Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ



 

Την 1η Απριλίου του 1824, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δικαζόταν σε μία δίκη παρωδία, με την κατηγορία της προδοσίας.

Η δίκη έγινε στην εκκλησία της Παναγιάς στο Αιτωλικό.





Ο Καραϊσκάκης, υποπτεύων δολοφονίαν τινά, έπεμψεν πρωτύτερα κάμποσους εδικούς του και ευρίσκοντο μέσα, άλλοι δε τον συνώδευαν έως εις την εκκλησίαν.

 

Ο Καραϊσκάκης άρρωστος, μπαίνει στην εκκλησία οπλισμένος, ασπάζεται τα εικονίσματα και ζητά την ευχή του Δεσπότη.

 

Σύμφωνα με την περιγραφή Κασομούλη, ο Πορφύριος κάθεται στον αρχιερατικό θρόνο. Στα στασίδια των επιτρόπων στέκουν οι κριτές.

"-Πες μου, του λέει, ορθός θα σταθώ ή θα καθίσω;

-Κάθισε, γιατί είσαι ασθενής.

Του έφεραν ένα μαξιλάρι «διότι το έδαφος ήταν πλάκες μάρμαρα, να μη βλαφθή από το ψύχος".

Πορφύριος: Καραϊσκάκη, η πατρίς λαβούσα υποψίαν από τα κινήματά σου, έχουσα και διδόμενα από μερικάς σου ανταποκρίσεις, σήμερον σε προσκάλεσεν εις το κριτήριο … Αφού με τόσας ανδραγαθίας εδόξασες τον εαυτό σου και η πατρίς σε αντάμειψεν … εφάνης αχάριστος. Είθε να είσαι αθώος. Έστειλες τον Κ. Βουλπιώτην εις Ιωάννινα. Τι δουλειά είχε ο Βουλπιώτης εκεί; Τι απολογίαν έχεις;

Καραϊσκάκης: Απ’ όσα με κατηγορούν καμίαν είδησιν δεν έχω … Τον Βουλπιώτην εγώ δεν τον έστειλα. Επήγε διά δουλειάν του. Μόνος του με εζήτησεν διαβατήριον. Ήξευρον τον εαυτόν  μου αθώον από αυτήν την κατηγορίαν. Το κριτήριον ας εξετάσει τον Βουλπιώτην …




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Εμφανίστηκε (αντί του Βουλπιώτη) μάρτυρας «ο έπαρχος κύριος Γιάγκος Σούτζιος (φαναριώτης, φίλος του Μαυροκορδάτου) … και τα είπεν:

-Εγώ, μωρέ, λέγει ο Καραϊσκάκης, σε τα είπα εσένα;

-Μάλιστα, λέγει ο Σούτζιος …

Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο δεν έκαμα.

Κριτής (Γαλάνης Μεγαπάνου): Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διατί να τα λέγης έτζι; (πρόστυχα).

Καραϊσκάκης: Το έχω χούι, κυρ Πάνο.

Κριτής: Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών;

(για την ακρίβεια ο Καραϊσκάκης ήταν τότε 42 χρονών)

Καραϊσκάκης: Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμής.

Την στιγμή που είπε αυτά ο Καραϊσκάκης μέσα στην εκκλησία , «εκτύπησαν τα γέλια όλοι και πήγαν και πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κι εγώ ο ίδιος», γράφει ο Κασομούλης.

- Αφήσατέ το σήμερον, λέγει ο Στουρνάρης. Το καταντήσαμε Τζιορτζίνα (δηλ. σκηνή γελοιώδη) το κριτήριον.

Οι υπέρ του Καραϊσκάκη άρχισαν πλέον αναφανδόν να φωνάζουν, άλλος ότι αθωώθη, άλλος ότι αποκρίθηκεν εξαίρετα και αποστόμωσεν τους κριτάς.

Άλλος εκθείαζεν το παρουσιαστικόν του, άλλος την ετοιμολογίαν του, ένας και ταις αστειότηταίς του.  Άλλος φώναζεν:

- Μωρέ που ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζιαράς; …

(Διεσκόρπισε το στρατοδικείο με τα χώρατά του).

Παρόλο που το δικαστήριο δεν ολοκλήρωσε ποτέ το έργο του. Βγήκε καταδικαστική απόφαση για τον Καραϊσκάκη που ήταν ουσιαστικά μια διοικητική πράξη του Μαυροκορδάτου.






Δεύτερη μέρα της δίκης

Το δεκαμελές  στρατοδικείο της πρώτης μέρας, σήμερα έχει μόνον έξι μέλη.

Η δίκη γίνεται στο σπίτι του Σωτήρη Γιώτη (την πρώτη ημέρα ήταν συνήγορος εκ μέρους της Διοικήσεως) και χωρίς τον …Καραϊσκάκη!

Γιατί;

….

Καπετάν Ζώης Πάνου: Κύριοι, λέγει, δύο είναι αι μαρτυρίαι, ενάντια η μία της άλλης. Άρα ο μάρτυς είναι ψεύτης, ο δε κατηγορούμενος αθώος. Ο μάρτυρας πρέπει να παιδευθή και ως προδότης κυρίως, και ως συκοφάντης.

Κίτσος Τζαβέλας: Στρατηγοί, βλέπω ότι αδίκως θέλετε να βλάψωμεν τα χέρια μας εις το αίμα του αθώου Καραϊσκάκη, με τας ψευδείς εξομολογήσεις του ψευδο- Βουλπιώτου. Εγώ δεν είμαι σύμφωνος, και αν εσείς αποφασίσετε τον θάνατόν του, το αθώον αίμα του, εις τας κεφαλάς των πρωταιτίων και εις τα τέκναν των,  τους είπε. Κι έφυγεν.


(Πως λοιπόν  ο Μαυροκορδάτος τώρα θα τον καταδικάσει εις θάνατον;)

 

 

Και η κατάληξη της «δίκης» – παρωδίας:

«Ο Διευθυντής (Μαυροκορδάτος) κοινοποίησεν ότι ο Καραϊσκάκης είναι ένοχος προδοσίας κατά τας εξομολογήσεις του Βουλπιώτου … Εξεδόθη προκήρυξη εις τας 2 Απριλίου 1824. Αντεγράφη και ετοιχοκολλήθη».

Στην «Προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη», που την υπογράφουν ο Μαυροκορδάτος και οι περισσότεροι καπετάνιοι της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο ήρως γνωρίζεται «ως επίβουλος της πατρίδος και προδότης».

Σύμφωνα μ’ αυτήν δίνεται προσταγή στον Καραϊσκάκη να αναχωρήσει αμέσως «μόλον όπου είναι ασθενής …; Αν μετανοήσει και επιστρέψει στα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδισεν …;»

Και η προκήρυξη καταλήγει:

«Ειδοποιήστε άπαντες (οι πολίτες) διά του παρόντος ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα του και δεν έχει καμίαν εξουσίαν παρά της Διοικήσεως. Μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και αξιωμάτων ως αμαρτήσας … Πάντες οι Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον στοχασθούν ως εχθρόν, ενόσω να μετανοήση και προσπέση εις το έλεος του έθνους και ζητήση συγχώρεσιν».

Μετά την τοιχοκόλληση και τη δημοσίευση της προκήρυξης στα «Ελληνικά Χρονικά», ο Καραϊσκάκης ζήτησε διορία 5-6 ημερών να παραμείνει στο Αιτωλικό για να προετοιμάσει την αναχώρησή του. «Δεν του εσυγχωρήθη παρά σαράντα οχτώ ώρες μόνον».

Φεύγοντας με 80 στρατιώτες λέει δημόσια στους καπετάνιους που τον καταδίκασαν και στον Μαυροκορδάτο:

-Αδελφοί καπιτάνιοι, αν με καταδικάσατε δικαίως ο Θεός να με το στείλη στο κεφάλι ευθύς, κι αν αδίκως, ογλήγορα να σας το πέμψη εις το δικόν σας κεφάλι.

Και στο διευθυντής Δ. Χ. Ελλάδος:

-Ε, ωρέ Μαυροκορδάτε, εσύ την προδοσίαν μου με την έγραψες εις το χαρτί και εγώ ογλήγορα ελπίζω να σου τη γράψω εις το μέτωπόν σου για να φανής ποιος είσαι.

Κι εκτύπησεν το μέτωπόν του με τα τέσσερα δάκτυλα δείχνοντάς τον.

-Εδώ! λέει.

Μαυροκορδάτος: Τι να ελπίζω από τον Καραϊσκάκην ; ότι θα είναι ταπεινός μου υπηρέτης… Δεν το πιστεύω… Ευτυχώς η φθίσις του έφθασε εις τον τρίτον βαθμόν και μαθαίνω ότι είναι κακά άρρωστος. Ίσως ο θεός μας απαλλάξει από αυτόν. Δυστυχώς ακόμη ζει.. Είναι εχθρός του Έθνους, επίβουλος της Πατρίδος…






Από το Αιτωλικό οι στρατιώτες του τον μεταφέρουν λόγω της κατάστασης της υγείας του … με φορείο! (ένα ξυλοκρέβατο που το κουβαλούν τέσσερις). Προσπαθούν να φτάσουν στα λημέρια των Αγράφων. Στην πορεία τους απ’ τα διάφορα χωριά οι αρχικά 80 πολεμιστές γίνονται … 1500! Έφευγαν από τα σπίτια τους και τον ακολουθούσαν.  Όταν συναντήθηκε με άλλους οπλαρχηγούς στο Καρπενήσι που τον δέχτηκαν σαν συμπολεμιστή τους, μετά από 2 μήνες πορεία κυνηγητό και πορεία με το ξυλοκρέβατο στα άγραφα. Αυτό που ήλπιζε ο Μαυροκορδάτος, να δει τον Καραϊσκάκη να ζητήσει καταφύγιο στους Τούρκους, όπως είχε αναγκάσει να κάνει έναν άλλο ήρωα μας τον Βαρνακιώτη, δεν το κατάφερε και έτσι ο Καραϊσκάκης συνέχισε τα κατορθώματα του που έσωσαν την Ρούμελη και την Επανάσταση.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ν. Βαρδιάμπαση : “Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ”

 Δ. Φωτιάδη : “ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ” εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ

 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

ΣΟΥΝ ΤΣΟΥ No 4


H βσική αρχή του Κινέζου σοφού στρατιωτικού Σουν Τζου: «Το κορύφωμα της τέχνης δεν είναι να νικήσεις εκατό νίκες σε εκατό μάχες, αλλά να καταβάλεις τον εχθρό δίχως να χρειαστεί να πολεμήσεις ούτε μία».
 
