και επίσης ευεργέτη Παναγιώτη Χατζηνίκου. Με την πάροδο των ετών ο Χατζηνίκου αντιλαμβανόμενος την αξία και την φιλομάθεια του Καπλάνη, ο οποίος στο μεταξύ είχε μάθει μόνος του γραφή και ανάγνωση, τον απάλλαξε από τις χειρωνακτικές εργασίες και τον προσέλαβε ως υπάλληλο του ενώ μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα τον έχρισε γραμματικό του και στη συνέχεια συνέταιρό του.

Η ξενιτιά για τους Έλληνες και, ειδικότερα, για τους Ηπειρώτες υπήρξε στίβος διάκρισης, αν και στο τέλος πάντοτε «πλειότερα ήσαν τα πάθια της παρά το διάφορό της», έτσι υπό την νέα του ιδιότητα, ο Καπλάνης ανάπτυξε την επιχείρηση που είχε ως έδρα το Βουκουρέστι, όπου ο Χατζηνίκος διατηρούσε ένα δεύτερο μεγάλο οίκο γουναρικών, Από το Βουκουρέστι ο Χατζηνίκος τον στέλνει στην  Νίζνα  της Ουκρανίας όπου ζούσαν πολλοί Ηπειρώτες, ενώ από το 1771 εγκαταστάθηκε μόνιμα στη Μόσχα.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Καπλάνης και ο Χατζηνίκος θα συναντηθούν στο Βουκουρέστι και θα λύσουν συναινετικά την εμπορική τους σχέση, αφού κανόνισαν πρώτα όλους τους κοινούς λογαριασμούς τους. Ο Καπλάνης ξαναγυρίζει στη Μόσχα, όπου νοικιάζει ένα ταπεινό κελί στο γραικικό μοναστήρι του Αγίου Νικολάου και κάνει μια λιτή και μετρημένη ζωή. Δουλεύοντας σκληρά και έξυπνα, σύντομα γίνεται ένας από τους πιο αξιόπιστους και πετυχημένους μεγαλέμπορους γουναρικών της Ευρώπης. Γρήγορα σχημάτισε αμύθητη περιουσία. Στη Μόσχα συνδέεται με στενή φιλία με το συμπατριώτη του Ζώη Ζωσιμά, ο οποίος τον μύησε στην ιδεολογία της ευεργεσίας.

 

Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα που πρέπει να ειπωθεί για τον «ερημίτη της Μόσχας», όπως τον φώναζαν πια για τον ασκητικό του βίο, μιας και κάθε δεκάρα που είχε βγάλει έπρεπε τώρα να πάει στην Ελλάδα. Ό,τι έκανε, δεν το έκανε για οικονομικά παιχνίδια ή ακόμα και την υστεροφημία του, καθώς όπως θα δούμε τέτοια θέματα δεν τον απασχόλησαν ποτέ. Ορφανός από παιδί και «ιδεολόγος άγαμος» αργότερα, σαν το πρότυπό του τους Ζωσιμάδες, ο Καπλάνης μετατράπηκε σε αυθεντικό σύμβολο εθνεγερσίας για τους υπόδουλους Ηπειρώτες και όχι μόνο, μιας και ο ίδιος καταφρονούσε τον πλούτο και ζούσε σαν ασκητής! Ακολουθώντας το παράδειγμα των έξι αδερφών Ζωσιμάδων παρέμεινε άγαμος, ώστε να μπορέσει να αφοσιωθεί απερίσπαστος «στο πρώτον και θείο έργον, το οποίον είναι διά παντός το καλόν της πατρίδος», όπως έλεγε και όπως έκανε πράξη σε όλη του τη ζωή. Από τη Μόσχα δεν ξανάφυγε μέχρι το τέλος της ζωής του, στην οποία από την πρώτη στιγμή άρχισε να βοηθάει δικούς του και ξένους συνανθρώπους του.

 

Ο Καπλάνης ανήκει στην κατηγορία των πρωτοπόρων εθνικών ευεργετών, μιας και έδρασε και πέθανε πριν από την Επανάσταση του 1821. Ήταν μάλιστα ο πρώτος που του απονεμήθηκε επισήμως ο χαρακτηρισμός του «εθνικού ευεργέτη». Ήταν ένας «σεμνός και διακριτικός ευεργέτης», ο ξενιτεμένος ευεργέτης. Οι ταξιδεμένοι όμως δεν έβρισκαν πάντοτε τον δρόμο του γυρισμού αλλά πάντοτε, όσο ήταν μπορετό, μεριμνούσαν να μην στερηθούν αυτοί που έμειναν πίσω, αυτοί που έμειναν να παλεύουν με τις αγκούσες της φτώχειας και τις σκοτούρες της υποτέλειας, όσα οι ίδιοι στερήθηκαν.

«Η ξενιτιά, η φυλακή, η φτώχεια, η ορφάνια

Τα τέσσερα ζυγιάστηκαν σ’ ένα βαρύ καντάρι

Και πιο βαριά η ξενιτιά με τα πολλά φαρμάκια.».

 

Πολλά από τα πλούτη του, ο Καπλάνης τα διέθετε για εθνοφελής σκοπούς:

Ίδρυσε το 1797 την Καπλάνειο Σχολή στα Ιωάννινα (Στο κτήριο της καπλάνειας σχολής στεγάζεται το 1ο δημοτικό σχολείο Ιωαννίνων (Ελισαβετειο) και το 2ο δημοτικό σχολείο Ιωαννίνων - Καπλάνειο). Την οποία προίκησε με αξιόλογη βιβλιοθήκη, εργαλεία Φυσικής κλπ Πρέπει να τονιστεί ότι το 73% της περιουσίας του διατίθεται για τη μεγάλη του αγάπη, την Καπλάνειο Σχολή, για την οποία πρόβλεψε και την οικονομική ενίσχυση των φτωχών μαθητών αλλά και τη μισθοδοσία τριών καθηγητών των ξένων γλωσσών!

Το Σχολείο στο Γραμμένο το έκτισε ο Ζώης Καπλάνης και ανέλαβε και τα λειτουργικά του έξοδα.

Ενώ μέσω της διαθήκης του δώρισε σημαντικά χρηματικά ποσά στις σχολές της Πάτμου και του Αγίου Όρους καθώς και κληροδότημα για το νοσοκομείο των Ιωαννίνων και για άλλους φιλανθρωπικούς σκοπούς αλλά και στο τόπο που τον πλούτησε δεν φέρθηκε αγνώμονα άφησε το 1797 κληροδότημα 10.000 ρούβλια  στο Βασιλικό Ορφανοτροφείο της Μόσχας με τον όρο να στέλνονται οι τόκοι στους επιτρόπους των εκκλησιών των Ιωαννίνων με σκοπό την ενίσχυση των φτωχών κατοίκων του Γραμμένου και της Ζοντίλας (τόπος καταγωγής της μητέρας του) και του στο Νοσοκομείου Ιωαννίνων. Το 1798 αναλαμβάνει τη συντήρηση της άπορης πλέον Μαρουτσικής Σχολής, δημιουργώντας νέο «κτίριονευρύχωρον» βιβλιοθήκη και, καταθέτοντας αργότερα, το 1806, υπέρ αυτής 100.000 ρούβλια. Ταυτόχρονα θέτει τη Σχολή υπό την κηδεμονία της Εκκλησίας και καταθέτει εφάπαξ, οικονομική βοήθεια στη Μεγάλη του Γένους Σχολή 7.500 γρόσια.

