Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

«Καπετάν Αντρέας Ζέπος»


Τραγουδήθηκε : στα 1945

Στίχοι:   Γιάννης Παπαϊωάννου, Ψηλός, Πατσάς

Μουσική:   Γιάννης Παπαϊωάννου, Ψηλός, Πατσάς

 

 1. Γιάννης Παπαϊωάννου, Ψηλός, Πατσάς & Δημήτρης Περδικόπουλος  

 2. Σωτηρία Μπέλλου   

 3. Στελλάκης Περπινιάδης & Οδυσσέας Μοσχονάς, Σαμιώτης  

 4. Μαρίζα Κωχ

 

Μια ψαροπούλα είναι αραγμένη,

μπρος στ' ακρογιάλι τον Ζέππο περιμένει.

 


Καπετάν Ανδρέα Ζέππο, χαίρομαι όταν σε βλέπω.

Χαίρομαι όταν σε βλέπω, καπετάν Ανδρέα Ζέππο.

 

 

Όλοι καλάρουνε μα δε πιάνουν ψάρια.

Καλάρ' ο Ζέππος και πιάνει καλαμάρια.

 

 

Έγια μόλα έγια λέσα, έχει ο σάκος ψάρια μέσα.

Έχει ο σάκος ψάρια μέσα, έγια μόλα έγια λέσα.

 


Μέσα το τσούρμο του είν' όλοι ιππότες.

Έξ' είν' απ' την Κούλουρη κι έξ' Αϊβαλιώτες.

 

 

Καπετάν Ανδρέα Ζέππο, χαίρομαι όταν σε βλέπω.

χαίρομαι όταν σε βλέπω, καπετάν Ανδρέα Ζέππο.

 

 

Έγια μόλα έγια λέσα, έμπα στη βαρκούλα μέσα.

Έμπα στη βαρκούλα μέσα, έγια μόλα έγια λέσα.

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Καπετάν Ανδρέας Ζέπος.

Ο Αντρέας Ζέππος γιός του Αιβαλιώτη έμπορου Στράτου είναι ένα προσφυγόπουλο από το Αϊβαλή της Μικράς Ασίας, στον πρώτο διωγμό του 1914 ο πατέρας του πιάστηκε από τους τούρκους και χάθηκε μαζί με άλλους  Η μητέρα του, η κυρά-Παρασκευή, έγκυος κιόλας, μάζεψε ότι μπορούσε, πήρε από το χέρι και τον Αντρέα και κατέφυγαν σε ένα σπίτι με μποστάνι που είχαν έξω απ’ την πόλη για ασφάλεια. Η κυρά-Παρασκευή γέννησε λίγο αργότερα κορίτσι την  Στρατούλα. Ο Αντρέας βρέθηκε από τα παιδικά του προστάτης οικογένειας, μπάρκαρε στο καΐκι «Ταξιάρχη», του καπετάν-Στέλιου που ήταν  συγγενής της μητέρας του, σαν μούτσος. Έλεγε αργότερα ο καπετάν-Αντρέας:

«Την πρώτη φορά που πήρα το μερτικό μου απ’ το ψάρεμα, λίγες μπαγκανότες στη χούφτα κι ένα διχτάκι ψάρια, σε λίγα λεπτά έκανα τη σχετικά μεγάλη απόσταση από το λιμάνι στο σπίτι μου. Κυριολεκτικά πετούσα… Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά μου που πήγαινα για πρώτη φορά στη μάνα λίγα λεφτά και ένα διχτάκι ψάρια. Νόμιζα ότι είχα γίνει άντρας. Εκείνο που πρέπει να σας πω ξεχωριστά… είναι η χαρά που πήρα μόλις τ’ αφεντικό μου [ο καπετάν-Στέλιος] με πλήρωσε. Η χαρά μου όμως δεν ήταν ότι θα ξόδευα αυτά τα χρήματα για τον εαυτό μου… αλλά γιατί θα τα πήγαινα προσφορά στη μάνα μου».