Ή το άλλο, του Μάρκου Αυρήλιου: «Η ευγενέστερη εκδίκηση είναι να μην καταντήσεις σαν τον εχθρό σου».
 
Οι Αμερικανοί έχουν μεγάλη παράδοση στους σατιρικούς. Ένας από τους μεγαλύτερους ήταν ο Αμβρόσιος Μπιρς του δέκατου ένατου αιώνα. Από τους σύγχρονους ξεχωρίζει ο Τσαφ Μπιουφ. Δικός του είναι αυτός ο αφορισμός: «Βόμβα: όνομα ουσιαστικό. Μέσον πειθούς. Όταν χρησιμοποιείται από όσους έχουν την εξουσία, η χρήση της χαρακτηρίζεται “εθνικά συμφέρουσα” και “θαρραλέα”. Όταν χρησιμοποιείται από εκείνους που δεν έχουν την εξουσία, χαρακτηρίζεται “τρομοκρατία” και “δειλία” από αυτούς που την έχουν».
 




 

Το πραγματικό του όνομα ήταν Σου Βου και γεννήθηκε στο Λήη Αν, του βασιλείου Τσίι, (σήμερα ονομάζεται Χούιμινγκ της Επαρχίας Σανγκτόνγκ). Η ημερομηνία γέννησής του είναι περίπου στα μέσα του 6ου αιώνα π.χ. Έγραψε το πολύ γνωστό βιβλίο, που αποτελείτε από 13 κεφάλαια και ονομάζεται « Τέχνη του Πολέμου».

 

Σύμφωνα με τον γνωστό χρονικογράφο Σου Μα Τσιέν, αυτό το βιβλίο, στάθηκε η αφορμή να τον προσέξει ο βασιλιάς Χο Λού, ο οποίος και του ανέθεσε έτη συνέχεια την διοίκηση των στρατευμάτων του βασιλείου του.

Επί αρκετά χρόνια ο στρατός του βασιλιά αυτού νικούσε συνεχώς τους μόνιμους αντιπάλους και στη διάρκεια αυτή είναι που πέθανε και ο στρατηγός Σούν Τζού.

 

Ο ίδιος ο βασιλιά σκοτώθηκε περίπου στο 496 π.χ.

Αυτοί που διαδέχτηκαν τον Σούν Τζού ακολούθησαν τα διδάγματά του με αποτέλεσμα να συνεχίζουν να έχουν πάντα επιτυχίες. Αργότερα που ξεχάστηκαν οι οδηγίες του, είναι που ήρθε και η ήτα του βασιλείου του Βού και έτσι το κράτος διαλύθηκε.

 

Ο Σούν Τσού είχε συγκεντρώσει όλη την σοφία του  στο έργο του « Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ». Είναι γενικά ένα μικρό κείμενο που αποτελείτε από δεκατρία κεφάλαια.
 
Μέσα από το έργο του αυτό ο μεγάλος Στρατηγός, διδάσκει τα μυστικά του Πολέμου, με έναν απλό και σαφή τρόπο και πολύ συμπυκνωμένο περιεχόμενο επίσης. Σε όλες τις ιδέες του διαφαίνεται  το κεντρικό νόημα που δεν είναι άλλο από τα στόχο του να αποφύγει κανείς τον πόλεμο και γενικά να φτάσει στο να κερδίζει επιτυχίες χωρίς συγκρούσεις. Λέει ότι πράγματι ο πόλεμος επιφέρει καταστρεπτικές συνέπειες και πολύ περισσότερες αυτός ο μακροχρόνιος πόλεμος.



 

Κάθε στρατιωτικός ηγέτης, μας λέει ο Σούν Τσού, πως πρέπει για να κερδίσει, να χρησιμοποιήσει την πανουργία, να γνωρίζει καλά όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την κάθε κατάσταση. Τέτοιοι παράγοντες  είναι ο Στόχος της αποστολής του, η κατάσταση του στρατεύματος, η δύναμη του εχθρικού στρατεύματος, το έδαφος, τον καιρό και τον διαθέσιμο χρόνο. Σε όλα αυτά πρέπει πάντα να έχει σωστή εκτίμηση, να μην επηρεάζεται από τις διαφορετικές απόψεις και να μην ενεργήσει με στερεότυπους κανόνες. Θα πρέπει την κάθε φορά να λειτουργήσει σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει μπροστά του.

 

Επίσης να αποφεύγει να ενεργεί επηρεασμένος από τα διάφορα συναισθήματα, να έχει πάντα έναν ήρεμο νου και μια σταθερή εκτίμηση. Δηλαδή χωρίς οργή, χωρίς λύπη ή ντροπή, χωρίς εκδίκηση, ακόμη και ενθουσιασμό. Πάντα να δίνει σε κάθε αποστολή, την μεγαλύτερη σημασία στους ελιγμούς και στα τεχνάσματα, στον αιφνιδιασμό και στις αστραπιαίες κινήσεις όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία. Αν δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες να νικήσουμε, το καλύτερο είναι να αποφεύγουμε την μάχη. Δίνει και τονίζει πάντα στο εξαιρετικό αυτό κείμενο, ο Σούν Τσού, την χωρίς συμπλοκή αρχικά επιτυχία. Μόνο αν εξαντλήσουμε αυτές τις πιθανότητες, τότε θα υποχρεωθούμε στην αναπόφευκτη σύγκρουση.

                                          

Αν αποφασιστεί τελικά η σύγκρουση, τότε δύο είναι οι τρόποι που πρέπει να δράσει το στράτευμα. Ο πρώτος είναι η άμεση επίθεση κατά του εχθρού, αυτό που ονομάζεται κατά μέτωπο επίθεση και είναι η Δύναμη Τσένγκ.
 
Ο δεύτερος τρόπος είναι έμμεση προσέγγιση. Κάτι που ο εχθρός δεν θα το περιμένει.
 
Η συμβουλή του Σούν Τζού είναι να χρησιμοποιούν κυρίως αυτήν την Δύναμη, που ονομάζεται και Τσί.

 

Είναι ο πρώτος Στρατηγός που συστηματοποίησε τις Τεχνικές Στρατηγικής, ενσωματώνοντας ταυτόχρονα και την Ταοϊστική Φιλοσοφία. Αυτές λοιπόν οι οδηγίες του Στρατηγού Σούν Τζού είναι μία βάση εκπαίδευσης όλων των στρατιωτικών, όπως επίσης μπορεί να είναι οδηγός για την δράση του κάθε ανθρώπου. Εκεί είναι που βρίσκεται και η μεγαλύτερη αξία του, αφού γίνεται πια ένα διαχρονικό έργο. Ένα έργο δηλαδή που γράφτηκε 2500 χρόνια πριν και όμως είναι ένας οδηγός για τον σημερινό άνθρωπο και για τις πιο πολλές καταστάσεις του Πολιτισμού μας. Σήμερα πολλοί είναι εκείνοι που τον έχουν σαν παράδειγμα αποτελεσματικής Στρατηγικής, όπως Στρατιωτικοί και Στρατιωτικές Ακαδημίες γενικότερα, αλλά και άνθρωποι των Γραμμάτων και των Σύγχρονων Επιστημών.

 

Ο Σούν Τζού μπορούσε να πετύχει αυτό που άλλοι θεωρούσαν τελείως αδύνατο να επιτευχθεί. Ένα γνωστό γεγονός είναι αυτό με την επίκριση που δέχτηκε από άλλους Στρατηγούς, όταν βρίσκονταν σε μια πολύ μειονεκτική θέση και χρειάζονταν για να πολεμήσουν την επόμενη ημέρα πάνω από 2000 βέλη, τα οποία δεν είχαν. Τότε  ο Σούν Τζού έστειλε το βράδυ δύο πλοιάρια γεμάτα άχυρα, να πλεύσουν στον ποταμό που βρίσκονταν, εναντίων του εχθρού. Ο Εχθρός νομίζοντας ότι γίνεται επίθεση μέσα στο σκοτάδι, γέμισαν με βέλη τα άχυρα, τα οποία συνέλεξαν οι στρατιώτες του Σούν Τζού, που με τη σειρά του τα παρέδωσε στους Στρατηγούς, λέγοντας πως τίποτα δεν είναι αδύνατο.





 

Μερικά αποσπάσματα από την « ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ» :

 

« Σκεφτείτε καλά και προσεκτικά πριν κάνετε μία κίνηση»

 

« Το να μην κάνεις λάθη είναι εκείνο που θεμελιώνει τη βεβαιότητα της νίκης»

 

« Δεν υπάρχει παράδειγμα χώρας που να επωφελήθηκε από ένα πόλεμο που τραβάει σε μάκρος»

 

«  Το να αρχίσετε με κομπασμούς αλλά μετά να τρομάξετε από την δύναμη του εχθρού, αυτό δείχνει μεγάλη έλειψη πληροφοριών»

 

«  Η άριστη ενέργεια στον πόλεμο είναι να υποταχτεί ο εχθρός χωρίς μάχη»

 
«  Ο Σκοπός του πολέμου είναι η ειρήνη».
 

 

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος


 

 

 

Ο Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος (431 – 9 Ιουλίου 518) ήταν Βυζαντινός αυτοκράτορας από το 491 έως το 518.