Με την διαθήκη του, στις 15-08-1806, ορίζει να κατατεθούν πάντοτε, «αιωνίως» 10.000 ρούβλια, με σκοπό να προικίζονται τα φτωχά κορίτσια, από τα χωρία Γραμμένο και Τζιουντίλα, σημερινό Ζωοδόχος και, άλλα 10.000 ρούβλια για τους φτωχούς των ίδιων χωριών, του δικού του και της μάνας του. Επίσης αφήνει 10.000 ρούβλια για τους φυλακισμένους των Ιωαννίνων, 5.000 για την Πατμιάδα Σχολή και, άλλες τόσες για την Αθωνιάδα. Ακόμη αφήνει 6.000 για να προικίζονται τα άπορα κορίτσια της πόλης των Ιωαννίνων και, 2.000 υπέρ του Νοσοκομείου Νίζνας της Ρωσίας.

Όταν κάποτε  διαβάζαμε στα Αναγνωστικά του Δημοτικού Σχολείου για τους Μεγάλους Εθνικούς Ευεργέτες, σαν τον Ηπειρώτη, Ζώη Καπλάνη, ο οποίος θυσίασε τους κόπους μιας ζωής  για την Πατρίδα, σήμερα κάποιοι ξοδεύουν τους κόπους μιας Πατρίδας για τη δική τους ζωή! Ούτε τα χρήματα που έχουν καταθέσει σε τράπεζες του Εξωτερικού δεν επιστρέφουν για να βοηθήσουν την Ελλάδα!....

 

Ο Ζώης Καπλάνης απεβίωσε στις 20 Δεκεμβρίου του 1806 σε ηλικία 70 ετών στη Μόσχα.  Ενταφιάστηκε στο σταυροπηγιακό μοναστήρι του Ντονσκόι. Πάνω στην ταφόπλακα του Καπλάνη μέσα στο κοιμητήριο ρωσικού μοναστηριού της Μόσχας, κάποιος χάραξε μια επιτύμβια επιγραφή.

 


Παρά την τραχιά γλώσσα και τους προχειρογραμμένους δεκαπεντασύλλαβους, ένα από τα δίστιχα παρέχει μια καλή εικόνα για το ποιος ήταν ο Καπλάνης:

«Όλην του την κατάσταση έθυσε μ’ ευκαρδίαν

 για φωτισμό Πατρίδος του και για φιλοπτωχίαν».

 

Τρία χρόνια μετά τον θάνατό του εκδόθηκε στη Μόσχα η ρωσική βιογραφία του. Τα «Σπάνια έργα ευποιίας του Ζώη Καπλάνη» μεταφράστηκαν αργότερα στα ελληνικά.

 

Στο Δημοτικό Σχολείο του Γραμμένου το 2017 κάποιοι ευσυνείδητοι δάσκαλοι οργάνωσαν θεατρική παράσταση της ζωής του «Πικροζώη».

 

Το κείμενο που ακολουθεί (με κάποιες μικρές απλοποιήσεις στην ορθογραφία του) ιστορεί τα έργα και τις ημέρες του Ζώη Καπλάνη και προέρχεται από το Αναγνωστικό της Ε΄ δημοτικού του 1966, διότι πριν από μερικά χρόνια, που η φιλοπατρία δεν ήταν ντεμοντέ όπως σήμερα, οι μαθητές μας διδάσκονταν πως στον τόπο μας δεν ήταν ανέκαθεν ο βίος φιλοτομάρης και πως υπήρξαν άνθρωποι σαν τον Ζώη Καπλάνη.

 


 

  Ο ΖΩΗΣ ΚΑΠΛΑΝΗΣ

 

Μιάμιση ὥρα μακριὰ ἀπ’ τὰ Γιάννινα, δυτικά, ἁπλώνεται μιὰ χαριτωμένη σειρὰ ἀπὸ ψηλώματα, γεμάτη ἀπὸ σκόρπια χωριουδάκια κάτασπρα. Πιὸ βορινά, σ’ ἕνα πολὺ ὄμορφο ψηλὸ πλάτωμα βρίσκονται τὰ Γραμμενοχώρια, ὁλόασπρα κι αὐτά, ὄχι γιατὶ εἶναι ἀσβεστωμένα, ἀλλὰ γιατὶ τά ᾽χουν χτισμένα μὲ πέτρες ἄσπρες, κι οἱ σκεπές τους εἶναι τὸ ἴδιο σκεπασμένες μὲ πλάκες ἄσπρες. Τὸ χῶμα εἶναι κοκκινωπό, καὶ μονάχα τὴν ἄνοιξη πρασινίζει καὶ τὸ θέρος χρυσοκιτρινίζει. Πάνω σὲ μιὰ πανέμορφη βουνοπλαγιὰ βρίσκεται τὸ Γραμμένο· γραμμένο λέει ὁ λαός, τὸ πολὺ ὄμορφο, ποὺ εἶναι σὰ ζωγραφιστό, (π.χ. τὰ φρύδια τὰ γραμμένα) καὶ τέτοιο εἶναι στ’ ἀλήθεια τὸ Γραμμένο, ποὺ ἀπὸ τὸ ψήλωμά του, μὲ τὸν ἀνοιχτὸ ὁλόγυρα ὁρίζοντα, φαίνεται σὰν ἀφέντης ὅλων τῶν ἄλλων χωριῶν ποὺ τὸ προσκυνοῦν. Στὸ ὄμορφο Γραμμένο γεννήθηκε ὁ πατέρας καὶ στὴ Τζουντίλα, ἕνα ἄλλο χωριουδάκι, γεννήθηκε ἡ μητέρα ἑνὸς παιδιοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο πολὺ δυστυχισμένο. Κι ὅμως σὰ μεγάλωσε δὲ σκέφτηκε παρὰ πῶς νὰ κάνει καλὸ στοὺς ἄλλους. Αὐτὸ τὸ πολὺ φτωχὸ παιδί, ποὺ ἔγινε εὐεργέτης τῆς πατρίδας του, εἶναι ὁ Ζώης Καπλάνης. Γεννήθηκε στὸ Γραμμένο στὰ 1736. ῏Ηταν μωρὸ στὴν κούνια ὅταν ὀρφάνεψε ἀπὸ μητέρα. ῾Ο πατέρας του ξαναπαντρεύτηκε· μὰ ὕστερ’ ἀπὸ λίγα χρόνια πέθανε κι αὐτὸς κι ὁ Ζώης ἔμεινε πεντάρφανος. ῾Η μητριά του ἦταν ἀπὸ τὶς ἄπονες κι ἄσπλαχνες ἐκεῖνες γυναῖκες ποὺ βασανίζουν τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰ βρίζουν: «ξένη γέννα». Μάνας φιλὶ καὶ μάνας χάδι δὲν ἔνιωσε ὁ κακόμοιρος ὁ Ζώης. Εἶχαν καὶ μεγάλη φτώχεια, κι ὁ Ζώης ἀναγκάστηκε ἀπὸ μικρὸ ἀγοράκι νὰ δουλεύει γιὰ νὰ θρέφει τὴ μητριά του. ῞Ενας γείτονας εἶχε ἕνα γαϊδούρι· τὸ ἔπαιρνε ὁ μικρὸς  Ζώης, πήγαινε στὸ δάσος ποὺ τὸ λένε Μεγαλόγγο, ἔκοβε ξύλα, ξενυχτοῦσε στὸ δάσος καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὰ πήγαινε στὰ Γιάννινα καὶ τὰ πουλοῦσε. ῾Η κουραστικὴ δουλειὰ τοῦ παιδιοῦ λογαριάζονταν ἴσα μὲ τοῦ γαϊδάρου· γιατὶ τὸ κέρδος τὸ μοίραζαν σὲ δυό, καὶ τὸ ἕνα τὸ ἔπαιρνε τὸ ἀφεντικὸ τοῦ γαϊδάρου καὶ τ’ ἄλλο ὁ Ζώης. Μὰ δὲν ἦταν προκοπὴ ἀπὸ τέτοια δουλειά· ἡ μητριὰ δὲ χόρταινε ψωμὶ καὶ ξεθύμαινε στὸ Ζώη. Τὸν ἔδερνε συχνά· κι ἕνα Σαββατόβραδο, τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῆς ᾽Ορθοδοξίας -αὐτὴ τὴν ἡμέρα δὲν τὴν ξέχασε στὴ ζωή του ὁ Ζώης- ἀφοῦ τὸν ἔδειρε ἀκόμη πιὸ σκληρά, τὸν ἔδιωξε ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ τοῦ εἶπε νὰ μὴν ξαναπατήσει. Ποῦ νὰ πάη τὸ κατατρεγμένο καὶ διωγμένο ὀρφανό, τὸ ριγμένο ἀπ’ τὴ φωλιά του ἀπροστάτευτο πουλάκι; Τράβηξε πρὸς τὰ Γιάννινα, ῏Ηταν σούρουπο κι ἄρχισαν ν’ νάβουν τὰ φῶτα. Τὸ παιδὶ μπῆκε σ’ ἕνα χάνι.