Η ζωή όμως στην Μ Ασία δυσκόλευε και ο καπετάν Στέλιος μάζεψε την οικογένεια του Αντρέα από το Αϊβαλή και με τον  «Ταξιάρχη» έφτασαν στον Σαρωνικό, με τα λεφτά που έβγαλαν από τις πρώτες καλάδες νοίκιασαν ένα παλιό μικρό σπιτάκι με δύο δωμάτια κοντά στην παραλία όπου ζούσαν όλοι μαζί: «Δεν πέρναγε μέρα χωρίς η κυρά-Παρασκευή να μην γονατίσει στην εικόνα της Παναγιάς που έφερε απ’ την πατρίδα. Προσευχόταν και ευχαριστούσε για το πόσο γρήγορα και καλά τακτοποιήθηκαν».

Ο  καπετάν-Στέλιος και η γυναίκα του πέθαναν όμως και η κυρά-Παρασκευή κατάφερε σαν πρόσφυγας να της παραχωρηθεί ένα μικρό διαμέρισμα στις προσφυγικές πολυκατοικίες του Τουρκολίμανου και έτσι ο καπετάν-Αντρέας βρέθηκε στον Πειραιά.

Στα 16 του ο Αντρέας  «καπετανεύει» ήδη και είναι δεινός ψαράς, όπως και ο πατέρας του. Στα 24 χρόνια του, γνωρίζει την γυναίκα του και παντρεύεται. Εγκαθίσταται στο Μοσχάτο, στο σπίτι της γυναίκας του, όπου εκεί γεννιόνται και τα παιδιά του.  Ο πεθερός του, ψαράς κι αυτός, του αναθέτει το καΐκι του. Πάει στρατιώτης κι όταν γυρίζει, μετά από λίγο διάστημα, «βγάζει» δικό του καΐκι, που το βαφτίζει «Άγιο Ευστράτιο» … Στα 24-26 του, δηλαδή,  είναι ήδη ιδιοκτήτης ψαροκάικου ένα τρεχαντήρι που του επέτρεπε  να καλάρει βαθύτερα και συχνότερα μέχρι 1.200 μέτρα απ’ τ’ ακρογιάλι, του το έχει κατασκευάσει ένας μικρασιάτης μάστορας καραβομαραγκός στο Πέραμα.

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Γ Παπαϊωάννου με το τραγούδι του έκανε πασίγνωστο τον Αϊβαλιώτη καραβοκύρη.


Σα πέθανε η μάνα του ο Αντρέας άρχισε να πίνει όσα έβγαζε, κάθε βράδυ τα ακούμπαγε στην ταβέρνα του Καούδη στις Τζιτζιφιές, όπου τραγουδούσε ο πρόσφυγας Γιάννης Παπαϊωάννου (είχαν και κάποια μακρινή συγγένεια). Γλετζές και πότης (κάποια στιγμή έγινε αλκοολικός), χουβαρντάς και φιλάνθρωπος. Πάντρεψε πολλές ορφανές κοπέλες που δεν είχαν κουμπάρο να τις στεφανώσει, βάφτισε πολλά αβάπτιστα που λόγω της φτώχειας δεν είχαν τα απαραίτητα για το μυστήριο, τάισε τη χήρα και το ορφανό· ακόμη και στις γάτες έδινε τα πατημένα ψάρια για να φάνε. Το 1941 οι Γερμανοί βομβαρδίζουν τον Πειραιά και οι κάτοικοι αναγκάζονται να καταφύγουν στην Αθήνα. Περνώντας απ’ το Φάληρο, πολλοί ηλικιωμένοι έμειναν εκεί διότι δεν μπορούσαν άλλο να περπατήσουν. Ο καπετάν-Αντρέας δίνει αλεύρι στον φούρνο απ’ τ’ απόθεμά του, και μοιράζει ψωμί.