Ο Φλάβιος Αναστάσιος γεννήθηκε περί το 431 στο Δυρράχιο από γονείς ταπεινής καταγωγής και είχε ένα ιδιαίτερο φυσικό χαρακτηριστικό. Οι κόρες των ματιών του είχαν διαφορετικό χρώμα, έτσι το ένα μάτι φαινόταν μαύρο ενώ το άλλο γαλανό, για αυτό και τον ονόμαζαν Δίκορο. Πολύ νέος ήλθε στην Κωνσταντινούπολη και έγινε δεκτός στην υπηρεσία των ανακτόρων. Με την πάροδο του χρόνου, προήχθη σε δευτερεύουσα θέση αυλικού, αυτή του σιλεντιάριου. Απέκτησε όμως φήμη για τις διοικητικές του ικανότητες και εξασφάλισε την εύνοια του αυτοκράτορα Λέοντα Α’, Αριάδνης.

 

 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Α' Ο ΔΙΚΟΡΟΣ.

Μετά το θάνατο του Ζήνωνα, ο λαός ζήτησε διά βοής από τη χήρα του Αριάδνη: «Ορθόδοξον βασιλέα τη οικουμένη, Ρωμαίον βασιλέα τη οικουμένη».  Η χήρα πλέον αυτοκράτειρα, Αριάδνη, προώθησε και ανέβασε στο θρόνο, στις 11 Απριλίου 491, τον εκλεκτό της αυλικό Αναστάσιο. Σαράντα ημέρες μετά την αναγόρευσή του σε αυτοκράτορα, τον παντρεύτηκε, εξακολουθώντας έτσι να αναμειγνύεται στις υποθέσεις της αυτοκρατορίας. Ο Αναστάσιος πρέσβευε το δόγμα της αίρεσης του Ευτυχούς, ήταν δηλαδή μονοφυσίτης. Για το λόγο αυτό, ο Πατριάρχης Ευφήμιος προέβαλλε αντιρρήσεις για την άνοδό του στο θρόνο. Η διένεξη όμως αυτή διευθετήθηκε με την έγγραφη ομολογία πίστης του Αναστασίου στο Ορθόδοξο δόγμα. Στην Κωνσταντινούπολη ο λαός δεν ανεχόταν πια η κυβέρνησή του να αποτελείται από αλλογενείς σφετεριστές και αιρετικούς.

Από τις πρώτες πράξεις του ως αυτοκράτορα ήταν ο περιορισμός της δύναμης των Ισαύρων. Έτσι κατέστειλε τη στάση του Λογγίνου, αδελφού του αποθανόντος αυτοκράτορα Ζήνωνα, ο οποίος ήταν Ίσαυρος στην καταγωγή και προσπάθησε να σφετεριστεί το θρόνο ως διάδοχος του Ζήνωνα. Στη συνέχεια, υποχρέωσε τους Ισαύρους να εγκαταλείψουν την Κωνσταντινούπολη, περιορίζοντας και τις υπέρογκες αμοιβές που τους είχε παραχωρήσει ο Ζήνων. Οι Ίσαυροι εξοργισμένοι στασίασαν και, με ορμητήριο την Ισαυρία, κατέστρεφαν τις γύρω περιοχές της Φρυγίας. Τελικά το 496, ύστερα από εξαετή πόλεμο, ο στρατός τους διαλύθηκε και έχασαν όλα τους τα προνόμια.

Στην εξωτερική πολιτική ο Αναστάσιος Α΄ σημαίνεται κυρίως επειδή η μακρόχρονη ειρήνη που επικρατούσε στο ανατολικό σύνορο διαταράχθηκε με την άρνησή του να καταβάλει το ετήσιο ποσό στους Πέρσες, το οποίο προοριζόταν για την φύλαξη των περασμάτων του Καυκάσου. Ο πόλεμος ξεκίνησε το 502 και κατά τη διάρκειά του αλώθηκε η Άμιδα(σημ. Ντιγιάρμπακιρ), σημαντικό προπύργιο των Βυζαντινών στον Ευφράτη. Μετά το πέρας του πολέμου, ο Αναστάσιος οχύρωσε το Δάρας, χωρίον που βρισκόταν πολύ κοντά στην περσική Νίσιβι, το οποίο μετονόμασε Αναστασιούπολη και το μετέτρεψε σε ισχυρό φρούριο με δίκαιον πόλεως και φρουρά. Ο Αναστάσιος προέβη και σε άλλα οχυρωματικά έργα κυρίως στις βορειο-βαλκανικές επαρχίες και ανήγειρε τα Μακρά Τείχη, τα οποία προστάτευαν την άμεση χώρα της Κωνσταντινούπολης από την Θρακική πλευρά. Το οικοδομητικό του πρόγραμμα σε αυτές τις περιοχές προορίστηκε να υποβοηθήσει την αντιμετώπιση των φύλων που έρχονταν πέρα από το σύνορο ου Δούναβη, κυρίως των Βουλγάρων.

 

 

 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αναστάσιος Α΄ ο Δίκορος.

Από τις πρώτες ενέργειες του Αναστασίου ήταν η κατάργηση του μισητού στους Βυζαντινούς κεφαλικού-επαγγελματικού φόρου, του χρυσάργυρου. Ο κλήρος έπεσε στον γέρο αυλικό Αναστάσιο (491-518), που αναδείχθηκε ικανός κυβερνήτης και κυρίως πέτυχε να αναδιοργανώσει τα οικονομικά του κράτους. Τελειοποίησε το νομισματικό σύστημα του Μεγάλου Κωνσταντίνου με τη σταθεροποίηση του χάλκινου follis, που η τιμή του παρουσίαζε μεγάλες διακυμάνσεις, καθορίζοντάς την σε σταθερή σχέση με την αξία του χρυσού νομίσματος.

 Το 498 αναμόρφωσε το νομισματικό σύστημα, εκδίδοντας νέους χρυσούς σόλιδους καθώς και υποδιαιρέσεις σε μισά και τρίτα καθώς και σε μικρότερης αξίας χάλκινα νομίσματα. Κατάργησε το παλαιό σύστημα συλλογής των φόρων, δημιουργώντας μία κεντρική υπηρεσία φοροσυλλογής.

Μεταβίβασε την ευθύνη της συλλογής των φόρων στις πόλεις από τους χρεωκοπημένους και ανίσχυρους βουλευτές (curiales) στους βίνδικες (vindices), που υπάγονταν απ’ ευθείας στον έπαρχο των πραιτωρίων. ίδρυσε την υπηρεσία του ιερού πατριμονίου (sacrum patrimonium). Ακόμη, κατάργησε το γνωστό χρυσάργυρον, την παλαιά auri lustralis collatio, που επιβάρυνε τους εμπόρους και τους βιοτέχνες των πόλεων. Το μέτρο αυτό προκάλεσε βαθειά ικανοποίηση στον αστικό πληθυσμό, γιατί ευνόησε σημαντικά το εμπόριο και τη βιοτεχνία, έθιξε όμως τον αγροτικό πληθυσμό, γιατί το αντιστάθισμα από την κατάργηση του «χρυσάργυρου» ήταν η απαίτηση του κράτους να καταβάλλεται τώρα η annona σε νόμισμα και όχι πια σε είδος. Η ριζική μετατροπή του φόρου της γης η (χρυσοτέλεια) δείχνει καθαρά, ότι ακόμη και η αγροτική οικονομία σιγά-σιγά προσαρμόσθηκε στη νομισματική οικονομία.

Οι ανάγκες του κράτους σε γεωργικά προϊόντα καλύφθηκαν με την εφαρμογή της coemptio (της συνωνής), δηλ. της αναγκαστικής πωλήσεως των τροφίμων σε χαμηλές τιμές, που καθόριζε η κυβέρνηση. Ενώ λοιπόν η εμπορική και βιοτεχνική τάξη ανακουφίσθηκε, αντίθετα τα βάρη έπεσαν αισθητά πάνω στον αγροτικό πληθυσμό, όπως φαίνεται και από τις συχνές αναταραχές και εξεγέρσεις του λαού στην εποχή του Αναστασίου Α’.

Ήταν από τους ελάχιστους αυτοκράτορες που άφησε γεμάτα τα δημόσια ταμεία, εφόσον μετά τον θάνατό του υπήρχαν στο κρατικό θησαυροφυλάκιο 350.000 λίτρες χρυσού. Από τα μεγαλύτερα δημόσια έργα του ήταν η κατασκευή νέου τείχους γύρω από την πρωτεύουσα, το οποίο περιέλαβε όλα τα κτίσματα που είχαν κτισθεί πέρα από το Θεοδοσιανό τείχος. Έτσι έκτισε το Αναστασιανό τείχος της Κωνσταντινούπολης, ενισχυμένο με πύργους που επικοινωνούσαν με εσωτερικούς διαδρόμους. Φρόντισε επίσης να οχυρώσει πολλές πόλεις της περιφέρειας, άνοιξε τη διώρυγα που ένωσε την λίμνη Βοάνη κοντά στη Νικομήδεια με τον Αστακινό κόλπο, έκτισε υδραγωγεία και δημόσια λουτρά.




 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Φλάβιος Αναστάσιος σε χρυσό σόλιδο: D[OMI]N[US] ANASTASIVS P[ER]P[ETUUS] AVG[USTUS]. Στην πίσω όψη η νίκη: VICTORIA AVGVSTA.