 

– Τί Θέλεις ἐδῶ; τὸν ρωτᾶ ὁ ἄνθρωπος τοῦ χανιοῦ.

 

– Νὰ περάσω τὴ νύχτα σὲ μιὰ κόχη, στὸ στάβλο μὲ τᾶ ζῶα· εἶμαι ὀρφανό, ἔρημο.

 

– ῎Οξω! τοῦ φωνάζει ὁ ξενοδόχος· κι ἦταν ἕτοιμος νὰ τὸ διώξει.

 

Τὸ παιδί, δεύτερη φορὰ διωγμένο, ἔφυγε φοβισμένο. Εἶχε πιὰ νυχτώσει. Στοὺς δρόμους ἦταν ἡσυχία. Τὸ παιδὶ εἶδε μπροστά του ἕνα ἀρχοντόσπιτο, ποὺ τὴ μεγάλη πόρτα του τὴ σκέπαζε μιὰ μικρὴ σκεπή. ᾽Εκεῖ πῆγε καὶ στριμώχτηκε νὰ περάσει τὴ νύχτα. Μὲ τὴν ἀθώα πληγωμένη ψυχή του ἔκαμε τὴν προσευχή του στὸ Θεὸ κι ἀποφάσισε ν’ ἀποκοιμηθεῖ. Μὰ ποῦ ὕπνος! Ἀπὸ τὸ πρωὶ δὲν εἶχε βάλει τίποτε στὸ στόμα του καὶ πεινοῦσε πολύ. ῏Ηταν καὶ κρύο καὶ φυσοῦσε… Δὲν μπόρεσε νὰ κλείσει μάτι. Κάπου κάπου συλλογιζόταν τὴ μοίρα του, ἔβλεπε τὸν ἑαυτό του χωρὶς κανένα βοηθὸ στὸν κόσμο, χωρὶς ἐλπίδα, τὸ ἔπιανε τὸ παράπονο κι ἔκλαιγε σιωπηλά. ῎Ετσι πέρασε ὅλη τὴ νύχτα καὶ μονάχα κατὰ τὰ χαράματα, ἀποκαμωμένο, βυθίστηκε σὲ βαθὺ ὕπνο.

 

Ξημέρωσε ἡ μεγάλη γιορτή. Τὸ πλούσιο ἀφεντικὸ τοῦ σπιτιοῦ κατέβηκε νὰ πάει στὴν ἐκκλησία. Σκουντώντας τὴν πόρτα γιὰ ν’ ἀνοίξει νιώθει ἕνα ἐμπόδιο· σκύβει τὸ κεφάλι του καὶ βλέπει κάτι σὰ δέμα μπροστὰ στὴν πόρτα του· τὸ ἐμπόδιο ἐκεῖνο ἦταν ἕνα ἀνθρώπινο κουρέλι, ἦταν ὁ Ζώης… Τὸ παιδὶ τινάχτηκε ἀπάνω τρομαγμένο· λίγα λεπτὰ τὸ ἀφεντικὸ καὶ ὁ Ζώης κοιτάχτηκαν ἄφωνοι ἀπὸ ἔκπληξη. Στὸ τέλος τοῦ λέει τ’ ἀφεντικό:

 

– Πῶς βρέθηκες ἐδῶ, παιδί μου;

 

῾Ο τόνος τῆς φωνῆς ἐδῶ δὲν ἦταν σκληρὸς σὰν τοῦ ἀνθρώπου τοῦ χανιοῦ. ῏Ηταν πονετικός· τὸ παιδὶ τὸ νιώθει καὶ λέει τὸν πόνο του. ῾Ο πλούσιος συγκινήθηκε· βλέποντάς το τόσο χλωμό, βασανισμένο, καὶ τόσο κακοντυμένο, νὰ τρέμει, φώναξε τοὺς ὑπηρέτες, διάταξε νὰ περιμαζέψουν τὸ ἔρημο, νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάει, νὰ τὸ ντύσουν, κι ὕστερα κίνησε σὰν ἀληθινὸς χριστιανὸς γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ὅταν γύρισε φώναξε τὸ παιδὶ καί, μέ τρόπο γλυκό, τὸ ρώτησε γι’ ἄλλες λεπτομέρειες. Ὁ Ζώης ἀπαντοῦσε μὲ θάρρος, καὶ φαινόταν ἔξυπνο παιδί.