 

Κυρίως όμως, στη μεγάλη πείνα της κατοχής, βοήθησε κόσμο και ντουνιά.  Όταν έβλεπε  κάποιον στη γειτονιά να υποφέρει, έφερνε στο σπίτι ψάρια και έλεγε στη γυναίκα του:

 
Αυτά βάλτα στην άκρη να τα πας απέναντι στο γείτονα…

 

Έβαζε η γυναίκα μερικά ψάρια σε μια σακούλα να τα πάει απέναντι κι αυτός έβλεπε τη σακούλα.

 

Βάλε κι άλλα! Δεν φτάνουν αυτά,  φώναζε…

 

Τάισε πολύ κόσμο στην κατοχή και έκανε … συσσίτιο  προπάντων για τα παιδιά… Αλλά έπινε. Και κάθε βράδυ στα μπουζούκια ξόδευε περιουσίες. Δεν λογάριασε ποτέ το χρήμα, γιατί νόμιζε ότι πάντα θα του έρχονταν όλα βολικά.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βιβλίο που μιλάει για την ζωή του Α Ζέπου.



        Η Καίτη Γκρέη τον θυμάται στα μαγαζιά των Τζιτζιφιών και του Μοσχάτου, να μπαίνει να γλεντάει κάθε βράδυ και να «σηκώνει» όλο το μαγαζί. «Πιωμένος ήταν καπετάν φασαρίας», θυμάται, «είχαμε γίνει καλοί φίλοι. Καλόκαρδος όμως άνθρωπος. Όταν έφευγε, σήκωνε σε… μπόγο το τραπεζομάντιλο με ότι είχε επάνω, αφού άφηνε ένα μάτσο χρήματα στο γυμνό τραπέζι!!»

Το καΐκι του έφερε μεγάλα ψάρια, διότι είχαν σκοτωθεί από τις εκρήξεις και επέπλεαν στο νερό και, αντί να τα πουλήσει, τα βράζει και τα μοιράζει συσσίτιο.

«Την παλάντζα και το καντάρι τα χρησιμοποιούσε μόνο όταν πουλούσε στους ψαρέμπορους της αγοράς και στους μανάβηδες-μεταπράτες. Όταν είχε εκεί στην αμμουδιά τις ατέλειωτες σειρές των πεινασμένων που είχαν στο χέρι τους ένα τσίγκινο πιάτο, μια κατσαρολίτσα ή ένα μαστραπά, ποτέ δεν ζύγιζε. Είχε μπροστά του το τελάρο και δίπλα του ένα καλάθι. Κανονισμένες δύο χούφτες διπλές έβαζε στο κάθε πιάτο, λες και ήταν συσσίτιο. Ο κόσμος έριχνε ότι κατοχικά λεφτά είχε, αν είχε, στο καλάθι…».

Αλλά ήταν και μεγάλος γλετζές ο γιός του λέει: «Η μάνα μας έλεγε, ότι μετά την ψαριά, έφερνε στο σπίτι ένα μεγάλο σωρό με λεφτά, τα έβαζε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας, έπειτα σήκωνε το τραπεζομάντιλο σε μπόγο, το έβαζε στον ώμο και έφευγε για τα μπουζούκια!»

 

Στα Δεκεμβριανά, διεξήχθησαν μεγάλες μάχες μεταξύ Άγγλων και Ελασιτών στο Νέο Φάληρο. Κάθε μεσημέρι, που γινόταν μια άτυπη ανακωχή, ο καπετάν-Αντρέας μαζί με δύο-τρία παλικάρια μάζευαν τους τραυματίες Ελασίτες (οι Άγγλοι μάζευαν τους δικούς τους) και τους πήγαιναν σε ένα αυτοσχέδιο νοσοκομείο. Τους νεκρούς Άγγλους που έβρισκαν, τους πήγαιναν έξω από τον στρατώνα τους, και τους Ελασίτες στην παραλία όπου τους έθαβαν φτωχικά, αλλά αξιοπρεπώς. Οι ευεργεσίες του καπετάνιου, δεν μπορούν να εξαντληθούν σε λίγες γραμμές ενώ το βασικότερο, ότι έδινε ελπίδα σε όλους τους δυστυχισμένους και πεινασμένους, δύσκολα περιγράφεται – και ακόμη δυσκολότερα ανταποδίδεται.