Τα βυζαντινά κόμματα των Βενέτων και των Πρασίνων δεν ήταν, όπως είναι γνωστό, μόνο αθλητικές αλλά και πολιτικές οργανώσεις. Βέβαια συνέπρατταν με τα παλαιά κόμματα του Ιπποδρόμου και χρησιμοποιούσαν τα χρώματα και τις ονομασίες τους. Ο Ιππόδρομος ήταν για την Κωνσταντινούπολη (όπως το forum για την Ρώμη και η Αγορά για την Αθήνα), ο χώρος όπου ο λαός εξέφραζε τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Τα κόμματα των Βενέτων και των Πρασίνων, με διορισμένους από την κυβέρνηση ηγέτες, ασκούσαν πολύτιμες δημόσιες λειτουργίες, ιδιαίτερα στη φρούρηση των πόλεων και στην ανοικοδόμηση των τειχών τους. Τον πυρήνα των δήμων πάντως αποτελούσε κυρίως το τμήμα εκείνο του πληθυσμού, που ήταν επιφορτισμένο με τη φρούρηση των πόλεων. Οι μεγάλες αστικές μάζες συγκεντρώνονταν γύρω από αυτόν τον πυρήνα στα δύο κόμματα, υποστήριζαν το ένα και πολεμούσαν το άλλο. Έτσι οι Βένετοι και οι Πράσινοι έπαιξαν σημαντικό ρόλο σε όλες τις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας ως φορείς και εκπρόσωποι των πολιτικών τάσεων του λαού. Είναι λάθος να θεωρούμε τους Βένετους ως το κόμμα της αριστοκρατίας και τους Πράσινους ως το κόμμα των κατώτερων κοινωνικών τάξεων. Κατά κανόνα τα ευρύτερα στρώματα του λαού αποτελούσαν το κύριο σώμα και των δύο κομμάτω, ωστόσο φαίνεται ότι τα ηγετικά στελέχη των Βενέτων προέρχονταν από τις παλαιές αριστοκρατικές οικογένειες των ελληνο-ρωμαίων μεγαλοκτημόνων συγκλητικών, ενώ η ηγεσία των Πρασίνων ανήκε στην τάξη των εμπόρων και των βιοτεχνών, καθώς επίσης και στην τάξη των αυλικών και των λειτουργών της οικονομικής διοικήσεως, που προέρχονταν κυρίως από τις ανατολικές επαρχίες. Έτσι οι Βένετοι αντιπροσώπευαν την ελληνική ορθοδοξία, ενώ οι Πράσινοι υποστήριζαν τον Μονοφυσιτισμό ή τις άλλες ανατολικές αιρέσεις. Ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο κόμματα έπαιρνε συχνά τη μορφή σκληρών αγώνων. Από τα μέσα του πέμπτου αιώνα την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας χαρακτηρίζουν οι ατέλειωτοι αγώνες ανάμεσα στους Βενέτους και τους Πράσινους. Η κεντρική διοίκηση αναγκαστικά υπολόγιζε τους δήμους ως παράγοντες της πολιτικής ζωής και ευνοούσε άλλοτε τη μια και άλλοτε την άλλη παράταξη, έτσι που κατά κανόνα η μία από τις δύο υποστήριζε την κυβέρνηση, ενώ η άλλη περνούσε στην αντιπολίτευση. Μερικές φορές οι δύο δήμοι ενώνονταν σε κοινό αγώνα κατά της αυτοκρατορικής κυβερνήσεως για να υπερασπίσουν τις ελευθερίες τους εναντίον της αυθαιρεσίας και της απολυταρχίας της διοικήσεως. Άλλωστε στις οργανώσεις των δήμων επιβίωναν ως έναν βαθμό οι δημοκρατικές παραδόσεις των αρχαίων πόλεων.

 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Τα κόμματα  των Βενέτων και των Πρασίνων γεννήθηκαν στον ιππόδρομο.


Την εποχή του Αναστασίου, το Βυζάντιο σπαρασσόταν από θρησκευτικές διαμάχες ανάμεσα στους Ορθοδόξους και τους Μονοφυσίτες της αίρεσης του Ευτυχούς. Ο αυτοκράτορας, αν και μονοφυσιτικών τάσεων, δήλωσε επίσημα την αποδοχή του Ορθόδοξου (Χαλκηδόνιου) δόγματος και προσπάθησε να ακολουθήσει ήπια πολιτική ανάμεσα στις αντιμαχόμενες μερίδες εφαρμόζοντας το Ενωτικό του Ζήνωνα.

Η φιλο-μονοφυσιτική υπολιτική είχε επιπτώσεις και στις σχέσεις της Κωνσταντινούπολης με τη Ρώμη, με αποτέλεσμα το λεγόμενο Ακακιανό Σχίσμα (484) να διατηρηθεί μέχρι το 519.

Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος Α’, που στον τομέα της οικονομίας προώθησε το εμπόριο και τη βιοτεχνία και στα θρησκευτικά θέματα υποστήριζε ανοικτά το Μονοφυσιτισμό, ήταν φίλος των Πρασίνων και έγινε έτσι ο στόχος επιθέσεως των Βενέτων. Συχνά εμπρησμοί κατέστρεφαν τα δημόσια κτίρια, οι προτομές του αυτοκράτορα καταρρίπτονταν και σέρνονταν στους δρόμους. Στον Ιππόδρομο γίνονταν εχθρικές διαδηλώσεις εναντίον του «ιερού» προσώπου του αυτοκράτορα. Ο όχλος περιύβριζε τον γέρο ηγεμόνα, μερικές μάλιστα φορές του επιτέθηκε με πέτρες. Όταν το 512 έγινε μια μονοφυσιτική προσθήκη στον Τρισάγιο ύμνο, ξέσπασε επανάσταση στην Κωνσταντινούπολη, που λίγο έλλειψε να στοιχίσει στον Αναστάσιο τον θρόνο. Η κρίση κορυφώθηκε με την επανάσταση του στρατηγού της Θράκης Βιταλιανού, που από το 513 έφθασε τρεις φορές με στρατό και στόλο ως τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως.

 

Στις στιγμές της μεγάλης κρίσης ο αυτοκράτορας ήταν διατεθειμένος να κάνει παραχωρήσεις, μόλις όμως ηρεμούσαν τα πράγματα υπαναχωρούσε στην παλαιά του πολιτική, έτσι που το κράτος δεν έβγαινε ποτέ από τον πυρετό της κρίσης. Βέβαια η θρησκευτική αντίθεση δεν ήταν το μόνο ούτε το πρωταρχικό κίνητρο στην εξέγερση του Βιταλιανού. Κέρδισε όμως την ισχυρή υποστήριξη στον αγώνα του, επειδή ακριβώς εμφανίσθηκε ως υπέρμαχος της ορθοδοξίας εναντίον του μονοφυσίτη αυτοκράτορα. Η πολιτική του Αναστασίου έδειξε καθαρά, ότι η υποστήριξη του Μονοφυσιτισμού οδηγούσε σε αδιέξοδο. Ήταν αμφίβολο αν η ειρήνη που έφερνε στη μακρινή Αίγυπτο και τη Συρία η πολιτική αυτή θα είχε διάρκεια, ενώ στοίχιζε πολύ ακριβά γενικά, γιατί ήταν η αιτία της μόνιμης αναταραχής στις κεντρικές επαρχίες της αυτοκρατορίας.

 

Η διαμάχη όμως είχε πάρει τεράστιες διαστάσεις με τους πληθυσμούς της Αιγύπτου, Συρίας και Παλαιστίνης να ασπάζονται τον μονοφυσιτισμό ενώ στην πρωτεύουσα και τις ευρωπαϊκές κτήσεις επικρατούσε το Χαλκηδόνιο δόγμα. Φανατικοί και από τις δύο πλευρές ξεσήκωναν τον πληθυσμό και ταραχές ξεσπούσαν στην Αλεξάνδρεια και την Κωνσταντινούπολη. Το 496 ο Αναστάσιος αναγκάστηκε να καθαιρέσει τον Πατριάρχη Ευφήμιο, ο οποίος αντιπολιτεύονταν τον αυτοκράτορα ερχόμενος σε κρυφές συνεννοήσεις με τον Πάπα της Ρώμης. Στην θέση του τοποθέτησε τον Μακεδόνιο, ο οποίος ενώ στην αρχή έδειξε κάποια διαλλακτικότητα, στη συνέχεια αντιτάχθηκε και αυτός στον Αναστάσιο, κατηγορώντας τον ότι προστατεύει τους αιρετικούς. Το 514 καθαιρέθηκε και ο Μακεδόνιος και στη θέση του τοποθετήθηκε ο Τιμόθεος, ο οποίος διοίκησε την Εκκλησία με μετριοπάθεια.

 

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αναστάσιος Α' ο δίκορος, χάλκινος φόλλις, 491-518 μ.Χ.


Μετά την καθαίρεση του Πατριάρχη Μακεδόνιου, οι φανατικοί Ορθόδοξοι της Κωνσταντινούπολης υποκίνησαν σοβαρή στάση στην πρωτεύουσα, η οποία όμως κατεστάλη. Στη συνέχεια όμως εκδηλώθηκε κίνημα στη Θράκη υπό την ηγεσία του Βιταλιανού, που ήταν εγγονός του Άσπαρος. Ο Βιταλιανός - κόμης των φοιδεράτων, δηλαδή αρχηγός των Γότθων, Αλανών και άλλων βαρβάρων μισθοφόρων του Βυζαντινού στρατού - κατευθύνθηκε προς τις βορειότερες επαρχίες του κράτους, όπου συγκέντρωσε στρατό από Βουλγάρους και Ούννους. Στη συνέχεια ναυπήγησε στόλο και εμφανίστηκε μπροστά στην πρωτεύουσα, απειλώντας να την κυριεύσει, ζητώντας την επαναφορά του Μακεδόνιου και το διορισμό του ίδιου ως γενικού διοικητή της Θράκης. Η επανάστασή του όμως απέτυχε. Σύμφωνα με τον ιστορικό Μαλάλα, ο στόλος του καταστράφηκε από εύφλεκτη ουσία κατασκευασμένη με βάση το θειάφι. Αυτό ήταν το περίφημο ελληνικόν πυρ (υγρό πυρ), που επινόησε ο Αθηναίος φιλόσοφος, φυσικός και χημικός Πρόκλος, το οποίο εκτοξευόταν πάνω στα ξύλινα καράβια και άναβε με μόνη τη θερμότητα του ήλιου, κατακαίγοντας το στόλο των πολιορκητών.

 

 

Ο Αναστάσιος πέθανε το 518 χωρίς να αφήσει απογόνους. Είχε βέβαια τρεις ανεψιούς, από τους οποίους όμως δεν εξέλεξε κανένα για διάδοχό του. Πολλοί σύγχρονοί του έγραψαν ατελείωτους επαίνους για τα έργα του και την προσφορά του στην αυτοκρατορία, ενώ άλλοι τον πολέμησαν με φανατισμό, επικρίνοντας τα θρησκευτικά του πιστεύω και τη στάση του απέναντι στην Εκκλησία. Όπως και να έχουν τα πράγματα, μπορεί μεν να μην έφερε το χρυσό αιώνα στο Βυζάντιο, πέτυχε όμως όσο λίγοι να αντιμετωπίσει πολλούς εξωτερικούς κινδύνους, να ανακουφίσει τις λαϊκές μάζες, να προάγει την τεχνολογία, την οικονομία και τη δικαιοσύνη. Ήταν ο τελευταίος Ρωμαίος-Βυζαντινός Αυτοκράτορας που θεοποιήθηκε.

Νέος αυτοκράτορας αναγορεύτηκε ο αρχηγός των βασιλικών σωματοφυλάκων Ιουστίνος.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Η Ιστορία του Βυζαντινού κράτους, Georg Ostrogorsky

I· Χριστοφιλοπούλου, Ιστορία τ. Α΄

Χατζηαντωνίου, Θρησκευτική πολιτική

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

ΣΟΒΙΕΤΙΚΟΣ ΠΟΝΤΟΣ



Η ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΑΝΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

 

Στις αρχές της Οκτωβριανής Επανάστασης ζούσαν, σύμφωνα με στατιστικές των Ελληνικών Κοινοτήτων της Ρωσίας που υπάρχουν στο Υπουργείο Εξωτερικών, περίπου 700.000 Έλληνες (από αυτούς ως το 1928 είχαν έρθει στην Ελλάδα 58.526).

Δεν ήταν βέβαια λίγοι εκείνοι, οι οποίοι ανέπτυξαν πολιτική και συνδικαλιστική δραστηριότητα πριν την Επανάσταση, όπως ο Βλαδίμηρος Παπαδόπουλος ή η Παρασκευή Γεωργατζή.

Η Παρασκευή Γεωργατζή και Ευδοκία Παπαδοπούλου, συμμετείχε και στη πρώτη Συνδιάσκεψη των εργατριών και αγροτισσών της Οδησσού το 1920.

Ο Κωνσταντίνος Γ. Σεμερτζίεφ, κατά τη διάρκεια της κατάληψης της πόλης Γιάγκρα από τους Μπολσεβίκους το 1917, εκλέχθηκε υπεύθυνος διαφώτισης της Επαναστατικής Επιτροπής και το 1920 πρόεδρος της Περιφερειακής Επιτροπής της Κομσομόλ στην περιοχή του Σοχούμ (Αμπχαζία).

 
 
 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η  εφημερίδα Κόκινο Καπνα του Καυκάσου.
 

Πόντιοι εθελοντές, όπως οι Κ. Ζαχαρίδης και Σ. Παπαδόπουλος, σε επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού στα βάθη της Ασίας.

Ένας άλλος Έλληνας, εν ονόματι Μοραντής, διετέλεσε Διευθυντής του Χαρτογραφικού Τμήματος του Γενικού Επιτελείου Στρατού στο Τουρκεστάν.

 

Πολλοί εντάχθηκαν στον  Κόκκινο Στρατό και στο Κόμμα των Μπολσεβίκων. Στις μάχες του μετώπου της Μαριούπολης για παράδειγμα (Μάρτης 1919) πολέμησε στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων στρατιωτικό κίνημα αποτελούμενο αμιγώς από Έλληνες της περιοχής.

Στην πολυεθνική μονάδα της Κόκκινης Εθνοφρουράς της Γιάλτας εντάχθηκαν επίσης πολλοί Έλληνες, ενώ σημαντική ήταν και η παρουσία τους στις τακτικές και αντάρτικες μονάδες του Κόκκινου Στρατού που έδρασαν εντός και εκτός της πόλης της Οδησσού.

Η δασκάλα Μαρία Βαλλιανού του Κωνσταντίνου, μέλος του ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος από 1914, εργάστηκε στον Τομέα Διαφώτισης στο Κυβερνείο της Σταυρούπολης.

 

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος αναφέρει:

"...οι Καρσιώται... είναι μπολσεβίκοι...". (Χρ. Σαμουηλίδη "Το χρονικό του Καρς", σελ. 199).

 

 


 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Οι  Σοβιετικοί Έλληνες μετείχαν ενεργά στη σοσιαλιστική οικοδόμηση, με υψηλά ποσοστά ένταξης και δράσης στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τη Κομμουνιστική Νεολαία.

 

Ο ΠΟΝΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ

 

Το 1924, σ' όλη τη Γεωργία, τα ελληνικά σχολεία είναι 24, το 1938 φτάνουν τα 133 (βλ. Αγτζίδη Β. "Ποντιακός Ελληνισμός...", σελ. 167). Μόνο μέσα σε τρία χρόνια (1930-33) εκδόθηκαν 117 τίτλοι βιβλίων στα ελληνικά (στο ίδιο, σελ.
184).

Είναι τόσο φανερή η πολιτιστική ανάπτυξη των Ποντίων, που ακόμη και ο συγγραφέας (αυτή τη φορά) παραδέχεται:

"Στην ΕΣΣΔ ανθίζει στο μεσοπόλεμο ένας ιδιότυπος ελληνοποντιακός πολιτισμός, που προστατεύεται και ενισχύεται από το νέο σοβιετικό περιβάλλον".

 

Πραγματικά εντυπωσιακή ήταν η άνοδος που σημειώθηκε στην έκδοση εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων. Βιβλιοθήκες, θέατρα, εργατικές λέσχες, επαγγελματικές και ανώτερες σχολές, μορφωτικοί όμιλοι, παιδαγωγικές ακαδημίες, κλπ. άρχισαν να λειτουργούν στις περιοχές όπου ζούσαν και δραστηριοποιούνταν Έλληνες. Φυσικά η σοβιετική προπαγάνδα μίλησε για το ρεκόρ  το 1939, πάνω από 1 στους 10 Έλληνες στην ΕΣΣΔ είχε ανώτατη μόρφωση, προφανώς ήταν απίθανο να συμβαίνει κάτι τέτοιο (πιο κάτω παραθέτω στοιχεία για την εκπαίδευση στην περίοδο του μεσοπολέμου που φαίνονται ποιο ρεαλιστικά). Η δομή της ελληνικής εκπαίδευσης ήταν αντίστοιχη της σοβιετικής. Ο πρώτος  κύκλος υποχρεωτικής φοίτησης έγινε 7ετης. Τα σχολεία διακρίνονταν σε «αρχικά» με τέσσερις τάξεις, σε «μη πλέρια» ή «μη συμπληρωμένα» με 7 τάξεις και σε «πλέρια» ή «μεσαία» με 10 τάξεις. Οι απόφοιτοι του μη συμπληρωμένου σχολείου είχαν δικαίωμα έγγραφης στα τεχνικά σχολεία, τα «τέχνικουμ»,  ενώ οι απόφοιτοι των μεσαίων στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Τα εννέα μαθήματα που διδάσκονταν στις τέσσερις τάξεις του αρχικού σχολείου ήταν: μαθηματικά, μουσική, μητρική γλώσσα, φιλολογία, φυσιογνωσία, γεωγραφία, κόπος, ζωγραφική και φυσική αγωγή . Επίσης υπήρχαν μαθήματα για το σοβιετικό σύνταγμα  και το στρατό.

Η πρώτη ελληνική ακαδημία ιδρύθηκε τον Αύγουστο του 1924 στο Κρασνοντάρ, και ακολούθησε η ίδρυση των ακαδημιών στην Μαριούπολη, στο Σοχούμι και στην Τσάλκα. Χαρακτηριστική είναι η προσπάθεια στην ακαδημία της  Μαριούπολης, όπου με το τριετές πρόγραμμα φοίτησης, εκπαίδευε δάσκαλους για τα ελληνικά χωριά της Αζοφικής, οργάνωνε σεμινάρια για τους Κομσομόλους, ενώ γίνονταν προσπάθειες για μετάφραση εγχειριδίων για τα ελληνικά σχολεία από την ουκρανική γλώσσα.

 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μνημείο για τους Έλληνες πεσόντες στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κατά του φασισμού.
 

Στις 10 Μαΐου 1926 στην Πανενωσιακή Σύσκεψη των Ελλήνων διανοουμένων στη Μόσχα, η οποία ονομάστηκε "Πανσυνδεσμιακή Σύσκεψη", αποφασίστηκε η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη θέση της καθαρεύουσας και η αντικατάσταση του εικοσιτετραγράμματου αλφάβητου από το εικοσιγράμματο.

Με την απόφαση αυτή: καταργήθηκαν οι δίφθογγοι, διατηρήθηκαν μόνο το "ι" και το "ο", στη θέση του "ου" καθιε­ρώθηκε το "υ", στη μικρογράμματη γραφή παρέμεινε μόνο το "ς", ενώ καταργήθηκε το "σ", τα διπλά σύμφωνα γράφονταν αναλυτικά (δηλαδή το "ξ" ως "κς" και το "ψ" ως "πς") και καθιερωνόταν το ενωτικό στις κτητικές αντωνυμίες. Η Σύσκεψη αποδέχτηκε την πρόταση της Κεντρικής Επι­τροπής του Νέου Αλφάβητου για την επισημοποίηση της δημοτικής γλώσσας και την αντικατάσταση της ιστορικής ορθογραφίας από τη φωνητική. Όσον αφορά στον τονισμό των λέξεων, καταργήθηκε ο τόνος στις μονο­σύλλαβες λέξεις και σε όσες τονίζονταν στη λήγουσα. Στην απόφαση της Σύσκεψης προτάθηκε η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού με την έκδοση βιβλίων στις τοπικές ελληνικές διαλέκτους. Αυτό που αποτέλεσε καθοριστικής σημασίας στοιχείο, είναι ότι η επιτροπή επηρεάστηκε καθοριστικά από τις απόψεις των διανοουμένων για τη φωνητική ορθογραφία. Με βάση αυτήν την άποψη επιβαλλόταν  η κατάργηση των θεωρούμενων περιττών στοιχείων, που επιβίωναν στο ελληνικό αλφάβητο από την αρχαιότητα και την προσαρμογή του γραπτού λόγου στον προφορικό. Οι απόψεις αυτές είχαν ωριμάσει στους διανοούμενους που κατοικούσαν κυρίως στη Γεωργία, ενώ πλήθος από βιβλία, θεατρικά, και λογοτεχνικά είχαν ήδη εκδοθεί στη φω­νητική γραφή. Η πρώτη περίοδος λοιπόν χαρακτηρίζεται από την εφαρμογή της λενινιστικής εθνικής πολιτικής που προκάλεσε μια ουσιαστική άνοδο τόσο του εθνικού πολιτισμού των Ποντίων του Καυκάσου όσο και υπόλοιπων Ελλήνων των άλλων περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης.

Η ανάπτυξη της ελληνικής εκπαίδευσης έγκειται στο γεγονός της συνεχούς αύξησης  του αριθμού των ελληνικών σχολείων καθώς και στην κατάρτιση εκπαιδευτικών για τα σχολεία της κατώτερης και της μέσης εκπαίδευσης. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η εξέλιξη των σχολείων στη Γεωργία.

Ενώ το 1924 τα ελληνικά σχολεία όλης της Γεωργίας είναι 33, το 1927 μόνο στην Αμπχαζία φτάνουν τα 54, αποτελώντας περίπου το 25% των σχολείων της περιοχής. Το 1938 στην δημοκρατία της Γεωργίας λειτουργούσαν  140 ελληνικά σχολεία. Στα μέσα  της δεκαετίας του 1920 στην Σοβιετική Δημοκρατία της Ρωσίας λειτουργούν 60 ελληνικά σχολεία. Το ποσοστό των μορφωμένων Ελλήνων της Σο­βιετικής Ρωσίας ανέρχεται το 1926 στο 50%, από το οποίο το 60,4% αφορά τον ανδρικό πληθυσμό ενώ το 42,1% το γυναικείο. Στην περίοδο 1923-1924 το ίδιο ποσοστό δεν ξεπερνούσε το 32-35%.

 

Ο Ν. Καζαντζάκης έγραψε σχετικά: «Η εργασία που γίνεται τώρα στη Ρουσία για να ξυπνήσει ο άνθρωπος είναι καταπληκτική. Οι οχτροί την παραγνωρίζουν και τη γελοιοποιούν, οι τυφλωμένοι φίλοι την υπερβάλλουν. Μα και οι δύο έχουν άδικο. Η εργασία που γίνεται εδώ για τις εθνότητες είναι πολύ σημαντική, μα δύσκολη πολύ και δεν έδωκε ακόμα όλους της τους καρπούς. Μα θα τους δώσει.».

Ο Αγτζίδη Β. στο βιβλίο του "Ποντιακός Ελληνισμός..." αναφέρει:

"Στην ΕΣΣΔ ανθίζει στο μεσοπόλεμο ένας ιδιότυπος ελληνοποντιακός πολιτισμός, που προστατεύεται και ενισχύεται από το νέο σοβιετικό περιβάλλον".

"...οι Πόντιοι για πρώτη φορά στην ιστορία τους μετά από αιώνες, έζησαν σε παρόμοιες συνθήκες πολιτικής, εθνικής, μορφωτικής ισότητας και ελευθερίας" (Μ. Χαραλαμπίδη, Κ. Φωτιάδη, "Πόντιοι, δικαίωμα στη μνήμη", σελ. 24).

 

            Αυτή βέβαια η άνοιξη για τους Έλληνες ήταν μέχρι τον Αύγουστο του 1938 έκλεισαν όλα τα ελληνικά σχολεία ενώ η διδασκαλία άρχισε να γίνεται στη ρωσική γλώσσα και κάποιες φορές και στη γλώσσα της δημοκρατίας στην οποία ζούσαν.

 

Οι Έλληνες του Πόντου είχαν και τους σοβιετικούς ήρωες της ειρηνικής περιόδου της ΝΕΠ σαν τέτοιο παράδειγμα φέρνω την Πάσα Αγγελίνα (1912-1959) γεννήθηκε στο Σταρομπέσεβο εκπαιδεύτηκε ως οδηγός τρακτέρ και για την δράση της τιμήθηκε με το παράσημο Λένιν (σε ηλικία 24 ετών), το 1946 με το Βραβείο Στάλιν (Κρατικό Βραβείο της ΕΣΣΔ) και το 1947 με τον τίτλο Ηρωίδα της Σοσιαλιστικής Εργασίας (τον οποίο κατέκτησε ξανά το 1958). Εκλέχθηκε επανειλημμένα αντιπρόσωπος από το 18ο ως το 21ο Συνέδριο του Κόμματος, ενώ διετέλεσε επίσης Βουλευτής του Ανωτάτου Σοβιέτ της ΕΣΣΔ.

Η  μεταναστευτική τάση προς την Ελλάδα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ συνεχίστηκε την δεκαετία του 1920. Η επιθυμία των ελληνοποντίων να επιστρέψουν στην πατρίδα ήταν πράγματι μεγάλη.

Όλα αυτά άρχισαν να ξεθωριάζουν στην δεκαετία του 30 με τις μεγάλες σταλινικές εκκαθαρίσεις. Από το Δεκέμβριο του 1937 και όλο το 1938, οι σταλινικές αρχές άρχισαν τις εκκαθαρίσεις των Ελλήνων της περιοχής Μαριούπολης. Όλοι οι άνδρες, από 17 ετών και άνω, δικάστηκαν με τις πιο συνοπτικές διαδικασίες από στημένα δικαστήρια και στάλθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας στο Αρχαγγέλσκ, στο Κόμι και τη Σιβηρία με την κατηγορία ότι προσπάθησαν να δημιουργήσουν. ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η καταστροφή της Ελληνικής γλώσσας.

 

ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΟ

 

Ορισμένες αναφορές κάνουν λόγο ακόμα και για 13.000 Έλληνες που πολέμησαν στα μέτωπα του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου μόνο από την Γεωργία. Ένας εξ αυτών, ο Λάζαρος Μέλικοφ (από την Τσάλκα της Γεωργίας), στις παραμονές του σοβιετοφιλανδικού πολέμου το 1939 έγραψε από το μέτωπο μια επιστολή στον φίλο του Χαράλαμπο Καρίμποφ, η οποία και έκλεινε ως εξής: «Εγώ υπερασπίζω τα σύνορα από τους φασίστες εχθρούς. Για τα σοβιετικά σύνορα δίνω και την ζωή μου.» Ήταν μέλος της Κοσμομόλ της διμοιρίας και όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλα μέλη της νεολαίας ρίχτηκε με αυτοθυσία στην πρώτη γραμμή. Έπεσε μαχόμενος κατά την απελευθέρωση της Λευκορωσίας. Για τον ηρωισμό του τιμήθηκε με το μετάλλιο του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1ης κατηγορίας.

Σαν «Ήρωες της Σοβιετικής Ένωσης» αναφέρονται οι παρακάτω εννιά Έλληνες: Σπυρίδωνα Γεγκόροφ,

Θεοφύλακτο Ζουμπάλοφ,

Θεόδωρο Κοτάνοφ,

Ηλία Μουρζά,

Γρηγόριο Μπαχτσιβαντζή,

Κωνσταντίνο Ταλάχ,

Ηλία Ταχτάροφ,

Γεώργιο Τσέλιο και

Κωνσταντίνο Χάτζεφ.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι στην κατάληψη του Βερολίνου πήραν μέρος και Έλληνες μαχητές.

Έλληνες συμμετείχαν και στις αντάρτικες ομάδες που επιχειρούσαν στις κατεχόμενες από τους Ναζί περιοχές ενδεικτικά αναφέρω μερικά ονόματα:

 Κωνσταντίνος Αποστολίδης,

Φ. Γιακουσίδης,

Ν. Μιχαηλίδης,

Ν. Ποπαντόπουλος,

Λεωνίδας και Μάξιμος Σελεσκερίδης-Γκρέκοφ,

Ν. Σπάη,

Ι. Τσαλουχίδης,

οι αδερφοί Τσούσση,

και πολλοί άλλοι.

Άλλοι συνέδραμαν στον αντιφασιστικό αγώνα μέσα από τις γραμμές ανεφοδιασμού (όπως ο Ιβάν Κωνσταντινίδης), του πολιτισμού (όπως ο Θεόδωρος Κανονίδης) και βέβαια της παραγωγής: οι Ιβάν Μπράγκιν, Γεώργιος Σαββίδης, Κωνσταντίνος Χρυσοχοΐδης, κ.α. τιμήθηκαν με το μετάλλιο «Για Ηρωική Εργασία στο Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο». Αλλά και χιλιάδες άλλοι απλοί πολίτες, όπως ο πατέρας της Χαρίκλειας Κανέτη (Πόντιος πρόσφυγας από την Τουρκία), ο οποίος κατά την διάρκεια του πολέμου –όντας ράφτης στο επάγγελμα- έραβε στολές για τους φαντάρους. Ο ίδιος έλεγε: «Η νίκη κατά των κατακτητών είναι υπόθεση όλων».

Για όλα αυτά η Σοβιετική Ένωση μετά το τέλος του Β Παγκοσμίου Πολέμου μετέφερε εκατοντάδες Έλληνες του Πόντου με τραίνα σε μακρινές περιοχές με πολυήμερα ταξίδια που οδήγησαν μεγάλο αριθμό Ποντίων στον θάνατο. Οι περιουσίες αυτών των ανθρώπων λεηλατήθηκαν από Γεωργιανούς, οι οποίοι περίμεναν την αποχώρησή τους για να κλέψουν ζώα, ρούχα τρόφιμα, σπίτια.

Αυτή η Εθνοκάθαρση έγινε από τους Γεωργιανούς Στάλιν και Μπέρια, οι λόγοι ήταν καθαρά εθνικοί . Μεγάλες περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό εκκαθαρίζονται. Δεν εξαιρούνται από τις διώξεις ούτε τα μέλη του Κόμματος. Χιλιάδες Έλληνες εκτελούνται με τη κατηγορία "εχθρός του λαού" ή εξορίζονται στα στρατόπεδα συγκέντρωσης της Σιβηρίας. Τα κύρια επιχειρήματα των κατηγόρων είναι ότι υποστηρίζουν πολιτικά το "τροτσκιστικο-μπουχαρινικό κέντρο" και ότι συμμετέχουν σε μυστικές οργανώσεις με στόχο "την ανατροπή της σοβιετικής εξουσίας και την εγκαθίδρυση ελληνικής δημοκρατίας στα νότια παράλια της Ρωσίας". Οι ιερείς είναι από τους πρώτους που συλλαμβάνονται. Δεκάδες και εκατοντάδες Έλληνες ιερείς εξοντώνονται. Όσοι καταδικάζονται σε καταναγκαστικά έργα στέλνονται στη Σιβηρία.

Το σοβιετικό κράτος ενήργησε  σε αντίθεση με την  τοποθέτησης του Β. Ι. Λένιν, που  προσδοκούσε  στην εξομάλυνση των σχέσεων και την ειρηνική συνύπαρξη όλων των φυλών του εθνολογικού μωσαϊκού της Σοβιετικής Ένωσης, στο έργο του «Το δικαίωμα των εθνών για αυτοδιάθεση», έγραψε χαρακτηριστικά: «Το δημοκρατικό κράτος πρέπει οπωσδήποτε να αναγνωρίσει την πλέρια ελευθερία των διαφόρων γλωσσών και να απορρίψει κάθε προνόμιο για μια απ' τις γλώσσες. Το δημοκρατικό κράτος δεν θα επιτρέψει να καταπνίγεται καμιά εθνότητα από μια άλλη ή να μπαίνει σε κατώτερη μοίρα απ ' αυτήν, σε κανένα τομέα ή κλάδο των κοινωνικών υποθέσεων. Η εκπαιδευτική πολιτική των εργατών όλων των χωρών είναι ενιαία: Ελευθερία της Μητρικής Γλώσσας». (Φωτιάδης, 2003, 56).

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το μουσικό συγκρότημα των Ελλήνων της ΕΣΣΔ «Ρωμιοσύνη», σε συναυλία του σε εργοστάσιο.
 

ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΑΣΚΕΝΔΗ

 

"Ας λέγω σας, ε παιδία,ντο έντον ση Ρουσίαν το μιλλέτ ετοπλάεψαν άμον κωσσους πουλία. Τη Καζαχστάν τα δρόμια έρημα απόμενε έφαγαν το καρδόπον μου και ολίγον επέμνε."

 
 
 
 
Οι πρώτοι Έλληνες με βάση το υπ' αριθμ. 1828 διάταγμα της κρατικής Επιτροπής Άμυνας (29 Μαΐου 1942), μετατοπίζονται ανατολικά, είναι οι κάτοικοι της κοιλάδας του Κουμπάν, περιοχής της νότιας Ρωσίας, που έχουν την ελληνική υπηκοότητα. Ένα μέρος τους μεταφέρεται στις περιοχές κοντά στο Βλαδιβοστόκ. Οι υπόλοιποι εκτοπίζονται στο σιβηρικό Καζαχστάν. Η μετατόπιση γίνεται λίγο πριν την κατάληψη της περιοχής από τα ναζιστικά στρατεύματα. Η πλειοψηφία των Ελλήνων υπηκόων που κατοικούν στη νότια Ρωσία εκτοπίζεται το 1942 κυρίως στις περιοχές του σιβηρικού Καζαχστάν.

Με το υπ αριθμ. 5984 διάταγμα της κρατικής Επιτροπής Άμυνας το 1944 , εξορίζονται χιλιάδες Έλληνες της Κριμαίας στο Καζαχστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώκονται όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς. Το 1946 εξορίζεται στο Καζαχστάν, στην περιοχή ανάμεσα στην Αλμα Ατα και στη Τζαμπούλ, κατατάσσονται στην κατηγορία των "ειδικώς απελαθέντων", και εξορίζονται στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία. Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικυκλώνουν τη νύχτα τα ελληνικά χωριά. Ο ίδιος ο Στάλιν με τη ρητή εντολή προτείνει  να γίνει η μετοικεσία όλων σε διάστημα 5 ημερών: «Η μετοίκηση θα λάβει χώρα στο διάστημα μεταξύ 1ης και 5ης Ιουλίου ε.ε.».Οπλισμένοι άντρες υποχρεώνουν τους Έλληνες Πόντιους να τα εκκενώσουν. Στον εξορισμένο πληθυσμό συμπεριλαμβάνεται ολόκληρος ο ελληνικός πληθυσμός της Αμπχάζιας και ο μισός της Ατζάριας.

Οι άνθρωποι παρατούσαν τα σπίτια τους, τα ζώα, την όποια περιουσία, και με όσες χειραποσκευές μπορούσαν να πάρουν, μπαίνανε κατά 40 άτομα σε βαγόνια για μεταφορά των γελαδιών. Ο προϊστάμενος του υπουργείου Εσωτερικών της ΕΣΣΔ σε αναφορά του σημειώνει ότι:
"Στην όλη επιχείρηση δεν είχαν τηρηθεί πάντα οι ηθικοί κανόνες. Τα σπίτια των Ελλήνων είχαν εκτιμηθεί σε πολύ χαμηλές τιμές και είχαν αποκτηθεί για προσωπική χρήση από κομματικά και σοβιετικά στελέχη. Συγκεκριμένα από το δήμαρχο της πόλης Γκουνταούτ Άκτιγια, το γραμματέα της κομματικής οργάνωσης του Σοχούμ Κακούριγια, τον υποδιευθυντή του υπουργείου Κρατικής Ασφάλειας Μαλάκιγια και άλλους".

Το ταξίδι ως τους τόπους των εξορίσεων διαρκούσε από 2 βδομάδες μέχρι και δυόμιση μήνες, χωρίς τις βασικές υποδομές υγιεινής, χωρίς φαγητό και νερό, και την κόλαση που επικρατούσε στα αμαξώματα μπορεί να την καταλάβει μόνο αυτός που την έζησε. Στους τόπους των εξορίσεων οι έλληνες (όπως και πολλοί άλλοι λαοί) πληροφορήθηκαν ότι μεταφέρθηκαν εδώ για μόνιμα και χωρίς το δικαίωμα επιστροφής. Δεν επιτρεπόταν να απομακρύνονται από τον τόπο και υποχρεώνονταν κάθε μήνα να δηλώνουν παρόν στο τοπικό τμήμα ασφαλείας. Η μη συμμόρφωση με τα παραπάνω τιμωρείτε με 20 χρόνια καταναγκαστικά έργα σε στρατόπεδα συγκεντρώσεων.  Ας δούμε πως περιγράφει αυτή την διαδικασία ένα θύμα : "Εκατοντάδες τάφοι με ξύλινους σταυρούς (αν ακόμη βρίσκονται) θα σας δείχνουν τη διαδρομή από τον ζεστό τόπο μας ως την έρημο της Μέσης Ασίας και τα άγνωστα μέρη της δυτικής Σιβηρίας. Δεν ξεχνιούνται τα δυστυχισμένα θύματα της δυσεντερίας, οστρακιάς, τύφου και της φοβερής λέξης "περιορισμός" στους νέους τόπους εγκατάστασης. Και ξανά δυσβάσταχτη εργασία, αξιοποίηση χέρσων εκτάσεων, πάλι χτίσιμο κατοικιών, καυτός ήλιος και θάνατος χιλιάδων συγγενών, γερόντων και παιδιών".

Πολύ παραστατική είναι η δραματική αφήγηση του γιατρού Π. Μπουμπουρίδη από το Σοχούμ για τα μέτρα εκτόπισης που πήραν οι σταλινικές αρχές.

«Στις 13 με 14 Ιουνίου 1949, στις 9 η ώρα τη νύχτα, χτύπησαν οι άνθρωποι της ΕΝ ΓΚΑ ΒΕ ΝΤΕ. Εξοριζόμαστε σε μακρινές περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης. Στην ερώτηση μας για ποιο λόγο, δεν μας απάντησαν. Βούιζε η πόλη, ούρλιαζαν τα σκυλιά. Στις πόρτες των ποντίων περίμεναν τα φορτηγά αυτοκίνητα να τους πάρουν. Έκλαιγαν τα παιδιά και οι μανάδες. Έκλαιγαν οι γείτονες που τους έδιωχναν να μη μας βοηθήσουν».

 

Η μαρτυρία του κ. Π. Μπουμπουρίδη επιβεβαιώνεται από μια έκθεση-καταγγελία, που υπάρχει στα αρχεία του Αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών για τους εκτοπισμούς των Ελλήνων του Καυκάσου. Συγκεκριμένα, η έκθεση αναφέρει ότι στις 14 Ιουνίου του 1949, ολόκληρος ο Ελληνισμός του Καυκάσου ξεσπιτώθηκε χαράματα και μεταφέρθηκε με αγροτικά φορτηγά στο Νότιο Καζακστάν και σ' άλλα μέρη της Κεντρικής Ασίας. Στους εκτοπισμένους δόθηκαν μόνο λίγα λεπτά διορία να μαζέψουν τα απαραίτητα που θα μπορούσαν να πάρουν μαζί τους.


Το Ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών διαμαρτυρήθηκε για τον εκτοπισμό των Ελλήνων. Στις 24 Ιουνίου 1949 επιδόθηκε η επίσημη διαμαρτυρία μέσω του Έλληνα διπλωματικού ακολούθου της Μόσχας στο Σοβιετικό Υπουργείο των Εξωτερικών, το οποίο όμως δεν έδωσε καμία απάντηση. Για να νομιμοποιήσουν τον εκτοπισμό, ώστε αργότερα να μην έχουν συνέπειες, μηχανεύτηκαν τον όρο "εθελοντική αναχώρηση". Ας δούμε όμως πως περιγράφεται αυτή η "εθελοντική αναχώρηση"από τον καθηγητή του Ινστιτούτου Μαρξισμού-Λενινισμού της Μόσχας Γκ. Τραπέζνικοφ,:

"Εμείς οι Έλληνες είμαστε από τα μεγάλα θύματα της ιστορίας της Ρωσίας. Φίλεργοι, συνεργαζόμαστε όχι με κανένα "ξένο κέντρο" αλλά με όλους τους Έλληνες της διασποράς. Σε όλες τις γωνιές του κόσμου δημιουργήσαμε πλούτη, περιουσίες. ΓΓ αυτό μας καταδίωξαν οι εχθροί μας, για να μας τα αφαιρέσουν. Μόνο στη Μόσχα μας πήρανε δεκάδες ωραία κτίρια που ανήκαν σε Έλληνες. Από αυτά και μόνο ζημιωθήκαμε 12 εκατομ. χρυσά ρούβλια."

"Κατά τη διάρκεια των εκτοπίσεων ένας μεγάλος αριθμός ηλικιωμένων και παιδιών πέθαναν κάτω από άθλιες συνθήκες που τους επιφύλαξε η πικρή μοίρα της υποχρεωτικής μετανάστευσης σε ασυνήθιστες συνθήκες διαπεραστικού ηπειρωτικού κλίματος χωρίς χειμωνιάτικη
ενδυμασία"

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ελληνόπουλα στην ΕΣΣΔ, φόρεσαν και Πόντιοι φουστανέλα για να δείξουν την εθνότητά τους.
 

Όλοι οι «μεταστεγασθέντες» θα συστεγαστούν με τους πολιτικούς πρόσφυγες του εμφυλίου.

Οι περιοχές που μεταφέρθηκαν οι νέοι Έλληνες εκτοπισμένοι στο Καζακστάν ήταν το Τσιμκέντ και η περιφέρεια, το Παχτά Αράλ και το Κεντάου, το Τζαμπούλ και τα χωριά Τσου και Άσα, το χωριό Γεώργιεφκα, το Ζανάτας, η Άλμα Άτα, το Μέρκε, το Καρατάου. Στην Κιργιζία, η περιοχή Ταλάς, η περιοχή Ος και στη Σιβηρία στην περιοχή Σβερντλόφσκ. Οι Έλληνες άργησαν να προσαρμοστούν, γιατί οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές απ’ αυτές του Καυκάσου. Όσους τους πήγαν στα ορυχεία μολύβδου του Μεργκαλιμσάι, τους εγκατέστησαν σε στάβλους αλόγων ή προβάτων, οι οποίοι είχαν διαστάσεις τρία επί τρία και πόρτες ύψος ενός μέτρου. Το δάπεδο ήταν χωμάτινο, όπως και η οροφή, πάνω από τα κλαδιά άγριων καλαμιών. Για καύσιμη ύλη χρησιμοποιούσαν πετροκάρβουνο, το οποίο το μάζευαν γύρω από τις γραμμές του τρένου, όπου έπεφτε από τα τρένα που το μετέφεραν. Στη συνέχεια οι εκτοπισμένοι στο Μεργκαλιμσάι έχτισαν διώροφα ξύλινα σπίτια με οκτώ διαμερίσματα συνολικά. Το κάθε διαμέρισμα ήταν 40 τετραγωνικά μέτρα. Οι ντόπιοι, οι Καζάκοι, οι Κιργίζιοι, οι Ουζμπέκοι, καθώς και οι από παλιότερα εξορισμένοι Κορεάτες, Γερμανοί κ.α. βοήθησαν αποφασιστικά τους εκτοπισμένους Έλληνες να επιβιώσουν.

 

 

Μετά την ήττα του ΔΣΕ τον Αύγουστο του 1949, πολλοί από τους ηττημένους συντρόφους του Ζαχαριάδη τους εγκαθιστούν στην Τασκένδη, δίπλα στους πολιτικούς πρόσφυγες οι σοβιετικοί δημιουργούς και τους πρόσφυγες από την εθνοκάθαρση που πραγματοποίησαν στις περιοχές που ζούσαν Έλληνες, η μεταφορά των δεύτερων έγινε με τρόπο που προσβάλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ενώ οι πρώτοι μεταφέρθηκαν αφού εξασφαλίστηκαν ανέσεις μεταφοράς και εγκατάστασης. Πολλοί από τους ηττημένους συντρόφους του Ζαχαριάδη διαμαρτύρονταν για τη συμπεριφορά τους στην προσφυγιά H κατάσταση αυτή οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των ελλήνων προσφύγων στην Τασκένδη και τελικά, τον Μάρτιο του 1956, με παρέμβαση των σοβιετικών ιθυνόντων, στην καθαίρεση του Ζαχαριάδη από τη θέση του γενικού γραμματέα του KKE.

Μαζί με αυτή την εξέλιξη των προσφύγων του εμφυλίου ήρθε το Ανώτατο Σοβιέτ με περισσή υποκρισία να ψηφίσει στις 17 Σεπτεμβρίου 1955 το διάταγμα "Για αμνηστία των σοβιετικών πολιτών, που συνεργάστηκαν με τις κατοχικές δυνάμεις την περίοδο του μεγάλου πατριωτικού πολέμου 1941-1945".
Παρά την πλαστή κατηγορία οι Έλληνες και οι άλλες εθνότητες ζήτησαν αμέσως να εφαρμοστεί και στην περίπτωση τους το διάταγμα αυτό, ώστε να μπορούν να επιστρέφουν στις εστίες τους (το ερώτημα είναι ποια συνεργασία με τους Γερμανούς είχαν οι χιλιάδες έλληνες της Γεωργίας, με δεδομένο το γεγονός ότι οι Γερμανοί δεν έφτασαν στις περιοχές αυτές).

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : 13 Ιουνίου: Ημέρα μνήμης για τους Σταλινικούς διωγμούς κατά του Ποντιακού Ελληνισμού.

Για την εξορία αυτή τραγούδησαν:

          Σα χίλια εννιακόσια στα σαράνταεννέα

          και τι Ρωμαί­οις εξώρτσανε ση Καζακστάν μερέα.

Εφέκαμεν τ’ οσπίτια μουν ατά τα μερακλία

          εφέκαμεν τα χτινια μουν δεμένα σα μαντρία.

          Τα χωρία εσουσλάεψαν θάρεις εκοιμούσαν

          τα χτήνοπά μουν έκραζαν τα σκυλία εγουρνούσαν.

Τραγούδησαν επίσης: 

          Σα χίλια εννιακόσια και σα σαράντα εννέα

          να πάει και άλλο να μην έρτεν εκείνη η χρονία.

          Ατοίν εμάς εκλείδωσαν σ’ έρημα τα βαγόνια

          και ση σειράν πα έστεκαν κα εξ’εφτά σαλόνια.

          Μικροί, τρανοί εβάρκιζαν “εκάγαμε, ανοίξτε

          εγκλήματα κ’ εποίκαμε εσείς εμάς αφήστε”.

          Εμάς ατοίν επέρανε και φέρανε σην Ντράντα

          και τι Ρωμαίοις εξώρτσανε μικρούς, τρανούς για πάντα.

          Το Τσιν, το Τσαλ, το Παλ εμάζεψαν και όλα τα χωρία

          επήγανέ μας σο Καζακστάν/μακρά σην ερημία.

 Οι Έλληνες έγραψαν τραγούδια για τους τόπους εξορίας τους:

                   Ανάθεμα σο Τουρκεστάν

                   και σο Μεργκαλιμσάι

                   το χρόνο δώδεκα μήνας

                   πάντα αέρας φυσάει.

Η άσχημη μοίρα των εκτοπισμένων έγινε τραγούδι-καταγγελία:

                    Ας λέγω σας ε παιδία

                   ντο έντον ση Ρουσία

                   το μίλλετ ετοπλάεψαν

                   άμον κωσσούς πουλία.

                   Τη Καζακστάν τα δρόμια

                   έρημα απομένε’

                   έφαγαν το καρδόπο μου

                   και ολίγον επέμνε.

 

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σοβιετικοί Έλληνες «έτοιμοι για την εφαρμογή του Πεντάχρονου Πλάνου».

 

ΠΗΓΕΣ :

 

  1. «Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ» Εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ.
  2. Βλάσης Αγτζίδης, «Παρευξείνιος Διασπορά. Ελληνικές εγκαταστάσεις  στις βορειοανατολικές περιοχές του Εύξεινου Πόντου», Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακίδη, 1997.
  3. «Οι σταλινικές διώξεις κατά των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης», περ. Αρχείον Πόντου, τόμος 52ος, έκδ. Επιτροπή Ποντιακών Μελετών Αθήνα, 2007.
  4. Χρ. Σαμουηλίδη "Το χρονικό του Καρς"