 

– Ἀφοῦ σ’ ἔστειλε ὁ Θεὸς στὸ σπίτι μου, τοῦ λέει στὸ τέλος, θὰ μείνεις ἐδῶ. ῾Η δουλειά σου θά ᾽ναι νὰ βοηθᾶς τὸ μάγειρο· μὰ ἂν σὲ στέλνουν καὶ γιὰ κανένα θέλημα στὴν ἀγορά, θὰ πηγαίνεις.

 

῾Ο πονόψυχος αὐτὸς Γιαννιώτης ἄρχοντας λεγόταν Παναγιώτης Χατζῆ – Νίκου. Μὲ πόση εὐγνωμοσύνη πῆρε τὸ ἔρημο παιδὶ τὸ χέρι τοῦ εὐεργέτη του καὶ τὸ φίλησε καὶ μὲ πόση προθυμία ἔκανε ὅλες τὶς δουλειές! Μὰ εἶχε ἕνα μεγάλο κρυφὸ καημό· ἤθελε νὰ μάθει γράμματα. Τὰ βράδια, μετὰ τὸ δεῖπνο, δἐν εἶχε πιὰ δουλειά· κι ὅταν ἀποτραβιόταν στὴν καμαρούλα του, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ μαγειρειὸ ἔλεγε μὲ τὸ νοῦ του:

 

– Νά ὥρα γιὰ διάβασμα καὶ γιὰ γράψιμο.

 

῾Ο κὺρ Παναγιώτης Χατζῆ – Νίκου ἦταν ἔμπορος γουναρικῶν. ῞Οταν οἱ ἀγοραστὲς ἀγόραζαν γοῦνες ἀπὸ τὸ μεγάλο κατάστημα, κάποτε ἔδιναν τὸ δέμα τοῦ Ζώη νὰ τὸ πάει στὰ σπίτια τους κι ᾳὐτοὶ ἔδιναν κάποιο δῶρο στὸ μικρὸ ὑπηρέτη. Ἅμα εἶδε στὰ χέρια του λίγα λεπτὰ ὁ Ζώης, ἀμέσως σκέφτηκε τὰ γράμματα. Ἀγόρασε μιὰ φυλλάδα ποὺ εἶχε μέσα τὸ Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία, καὶ στὴν ἀρχὴ τὸ «Σταυρὲ βοήθα με», μ’ ἕνα δάσκαλο καλόγηρο καὶ παιδιὰ μὲ ράσα. Ἀγόρασε καὶ χαρτὶ καὶ πένα. Καὶ τὴ νύχτα, στὴ μοναξιά, ἐνῶ ὅλο τὸ σπίτι ἦταν βυθισμένο στὴ σιωπὴ καὶ στον ὕπνο, ὁ Ζώης σκυμμένος πάνω στὴ φυλλάδα ἢ στὸ χαρτί, διάβαζε ἢ ἔγραφε, καὶ κοπίαζε καὶ παιδευόταν νὰ μάθη – ἄχ! μὲ πόση δυσκολία καὶ μὲ τί λαχτάρα γράμματα μόνος του.

 

Μιὰ νύχτα ποὺ ὁ Χατζῆ – Νίκου εἶχε ἀυπνία, προχώρησε πρὸς τὸ μαγειρειὸ καὶ εἶδε φῶς στὴν καμαρούλα. «Τί τρέχει;» σκέφτηκε ἀνήσυχος· καὶ χτύπησε τὴν πόρτα νὰ μπεῖ. Τὸ φῶς ἔσβησε μονομιᾶς· ἡσυχία. Φωνάζει τὸ ἀφεντικό· καμιὰ ἀπάντηση· τότε, θυμωμένος διατάζει ν’ ἀνοίξει ἡ πόρτα· ἀνοίγει, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ὁ Ζώης πέφτει στὰ πόδια τοῦ ἀφεντικοῦ του καὶ τοῦ ξομολογιέται πὼς αὐτὸς εἶχε τὸ καντήλι ἀναμμένο, γιὰ νὰ διαβάζει, νὰ μάθει γράμματα…

 

– Καλά, τοῦ εἶπε τ’ ἀφεντικό, δὲν πειράζει· μόνο ἔπρεπε νὰ τὸ ξέρω.

 

῎Εκαμε πὼς θύμωσε, μὰ δὲ θύμωσε· τὸ φέρσιμό τοῦ παιδιοῦ τὸν συγκίνησε, καὶ τὴν ἄλλη μέρα, τὸ πρωί, φωνάζει τὸ Ζώη στὸ γραφεῖο του καὶ τοῦ λέει:

 

– Ζώη, ἀπὸ σήμερα δὲν εἶναι ἀνάγκη πιὰ να κάνεις τὶς χοντροδουλειὲς. Ἀπὸ σήμερα δουλειά σου εἶναι νὰ φροντίζεις γιὰ τὰ ψώνια τοῦ σπιτιοῦ. Τὶς ἄλλες ὧρες θὰ εἶσαι στὸ κατάστημα καὶ θά’ χεις, καιρὸ νὰ διαβάζεις καὶ νὰ γράφεις.

 

᾽Εκεῖνα τὰ χρόνια τὸ ἐμπόριο τῶν γουναρικῶν ἔδινε μεγάλα κέρδη πλούσιοι καὶ φτωχοί, ἄντρες καὶ γυναῖκες, φοροῦσαν τότε γοῦνες, ἄλλοι φτηνές, ἄλλοι ἀκριβὲς καὶ πολύτιμες. ᾽Εκτὸς ἀπὸ τοὺς ράφτες ποὺ εἶχε στὸ κατάστημα ὁ Χατζῆ – Νίκου, ἔδινε δουλειὰ καὶ στὰ σπίτια, σὲ νοικοκυρές. Αὐτὴν τὴν ὑπηρεσία τὴν ἔδωσε τώρα στὸ Ζώη τ’ ἀφεντικό του.῾Ο Ζώης φρόντιζε νὰ μοιράζει κάθε Δευτέρα πρωὶ στὶς γυναῖκες ποὺ δούλευαν στὰ σπίτια τους τὶς γοῦνες ποὺ ἦταν γιὰ ράψιμο, καὶ κάθε Σάββατο βράδυ νὰ τὶς παραλαβαίνει ραμμένες, πληρώνοντας τὴν ἀξία τῆς δουλειᾶς καὶ κρατώντας τακτικοὺς λογαριασμοὺς γιὰ ὅλα. Τὴ δουλειὰ αὐτὴ τὴν ἔκανε μὲ τέτοια προθυμία, μὲ τέτοια ὄρεξη, μὲ τέτοια τάξη, ποὺ ὁ Χατζῆ – Νίκου τὸ εἶχε κρυφὴ χαρὰ πὼς εἶχε τέτοιον ξεχωριστὸ ὑπάλληλο στὴν ὑπηρεσία του. Ὁ Ζώης βλέποντας ἐμπρός του κάθε μέρα νὰ ράβουν γοῦνες, ἐξετάζοντας καὶ προσέχοντας ὁλοένα τὸ ράψιμο, θέλησε νὰ δοκιμάσει ἄν κι αὐτὸς μποροῦσε νὰ ράψει. ῎Εραψε μιά, τὴν πέρασε μαζὶ μὲ τὶς ἄλλες, κανένας δὲν ἔνιωσε τὴ διαφορά. Μπορεῖ νὰ μὴν εἶχε καὶ διαφορὰ καὶ νὰ ἦταν κι ἐκείνη ἡ γούνα καλοραμμένη σὰν τὶς ἄλλες. ῏Ηταν ὅμως δικό του τὸ ἀντίτιμο τῆς ἐργασίας· τὸ εἶχε κερδίσει μὲ τὸν κόπο του. Ἀγόρασε τώρα ἕνα Φτωήχι (᾽Οκτώηχο ), τὸ βιβλίο ποὺ ἐρχόταν μετὰ τὴ φυλλάδα, ποὺ εἶχε τελειώσει· ἀγόρασε καὶ μιὰ Ἀριθμητική· ἀγόρᾳσε ὅμως καὶ κάτι ἄλλο: κεριά, σπερματσέτα.

 

– Νὰ διαβάζω καὶ νὰ γράφω καὶ κάποτε, νὰ ράβω εἶναι δική μου δουλειά· δὲν εἶναι δίκιο ὅμως γι’ αὐτὰ νὰ ξοδεύω τὸ λάδι τ’ ἀφεντικοῦ μου, εἶπε μὲ τὸ νοῦ του. Κι ἐνῶ ὅλοι στὸ ἀρχοντικὸ τοῦ Χατζῆ – Νίκου κοιμόνταν, ο Ζώης, μονάχος, ἔγραφε, διάβαζε, ἔκανε λογαριασμούς, μὰ ἔραβε καὶ καμιὰ γούνα, γιὰ νὰ βγάζει ὅ,τι τοῦ χρειαζόταν γιὰ βιβλία, πένες, χαρτιὰ καὶ κεριά. Μιὰ νύχτα κάνοντας τὸ γύρο τοῦ σπιτιοῦ ὁ Χατζῆ – Νίκου εἶδε φῶς στὴν κάμαρα τοῦ Ζώη πάλι, καὶ χτύπησε νὰ τοῦ ἀνοίξει. Τώρα ὅμως δὲν ἔσβησε τὸ φῶς ὁ Ζώης· ἄνοιξε τὴ θύρα ἀμέσως, καὶ τοῦ λέει μἐ θάρρος:

 

– Ἀφεντικό, δουλεύω μὲ δικό μου φῶς· καὶ τοῦ ἔδειξε τὰ κεριὰ ποὺ εἶχε ἀγοράσει.

 

῾Ο γουναρέμπορος συγκινήθηκε πολύ· καὶ τοῦ λέει μισοθυμωμένα τάχα:

 

– Καλά, καλά· ἀπὸ αὔριο δὲν ἔχεις νὰ κάμεις πιὰ καμιὰ δουλειὰ τοῦ σπιτιοῦ· θ’ ἀφοσιωθεῖς στὸ μαγαζί· θὰ δουλεύεις ἐλεύθερα, ὅπως θέλεις· ἀπὸ αὔριο θὰ ἔχεις καὶ μισθὸ ἀνάλογο μὲ τὴν ἀξία σου, μὲ τὸ ζῆλο σου καὶ μὲ τὴν προκοπή σου! Μόνο στὶς ἐγωιστικὲς καρδιὲς δὲ φυτρώνει ἡ εὐγνωμοσύνη. Οἱ εὐγενικὲς ψυχὲς ποτὲ δἐν ξεχνοῦν τὴ χάρη. ῾Ο Ζώης ἦταν εὐγενικιὰ ψυχή. Μὲ πιὸ πολλὴ προσπάθεια λοιπὸν ἀφοσιώθηκε στὴν ἐργασία τοῦ εὐεργέτη του. ῎Εξυπνος κι ἐργατικὸς ὅπως ἦταν, ἔμαθε στὴν ἐντέλεια τὸ ἐμπόριο τῆς γουναρικῆς· μελετοῦσε, μάθαινε καθετί ποὺ τοῦ χρειαζόταν.

 

᾽Εκεῖνα τὰ χρόνια γινόταν μιὰ ἐμποροπανήγυρη στὴν Καστοριὰ τῆς Μακεδονίας. ῾Ως τότε ὁ Χατζῆ – Νίκου ἔστελνε ἀντιπρόσωπό του ἕνα γέρο ὑπάλληλο, ποὺ τὸν εἶχε ἀπὸ καιρὸ στὴ δουλειά του. Τώρα ἔστειλε μαζί του καὶ τὸ Ζώη Καπλάνη. Τί διαφορὰ ἀπὸ τὶς ἄλλες χρονιές. ῏Ηρθαν νέοι πελάτες· ἔγιναν καινούριες ἀγοραπωλησίες. Μεγάλα ἦταν τὰ κέρδη τοῦ Χατζῆ – Νίκου, ποὺ ἤξερε νὰ ἐκτιμᾶ τὴν ἀφοσίωση, καὶ ἔδωσε, μόνος του, ἕνα μέρος ἀπὸ τὰ κέρδη στὸν πιστό του Ζώη. Οἱ δουλειὲς τοῦ Χατζῆ – Νίκου προόδευαν ὁλοένα. Κι αὐτὸς κι ὁ Ζώης ἔνιωθαν πὼς τὰ Γιάννινα ἦταν πιὰ στενὸ μέρος γιὰ ἐμπόριο. ῎Ετσι τ’ ἀποφάσισαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴν ῎Ηπειρο, ὅπως τὸ συνηθίζουν οἱ ᾽Ηπειρῶτες, καὶ νὰ πᾶνε στὴ Βλαχία, στὸ Βουκουρέστι.

 

– Ζώη, τοῦ λέει, ὁ Χατζῆ – Νίκου ὅταν ἔφτασαν ἐκεῖ· τώρα ἔχεις κάμποσα κεφάλαια, κερδισμένα μὲ τὴν τιμή σου καὶ τὴ δούλεψή σου· ἀλλὰ τὸ μεγαλύτερο κεφάλαιό σου εἶναι, ἡ δραστηριότητά σου και ἡ μεγάλη τιμιότητά σου. Ἀπὸ σήμερα θὰ εἶσαι σύντροφος στὰ κέρδη.



 

Ὁ Ζώης πῆρε τὸ χέρι τοῦ προστάτη του νὰ τὸ φιλήσει ἀλλὰ αὐτὸς δὲν τὸν ἄφησε· τοῦ ἔσφιξε μόνο τὸ δικό του χέρι, σὰν νὰ ἤθελε νὰ πεῖ πῶς ἀπὸ δῶ καὶ πέρα ἦταν σχεδὸν ἴσοι, στὰ κέρδη καὶ σὲ ὅλα. Ὁ Χατζῆ – Νίκου ἐγκαταστάθηκε στὸ Βουκουρέστι. ῾Ο Ζώης ἄρχισε ἐμπορικὰ ταξίδια· ἀγόραζε, πουλοῦσε πάντα μὲ ὠφέλεια· πῆγε στὴ Ρωσία, στὴ Λειψία τῆς Γερμανίας, ποὺ γίνεται μεγάλο ἐμπόριο γουναρικῶν, στὴ Βιέννη, ὕστερα γύρισε πίσω στῆ Ρωσία· ἔκανε περιοδεῖες· ὕστερα ἐγκαταστάθηκε στὴ Μόσχα. Στὸ τέλος ξαναγύρισε στὸ Βουκουρέστι, καὶ παράδωσε στὸ Χατζῆ – Νίκου καταλεπτῶς τοὺς λογαριασμούς. Σὲ κάθε ἐπιχείρηση φαινόταν ἡ ἐμπορικὴ ἐξυπνάδα καὶ ἡ τιμιότητα τοῦ Ζώη. Μεγάλα κέρδη ἔφερε στὴν ἑταιρεία ὁ Ζώης, κι ὅταν ὁ Χατζῆ – Νίκου θέλησε νὰ τὸν εὐχαριστήσει γιατὶ μὲ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀφοσίωσή του τριπλασίασε τὴν περιουσία του, ὁ Ζώης, ὁ ἄντρας Ζώης, ὁ ἔμπορος, πῆρε τὸ χέρι τοῦ ἄλλοτε ἀφεντικοῦ του καὶ τοῦ εἶπε μὲ δάκρυα:

 

– Θυμᾶσαι τὸ ἀνθρώπινο κουρέλι ποὺ βρῆκες, χρόνια τώρα, μιὰ Κυριακὴ πρωὶ μπροστὰ στὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ σου; ῏Ηταν πεινασμένο κι ἔτρεμε ἀπὸ τὸ κρύο· ἦταν διωγμένο κι ἦταν ἔρημο στὸν κόσμο. ᾽Εσὺ ἅπλωσες τὸ χέρι σου καὶ γλίτωσες τὸ δυστυχισμένο ποὺ χανόταν. Καὶ βρῆκα ψωμὶ κοντά σου καί, τὸ καλύτερο, βρῆκα, ἄσυλο. Σὺ στάθηκες ὁ προστάτης μου κι ὁ δάσκαλος μου· ἡ καλοσύνη σου καὶ τὸ καλό σου παράδειγμα μ’ ἔκαμαν ὅ,τι εἶμαι. Ὅ,τι εἶμαι τὸ χρωστῶ σὲ σένα. Ὅ,τι ἔχω, ἀπὸ σένα τὸ ἀπόχτησα. Σοῦ φάνηκα πιστός, σοῦ ἔδειξα ἀγάπη καὶ ἀφοσίωση; ῾Ως κι ὁ σκύλος νιώθει τὴν καλοσύνη ποὺ τοῦ κάνουν, τὴ θυμᾶται, καὶ δείχνει τὴν εὐγνωμοσύνη του. Πῶς μποροῦσα ἐγὼ νὰ φανῶ χειρότερος ἀπὸ σκύλο;

 

Τὰ λόγια αὐτὰ συγκίνησαν βαθιὰ τὸ Χατζῆ – Νίκου. ῎Εκλαιε, καὶ σηκώθηκε κι ἀγκάλιασε τὸ Ζώη, ψιθυρίζοντας:

 

– Παιδί μου, παιδί μου, νά ᾽χεις τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.

 

Τὴν ἄλλη μέρα, ἀφοῦ σηκώθηκαν ἀπὸ τὸ τραπέζι, λέει ὁ  γουναρέμπορος στὸ Ζώη:

 

– Ζώη, ἦρθε ἡ ὥρα νὰ μιλήσωμε σοβαρὰ γιὰ τὶς δουλειές μας.

 

– Οἱ δουλειές μας πᾶνε λαμπρά, εἶπε ὁ Ζώης.

 

– Ναί, μὰ ὄχι καὶ γώ. Στοχάσου, Ζώη, ὅταν πρωτομπῆκες στὸ σπίτι μου, σὺ ἤσουν παιδάκι κι ἐγὼ ἤμουν ἄντρας, μὰ ἐγὼ γέρασα, παιδί μου· τὰ μαλλιά μου εἶναι καιρὸς ποὺ ἄσπρισαν· τὰ πόδια δὲ βαστοῦν· τὰ χέρια μισοτρέμουν· τὰ μάτια κουράστηκαν· κοντεύω τὰ ὀγδόντα, δὲν μπορῶ πιὰ νὰ δουλέψω Ζώη μου, καί…

 

Ὁ Χατζῆ – Νίκου στάθηκε, κοιτάζοντας τὸ Ζώη.

 

– Καί;… ρώτησε ἀνυπόμονα ὁ Ζώης.

 

– Εἶναι ἀνάγκη νὰ διαλύσωμε τὴ συντροφιά μας. Μὲ τὴ βὸήθεια τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ δουλειά μου καὶ μὲ τὴ δουλειά σου, ἔχω τὸ δικό μου· μπορῶ νὰ ζήσω ξένοιαστος ὅσα χρόνια μοῦ μένουν· δὲν εἶμαι πιὰ γιὰ δουλειά· ἀνάγκη νὰ ξεκουραστῶ.

 

Ὁ Ζώης στὴν ἀρχὴ δὲν τὸ δέχτηκε.

 

– Δουλεύω ἐγὼ καὶ γιὰ τοὺς δυό μας, εἶπε· θά βάλω διπλὸ κόπο, τέλειωσε!

 

– Σὺ πάντα μιλᾶς γνωστικά σκέψου καλά· μπορεῖς νὰ γίνεις δυὸ κομμάτια, νά᾽ σαι ὁ μισὸς στὸ Βουκουρέστι κι ὁ ἄλλος μισὸς στὴ Μόσχα; Τὸ κατάστημα ἐδῶ θέλει τὸν ἄνθρωπό του καὶ μένα τὸ κορμὶ καὶ τὸ μυαλό μου φωνάζουν: «φτάνει πιά!»

 

Μὲ τὰ πολλὰ ὁ Ζώης πείστηκε, καὶ διάλυσαν τὴ συντροφιά. Δὲν εἶχε πιὰ δουλειὰ στὸ Βουκουρέστι, γι’ αὐτὸ ἀποχαιρέτησε τὸν ἀσπρομάλλη προστάτη του σὰ γιὸς τὸν πατέρα του, ἔφυγε κι ἀποκαταστάθηκε ὁριστικὰ στὴ Μόσχα· ἦταν ἐκεῖ ἕνα μετόχι ἑλληνικοῦ μοναστηριοῦ, τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Νοίκιασε μιὰ κατοικία καὶ ἐξακολούθησε τὸ ἐμπόριό του γιὰ δικό του λογαριασμό.

 

῾Ο Ζώης μὲ τὴ μεγάλη τάξη ποὺ εἶχε στὶς ληψοδοσίες του, μὲ τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν τιμιότητά του ἀπόχτησε μεγάλη ὑπόληψη στὴν ἀγορὰ τῆς Μόσχας καὶ σὲ ἄλλες ἐμπορικὲς πόλεις. ῎Εκανε λαμπρὲς δουλειές· κι ἡ κάσα του ὁλοένα γέμιζε. Εἶχε κάμει περιουσία· ἦταν πλούσιος. Μὰ περνοῦσαν καὶ τὰ χρόνια δὲν ἦταν πιὰ νέος. Μιὰ μέρα ἐκεῖ ποὺ ἔκανε περίπατο μονάχος σ’ ἕνα ἐξοχικὸ μέρος τῆς Μόσχας, μιλώντας μὲ τὸν ἑαυτό του, ὅπως συνήθιζε, εἶπε:

 

– Ζώη, χρόνια καὶ χρόνια ἐσὺ τὸ ἄστεγο παιδὶ παιδεύτηκες καὶ βασανίστηκες νὰ κερδίσεις λεπτά· καὶ κέρδισες ἀρκετά. Δὲ μοῦ λές, τί θὰ τὰ κάμεις αὐτὰ τὰ λεπτά; Γιατί τὰ μάζεψες; Οἰκογένεια δὲν ἔχεις. Ποῦ θὰ τ’ ἀφήσεις; Δὲ θὰ τὰ θάψουν βέβαια μαζί σου στὸ μνῆμα σου!…

 

Κι ἔμεινε συλλογισμένος· ἦταν ἕνα πρόβλημα μπροστά του ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βρεῖ ἀμέσως τὴ λύση του.

 

Λένε γιὰ τὸν Κίμωνα, τὸ γιὸ τοῦ Μιλτιάδη, πὼς ὅταν ἔκαμε μεγάλα πλούτη ἀπὸ τὰ λάφυρα τῶν Περσῶν, θυμήθηκε τὴ φτώχεια ποὺ πέρασε μικρός. Θυμήθηκε ποὺ κάποτε τοῦ ᾽λειψε καὶ τὸ ψωμὶ ὅταν ὁ δοξασμένος πατέρας του ἦταν κλεισμένος στὴ φυλακή. Κι ἅμα ἔγινε πλούσιος, φόρτωνε τοὺς δούλους του φορέματα καὶ τὰ μοίραζε στοὺς φτωχοὺς ποὺ ἀπαντοῦσε στοὺς δρόμους, κι ἄνοιγε τοὺς κήπους του νὰ μπαίνουν ἐλεύθερα οἱ πολίτες καὶ πρὸ πάντων τὰ παιδιὰ νὰ τρῶνε ὀπωρικά.

 

῾Η ψυχὴ τοῦ Ζώη εἶχε κάποια ὁμοιότητα μὲ τὴν ψυχὴ τοῦ Κίμωνα. Τὸ διωγμένο παιδὶ τοῦ Γραμμένου, ποὺ ἔγινε ἔμπορος γουναρικῶν στὴ Μόσχα, χωρὶς νὰ τὸ φαντάζεται, σκέφτηκε ὅπως ὁ δοξασμένος νικητὴς τῆς Μυκάλης. Θυμήθηκε τὰ βασανισμένα χρόνια ποὺ πέρασε παιδί, θυμήθηκε τὴ λαχτάρα ποὺ εἶχε γιὰ τὰ γράμματα καὶ πὼς ἔμαθε μόνος του κρυφοδιαβάζοντας τὴν Ἄλφα Βῆτα, καὶ εἶπε, δίνοντας τὴ λύση στὸ πρόβλημα:

 

Τὰ λεπτὰ ποὺ μάζεψα θὰ τὰ δώσω γιὰ τὴν ὀρφάνια, γιὰ τὴν πείνα, γιὰ τὴ γδύμνια, καὶ γιὰ τὰ γράμματα· θὰ κάμω σχολεῖα στὸν τόπο μου, ν’ ἀνοίξω τὰ μάτια τῶν συμπατριωτῶν μου, νὰ φωτίσω τὸ μυαλό τους. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἦταν πιὰ ἥσυχος· ἤξερε τί ἤθελε· ἔκαμε τὸ σχέδιό του· κι ἀποφάσισε νὰ τὸ ἐφαρμόσει πέρα ὡς πέρα. Μὰ ποῦ νὰ τὸν ἀφήσουν ἥσυχο οἱ ἄλλοι! Μυρίστηκαν πὼς ἐκεῖ ἦταν «παράς», καὶ πρόβαλαν ξαδέρφια καὶ ξαδέρφες, μ᾽ ἀνοιγμένο χέρι, ζητώντας ὑποστήριξη καὶ βοήθεια. Αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους οὔτε τοὺς ἤξερε ὁ Ζώης, οὔτε τοὺς εἶδε ποτέ του, οὔτε τὸν θυμήθηκαν ποτέ τους· καὶ τώρα ἤθελαν ν᾽ ἀνοίξει τὴν κάσα του, νὰ τοὺς μοιράσει τὸ βιό του… Ὁ Ζώης ἦταν πολὺ γνωστικὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ κάμει αὐτό. ῎Ελεγε μὲ τὸ νοῦ του: «Δικά μου εἶναι τὰ λεφτά μου; ῎Οχι, εἶναι τῆς ὀρφάνιας, τῆς πείνας, τῆς γδύμνιας, τῆς ἀγραμματοσύνης· ὅσα σπαταλήσω ἀσυλλόγιστα ἐδῶ κι ἐκεῖ, τὰ κλέβω ἀπὸ τοὺς δυστυχισμένους. Αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμω».

 

῎Ετσι δεχόταν σοβαρὰ τὰ ξαδέρφια, τοὺς ἔδινε τὸ ναῦλο τους καὶ λίγα λεπτὰ καὶ τὰ ἔστελνε πίσω· ὅσοι ὅμως ἦταν γιὰ δουλειὰ τοὺς ὑποστήριζε· ὅσοι ἔτρεχαν νὰ περάσουν χωρὶς ἐργασία τὴ ζωή τους μὲ τὰ λεπτὰ τοῦ Ζώη ἔφευγαν μὲ χέρια ἀδειανά. Αὐτοὶ φυσικὰ δὲν ἦταν διόλου εὐχαριστημένοι, οὔτε τὸν ἐπαινοῦσαν. Μὰ αὐτὸς ὁ σφιχτός, ὁ «τσιγκούνης», ἔστειλε χιλιάδες καὶ χτίστηκε στὰ Γιάννινα ἕνα μεγάλο κι εὐρύχωρο σχολεῖο μὲ ὡραῖες σάλες, μὲ κατοικίες τῶν δασκάλων, μὲ πολλὰ κελιὰ γιὰ τοὺς φτωχοὺς μαθητές. Παρακάλεσε τὸ μεγάλο Δάσκαλο τοῦ Γένους, τὸ σοφὸ Ἀδαμάντιο Κοραῆ, νὰ φροντίσει ν’ ἀγοράσει ἀπὸ τὴ Βιέννη καὶ ἀπὸ τὸ Παρίσι ὄργανα φυσικῆς καὶ χημείας καὶ τὰ καλύτερα βιβλία. Χιλιάδες ξόδεψε γι’ αὐτά, καθὼς καὶ γιὰ τὸ ἀμφιθέατρο ποὺ ἔχτισε γιὰ βιβλιοθήκη καὶ γιὰ πειράματα. Χιλιάδες ἔβαλε καὶ στὴν Τράπεζα γιὰ νὰ διατηρεῖται τὸ σχολεῖο ἀπὸ τοὺς τόκους. Διευθυντὴ στὸ μεγάλο αὐτὸ ἐκπαιδευτήριο διόρισε ἕνα ὀνομαστὸ σοφὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, σπουδασμένο στὴν Εὐρώπη, τὸν Ἀθανάσιο Ψαλίδα.

 

Γρήγορα ἀπόχτησε φήμη τὸ καινούριο σχολεῖο μὲ τὴ νέα μέθοδο. Ὅταν ἔκανε τὰ πειράματα ὁ Ψαλίδας, ποὺ ἦταν σπουδαῖα γιὰ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς μαθητές, ἔτρεχαν καὶ μεγάλοι Γιαννιῶτες, μὲ μεγάλη περιέργεια νὰ μάθουν, νὰ φωτιστοῦν. Πολλὲς φορὲς πήγαιναν καὶ κάθονταν κοντὰ στοὺς Χριστιανοὺς καὶ Τοῦρκοι, κι οἱ γιοὶ τοῦ Ἀλήπασα, ὁ Βελήπασας καὶ ὁ Μουχτάρπασας. Λένε πὼς κάποτε δὲ βάσταξε καὶ πῆγε κι ὁ ἴδιος ὁ Τεπελενλής.

 

Χιλιάδες ρούβλια πέρασαν ἀκόμη ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ Ζώη καὶ τὰ ἔστειλε γιὰ κείνους ποὺ ὑποφέρουν, κλαῖνε καὶ πεινοῦν. Στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ τὴν περιποίηση τῶν φτωχῶν ἀρρώστων· ταχτικὸ βοήθημα κάθε χρόνο στὰ περίφημα σχολεῖα τοῦ Ἁγίου ῎Ορους καὶ τῆς Πάτμου. Δέκα χιλιάδες ρούβλια ἄφησε γιὰ τοὺς φυλακισμένους. Ἄλλα τόσα νὰ παντρεύονται φτωχὰ κορίτσια ἀπὸ τὸ πατρικό του χωριό, τὸ Γραμμένο. Χιλιάδες ἄφησε καὶ γιὰ τὰ ὀρφανὰ καὶ γιὰ τὰ φτωχὰ καὶ ἀπροστάτευτα παιδιά.

 

῾Ο Ζώης ἦταν πιὰ ἑβδομήντα χρόνων· ἦταν πολὺ κουρασμένος ἀπὸ τὸν ἀδιάκοπο ἀγώνα τῆς ζωῆς, ἀρρώστησε κι ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες, στὶς 20 τοῦ Δεκέμβρη 1906, ἔκλεισε γλυκὰ τὰ μάτια του, «ἐκοιμήθη τὸν αἰώνιον ὕπνον ὡς τὰ νήπια πράως» εἶπε ὁ ἱεροκήρυκας ποὺ ἔβγαλε τὸν ἐπικήδειο λόγο. Τὸν ἔθαψαν στὸ μοναστήρι τοῦ Δονσκόη. Τὸ Πατριαρχεῖο ἔβγαλε γιὰ τὸ Ζώη Καπλάνη ἔνα ἐπίσημο σιγίλλιο, ὑπογραμμένο ἀπὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Πατριάρχη καὶ τοὺς Πατριάρχες Ἀντιοχείας καὶ ῾Ιεροσολύμων καὶ ὅλη τὴ Σύνοδο. Σ’ αὐτὸ ἐξιστορεῖ τί ἔκαμε σὰν ἄνθρωπος, σὰ χριστιανός, σὰν ῞Ελληνας, διατάζει νὰ γίνουν πιστὰ ὅσα ὁρίζει στὴ διαθήκη του ὁ Εὐεργέτης Καπλάνης καὶ δίνει παραγγελία στὸν κατὰ καιρὸ Μητροπολίτη τῶν ᾽Ιωαννίνων, νὰ κάνει μνημόσυνο γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Ζώη, κάθε Κυριακὴ τῆς ᾽Ορθοδοξίας. Ἡ ἀλησμόνητη αὐτὴ ἡμέρα θυμίζει τὴ μακρινὴ ἐκείνη Κυριακή, ποὺ τὸ πρωὶ ἀνοίγοντας τὴν πόρτα του ὁ Χατζῆ – Νίκου βρῆκε μπροστά του σὰν ἀνθρώπινο κουρέλι τὸ διωγμένο παιδάκι. Πάνω στὴν πλάκα τοῦ τάφου του, μέσα στὸ κοιμητήριο τοῦ ρώσικου μοναστηριοῦ τῆς Μόσχας ἕνας Ἕλληνας της ἐποχῆς ἐκείνης χάραξε ἕνα ἐπιτύμβιο σε στίχους δεκαπεντασύλλαβους. Τὸ ποίημα εἶναι ἄτεχνο, οἱ στίχοι κακοφτιασμένοι καὶ ἡ γλώσσα, ὅπως ἦταν στὰ χρόνια ἐκεῖνα, ἀκατάστατη. ῎Ενα δίστιχο ὅμως ἀπ’ αὐτά, ὅσο ἄσχημο καὶ ἂν εἶναι, δίνει μιὰ σωστὴ ἰδέα γιὰ τὸ Ζώη Καπλάνη:

 

῞Ολην του τὴν κατάσταση ἔθυσε μ’ εὐκαρδίαν

 

γιὰ φωτισμὸ Πατρίδος του καὶ γιὰ φιλοπτωχίαν.

 

Ἀλλὰ πολὺ καλύτερα ἀπὸ κάθε ἐπίγραμμα, μποροῦσαν νὰ γραφτοῦν πάνω στὸν τάφο του, τὰ λίγα ἐκεῖνα λόγια, ποὺ χαράχτηκαν στὴν πλάκα ἑνὸς ἄλλου μεγάλου φιλανθρώπου, ἀλτρουιστῆ σὰν τὸ Ζώη Καπλάνη:

 

«῞Ολα γιὰ τοὺς ἄλλους. Τίποτε γιὰ τὸν ἑαυτό του!»

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ Ε΄ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ, ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ ΔΙΔΑΚΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΑΘΗΝΑΙ, 1966.

 

 

Αυτοκτονίες Στρατιωτικών μετά την ήττα από τους Γερμανούς

Δεν θα πρέπει βέβαια να λησμονούμε την αυτοκτονία του πρωθυπουργού Αλ.   Κορυζή, ο οποίος υπό το βάρος της επέρχόμενης κατοχής αυτοκτόνη...