Μετά την κατοχή, η έντονη εκβιομηχάνιση και αστικοποίηση της περιοχής είχε ως συνέπεια τη μόλυνση των φαληρικών υδάτων και το ψάρεμα, πλέον, ήταν αδύνατο. Αναγκάστηκε, λοιπόν, να επιστρέψει στο Τουρκολίμανο και να ψαρεύει στα ανοικτά, αλλά το ψάρεμα εκεί ήταν πολύ δύσκολο, πολύ κουραστικό και δεν απέφερε πάντα κέρδος· απ’ το πολυπληθές τσούρμο του, κράτησε μόνον δύο-τρία παλικάρια.

Περί το 1955 αποφασίζει να δουλέψει ως μανάβης, η βαριά δουλειά στην θάλασσα θέλει δυνάμεις που δεν έχει ένας αλκοολικός, όπως ήταν ο Καπετάν Αντρέας Ζέππος, προκοπή όμως με την πώληση ψαριών σε ταβέρνες δεν είδε και έτσι αποφάσισε να πουλά ψάρια έξω από τον ηλεκτρικό στο Φάληρο. Έβαλε μάλιστα και μια ταμπέλα: «Ψάρια απ’ τον καπετάν-Αντρέα Ζέπο». Τα λεφτά δεν έφταναν όμως, και η γυναίκα του, η κυρά Κατίνα, αναγκάζεται να ξενοδουλέψει. Τυχερή στην ατυχία της, την παίρνει βοηθό στο σπίτι της η Φανή, η γυναίκα του λογοτέχνη Κώστα Σούκα. Η Φανή ευεργετήθηκε από τον καπετάνιο όταν στην κατοχή της έδινε, μαζί με τόσους άλλους, από μια χούφτα ψάρια και επιβίωσαν. Γρήγορα ο καπετάνιος συνδέθηκε με τη φιλολογική συντροφιά του Σούκα, η οποία τον δέχθηκε με σεβασμό και αγάπη· εκεί τον γνώρισε και ο Ευ. Αθηναίος. Απ’ αυτούς τους ανθρώπους βρήκε μια αναγνώριση για όσα έκανε στην κατοχή. Εντυπωσίαζε μάλιστα τη συντροφιά, με την έντονη φιλοσοφική του διάθεση, εκείνη την εποχή των γηρατειών του, όταν σκεπτόταν τα παλιά: «Είμαι από κείνους τους ανθρώπους που δεν ξεχνούν να θυμούνται το καλό που τους έκαναν. Δεν είμαι σαν κάποιους άλλους, που θυμούνται πάντα να ξεχνούν».

Αλλά είχε πια μεγαλώσει του πήρε το πλεούμενο, για χρέη, η Αγροτική Τράπεζα, γύρω στα 1966, έπαψε να χαμογελάει.  Ο καπετάν-Αντρέας άνοιξε τα πανιά του 7 του Ιούνη του 1969.

«Ο Ζέπος εκουράστηκε», ένα ζεϊμπέκικο σε πένθιμο ρυθμό του Παπαϊωάννου, που τραγούδησε ο Βαγγέλης Περπινιάδης:

«Τα ταβερνάκια γύρισε

για τη στερνή του τσάρκα

 και καπετάνιος μπάρκαρε

στου Χάροντα τη βάρκα…».

Στη σειρά ντοκυμαντέρ της Ν.Ε.Τ. «Αιγαίο νυν και αεί», στο επεισόδιο «Αέρας στα πανιά μας», βλέπουμε με αρκετές λεπτομέρειες την «Αικατερίνη», που πλέον ονομάζεται «Ζέπος» προστάτες του είναι ο Άγιος Ευστράτιος. Το περίφημο καΐκι του όμως, ο «Άγιος Ευστράτιος», μετά την Τράπεζα, άρχισε να αλλάζει χέρια. Βγήκε σε πλειστηριασμό και το αγόρασε μια μεγάλη οικογένεια ψαράδων από το Πέραμα, οι Παγιδαίοι, που το ονόμασαν «Ζέπο»!! Τους έφερε τύχη και λεφτά και φτιάχτηκαν οικονομικά. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να το πουλήσουν για να πάρουν μεγαλύτερο. Το καΐκι αλλάζει πάλι χέρια. Αυτή τη φορά το αγοράζει ο Ναουσαίος ψαράς Θανάσης Νταντάνης, που ζει σήμερα στην Πάρο. Το κράτησε αρκετά χρόνια και όπως λέει ο ίδιος του έφερε τύχη και αρκετό χρήμα! Μάλιστα θυμάται ότι κάθε φορά που συναντούσε με τον «Ζέπο» στα πελάγη τους προηγούμενους ιδιοκτήτες τους Παγιδαίους, αυτοί «ανέβαιναν στο καΐκι και φιλούσαν το ξύλο του!!»

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Γ Παπαϊωάννου και ο Α Ζέπος.

 

Ο Νταντάνης πούλησε τον «Ζέππο» στον αρχιτέκτονα Κώστα Γουζέλη, που ασχολείται πολλά χρόνια με τα καΐκια. Αυτός περιέβαλε το ιστορικό σκαρί με περισσή αγάπη, το ανακατασκεύασε, του έβαλε πανιά, το έκανε ακόμα πιο όμορφο και κράτησε το όνομά του. Μ αυτό, ο γνωστός σκηνοθέτης Γιώργος Κολόζης έκανε τα γυρίσματα της σειράς ντοκιμαντέρ «Αιγαίο νυν και αεί, που προβλήθηκε με επιτυχία από την ΕΡΤ πριν από λίγους μήνες. Ο «Ζέππος» ξανοίχτηκε και πάλι στο Αιγαίο για τις ανάγκες των γυρισμάτων σ ένα δύσκολο ταξίδι 1500 μιλίων… Κι όπως θυμάται ο Γιώργος Κολόζης «αρκετές φορές συναντήσαμε 8 μποφόρ, αλλά στα μανιασμένα κύματα που τον χτυπούσαν, ο «Ζέππος» βγήκε παλικάρι.  Γερό σκαρί!»

 

      Μετά το τέλος των γυρισμάτων, το περήφανο καΐκι, πουλήθηκε πάλι. Αυτή τη φορά ιδιοκτήτης του είναι ένας από τους συγγενείς της οικογένειας Περατικού, που το προσέχει σαν παιδί του.  Σήμερα ο «Ζέππος», 63χρονος πια, αλλά αγέρωχος, δυνατός και όμορφος,  περιμένει αραγμένος, σε  ένα μόλο του πανέμορφου νησιού της Αντιπάρου.

Ο Βασίλης  Κουτουζής  έχει  κάνει θεατρικό  έργο  τη ζωή του Ζέππου, που παίχτηκε  στο "ψαράδικο  πανηγύρι"  του Αγίου  Νικολάου στο Κερατσίνι  το 1980  από το Λαϊκό Θέατρο Πειραιά.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το καΐκι του Ζέπου σήμερα.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

περιοδικό «Δικηγορική Επικαιρότητα», έκδοση Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς, τ. 116, 1ο τρίμηνο 2013

«Ο καπετάν Αντρέας Ζέπος: ένας γλεντζές, φιλάνθρωπος και θυμόσοφος ψαράς στην παραλία του Φαλήρου», εκδόσεις Μουρούσια, Πειραιάς 2012.  Παρουσίαση του βιβλίου του Ευάγγελου Αθηναίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου