Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2012

ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ


Η ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΦΑΣΟΥΛΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΥ

Μέσα στα αθηναϊκά αποκριάτικα θεάματα (Μασκαράδες, Γκαμήλα, Ρόπαλα, Θεοδοσίου και άλλα) γεννήθηκε το νεοελληνικό κουκλοθέατρο με πρωταγωνιστές τον Φασουλή και τον Περικλή (Περικλέτου).

Από τα τέλη του 19ου και για αρκετές δεκαετίες του 20ού αιώνα καθιερώθηκε ως το απαραίτητο θέαμα των Αποκριών. Για πολλά χρόνια έκανε πρώτο την εμφάνιση στους δρόμους της Αθήνας και με τις κωμωδίες του ανήγγελλε την έναρξη του Τριωδίου και το αποκριάτικο ξεφάντωμα. Ήταν ένα θέαμα για μεγάλους και όχι για τα παιδιά, γιατί είχε αποκριάτικα στοιχεία γεμάτα ξυλοδαρμούς, πειράγματα και βωμολοχίες.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι  Φασουλής και ο Περικλέτος, σατιρίζουν τις εξελίξεις της εποχής ανεβασμένοι σε ένα κάρρο. Κρατούν στα χέρια τους δύο αποκριάτικες μάσκες με τις φυσιογνωμίες των Γεωργίου Θεοτόκη και Ανδρέα Ζαίμη. Το σκίτσο δημοσιεύθηκε στον «ΡΩΜΗΟ» στις 3 Μαρτίου 1907.



Η αθηναϊκή αποκριά του 19ου αιώνα, όπως πιστεύουν πολλοί ερευνητές, έχει στοιχεία της αρχαιότητας λ.χ. των διονυσιακών τελετών, οι οποίες εξελίχθησαν στην τουρκοκρατούμενη περίοδο σε αποκριάτικα ξεφαντώματα. Αυτά άρχιζαν στα πλατώματα του Ψυρρή και εξορμούσαν με τα Ταράματα, τα Ξόανα (ανδρείκελα), τα Είδωλα και κατέληγαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Όταν ξεκινούσαν αυτά, τότε ακούγονταν παντού φωνές.

Το αποκριάτικο κουκλοθέατρο γεννήθηκε και έδρασε αρχικά, για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του λαού και ειδικά τους ενήλικες. Το θέαμα αυτό το απολάμβαναν και τα παιδιά, γιατί τότε δεν είχαν άλλη επιλογή θεάματος. Βέβαια πολλοί κουκλοπαίχτες δεν έβλεπαν τα παιδιά με καλό μάτι, επειδή ήταν σχεδόν και οι μόνιμοι τζαμπαζήδες θεατές, όπως  ισχυρίζεται ο Γ. Β. Τσοκόπουλος, το 1911.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ένα  φωτογραφικό ντουκουμέντο  με  τον Παναγιώτη Θεοδοσίου, το οποίο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «ΕΛΛΑΣ» και παραδίδει με κάθε λεπτομέρεια τον τρόπο που έστηνε τις παραστάσεις του, καθώς και τον κόσμο που συγκέντρωνε. Το στιγμιότυπο είναι από την πλατεία Συντάγματος και τα κτίρια στην αριστερή πλευρά είναι ανύπαρκτα, μεταγενέστερη προσθήκη για να καλυφθεί το κενό που δημιουργείτο από την ένθεση άλλης φωτογραφίας κατά τη δημοσίευση. Το κάρο έχει μετατραπεί σε υπαίθρια σκηνή, τριγύρω είναι καλυμμένο με ύφασμα και επάνω ο Παναγιώτης Θεοδοσίου και ο συνεργάτης του «Αράπης». Ανάμεσα στο κάρο και στο άλογο κάθονται οι υπόλοιποι «συνεργάτες» του Ποιητή του Κάρου. Το ίδιο «σκηνικό» βλέπουμε και στην άλλη σωζόμενη φωτογραφία από υπαίθρια παράσταση. Ο Θεοδοσίου φορά την «ρεντιγκότα» του και οι θεατές κάθε ηλικίας έχουν «αγκαλιάσει» το κάρο. Στο βάθος διακρίνεται το «περίπτερο» του Συντάγματος με τη χαρακτηριστική κλασική πυργώδη οροφή του. Εντυπωσιάζει το πλήθος που παρακολουθεί την παράσταση επιβεβαιώνοντας όσα έχουν γραφτεί.



ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ ΤΟΥ ΛΑΙΚΟΥ ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟΥ



            Ο Φασουλής είναι γαντόκουκλα και είναι άμεσος αδερφός του Ιταλού Fagiolino και φυσικά μέλος της μεγάλης οικογένειας των Pulchinella, Punch, Kasper, Petruska, κλπ .

            Ο Φασουλής δεν είναι επαναστάτης, απλώς δεν έχει καμία ηθική αναστολή, καθώς υλοποιεί ταυτόχρονα το πολύ καλό και το πολύ κακό σε μια αρμονική συνύπαρξη. Εραστής και φονιάς, έρχεται αντιμέτωπος με όλα σε μια σχέση παιδιού με το παιχνίδι του: η ζωτική σοβαρότητα στην εξερεύνηση του κόσμου, ταυτόχρονα με την ελαφρότητα της άγνοιας και της μη φορτισμένης συνείδησης και μνήμης. Αναλαμπές που φωτίζουν την έμφυτη τάση ελευθεριότητας του Φασουλή, τον οδηγούν στις πράξεις του.

            Οι ήρωες διαμορφώθηκαν εξωτερικά και εσωτερικά σύμφωνα με τις συνήθειες των αποκριών αλλά και άλλα στοιχεία που εξέφραζαν τον λαό.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μια σύγχρονη αναβίωση του λαϊκού θεάτρου του δρόμου έγινε το 2003. Το χαρούμενο σκηνικό για τον “Φασουλή και τον Περικλέτο”


            Έτσι ο κουκλοπρωταγωνιστής πλάστηκε άσχημος στο πρόσωπο κατά το πρότυπο των αποκριάτικων άσχημων μορφών της μάσκας (το ένα μάτι στραβό, στόμα ανοιχτό λοξά ειρωνικό, μεγάλη κόκκινη πλακουτσωτή μύτη και σκούφο). Του δόθηκε το όνομα «Φασουλής», για να θυμίζει τις ελληνικές φασουλο-συνήθειες, ισχυρίζεται ο Γιάννης Kιουρτσάκης. Εμπλουτίσθηκε με περιεχόμενο καθαρά αποκριάτικο ώστε να είναι πειραχτικός, βωμολόχος και να ξυλοκοπά αλύπητα όποιον έβρισκε μπροστά του.

            Τη θέση του συμπρωταγωνιστή του την παίρνει κυρίως ο Περικλής - ωραίος, νέος με στοιχεία των «λογίων» σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, γι' αυτό τον ονόμασαν και Περικλέτο. Ήταν δηλαδή ο αντίποδάς του και μ' αυτόν συνέχεια ξυλοδέρνονταν.

            Οι κουκλοπαίχτες, λαϊκοί περιστασιακοί καλλιτέχνες, μερικές μέρες πριν από την έναρξη του Τριωδίου σκάλιζαν σε ξύλο το κεφάλι και τα χέρια του Φασουλή, για να δικαιολογήσουν κατά ένα μέρος και τον σχετικό ρόλο του όπως ωραία του αφιερώθηκε τότε το παρακάτω τετράστιχο:

«Είνε κακός φονιάς... δεν έχει φίλο...
τον Περικλέτο δέρνει εκ συστήματος
 Το σώμα του είν' όλο από ξύλο
 τουτέστι... απ' το σώμα του εγκλήματος...».





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι φοιτητικές διαδηλώσεις του 1892 σατηρήθηκαν από τον "ΡΩΜΗΟ", ένα σκίτσο της εποχής εκείνης με την λεζάντα της (Ένας βαρβάτος εύζωνος του Φασουλή τις βρέχει
κι εκείνος ως μαινόμενος εις τα θρανία τρέχει).



            Δηλαδή εφαρμόστηκε η παλιά παγκόσμια συνταγή των ακραίων αντιθέσεων ψηλός-κοντός, χοντρός-λιγνός, όμορφος-άσκημος, δυνατός-αδύνατος, έξυπνος-χαζος κλπ
Η  εφημερίδα «Ακρόπολις» το1895 περιγράφει την όλη διαδικασία όπως πιο κάτω:

Το κεφάλι της κούκλας στηρίζονταν σε ένα μπαστούνι, για να το χειρίζεται το χέρι του εμψυχωτή, το οποίο καλύπτονταν από το κούφιο υφασμάτινο σώμα. Οι παραστάσεις δίνονταν μέσα σε μικρές σκηνές, τις οποίες -τις περισσότερες φορές- μετέφεραν πάνω σε κάρο συρόμενο από ένα γαϊδαράκι.

Οι κουκλοθίασοι περιφέρονταν στους δρόμους της Αθήνας και σταματούσαν εκεί που συγκεντρώνονταν το φιλοθεάμον κοινό τους. Ήταν ένα «θέαμα του δρόμου», όπως το αποκαλούμε σήμερα. Συνήθως οι παραστάσεις άρχιζαν μετά τη διαπίστωση προσέλευσης ικανοποιητικού αριθμού θεατών, και μετά ο καλλιτέχνης άρχιζε να ζωντανεύει τις κούκλες του.

Αλλά και ο Γ. Β. Τσοκόπουλος, το 1911 συμπληρώνει:
 Όταν επιβεβαιωνόταν η λήξη της συγκέντρωσης χρημάτων, ο κουκλοπαίχτης έδερνε αλύπητα τους κουκλοήρωές του και η παράσταση τελείωνε,  η ύπαρξη του αποκριάτικου Φασουλή ήταν κερδοσκοπική επιχείρηση και πολύ λίγο ενδιέφερε το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ανυπόγραφο σκίτσο του Παναγιώτη Θεοδοσίου, το οποίο προφανώς δημιουργήθηκε από μνήμης, αφού δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ» το 1961. Είναι μάλλον του Δ. Γιαννουκάκη, γνωστού για τη ζωγραφική του δεινότητα και συντάκτη του κειμένου που αφορούσε «ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ». Ο Θεοδοσίου εμφανίζεται με το καθιερωμένο ημίψηλό του και την ρεντιγκότα του.




ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ


Kατά τον θεατρολόγο Βάλτερ Πούχνερ, οι ρίζες του κουκλοθέατρου φθάνουν στη λατρευτική χρήση ειδώλων και ομοιωμάτων των προϊστορικών χρόνων αλλά και σημάδια εθιμικών τελετών, οι οποίες διαμορφώθηκαν με την πάροδο του χρόνου.  Ο Βάλτερ Πούχνερ διαχωρίζει την  έννοια του λαϊκού θεάτρου ή των «λαϊκών θεαμάτων» (folk drama, Volks-schauspiel κλπ.) επιβάλλει ένα καταρχήν διαχωρισμό σε μοντέρνο λαϊκό θέατρο και παραδοσιακό λαϊκό θέατρο. Το μοντέρνο γίνεται από διανοούμενους και μορφωμένους για το λαό, ενώ το παραδοσιακό γίνεται από το λαό για το λαό. Το λαϊκό θέατρο και δρωμένα σε μιαν ευρύτερη περιφέρεια, εκτός από τη στήριξη, την καλλιέργεια και την εκ νέου δημιουργία περιφερειακών και τοπικών 'ταυτοτήτων', καλλιεργεί και τις αυτοσχεδιαζόμενες επικοινωνίες του προφορικού πολιτισμού και αποτελεί, μ' αυτόν τον τρόπο, μιαν αντίσταση στην επιπεδοποίηση της πανταχού παρούσας οπτικής κουλτούρας.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Αθηναική αποκριά μας έχει αφήσει στίχους και παρλάτες του Φασουλή και του Περικλέτου
 "Γλέντα λοιπόν Αποκρηά μασκαρεμένη χώρα 
που ένα μόνο έμαθες στα φανερά να κλέβεις
Να γίνεσαι ρεντίκολο κάθε στιγμή και ώρα
που όλα τα μασκάρεψες κι όλα τα μασκαρεύεις
Εξω λοιπόν οι λύπες, έξω κακή καρδιά
και πάλι Καρναβάλι ανοίγει βρε παιδιά".




Ο Φασουλής  έφτασε στην Ελλάδα από την Ιταλία, το 1840. Πριν από το τέλος του 19ου αιώνα, ήταν ήδη γνωστός στην Αθήνα. Στην αρχή του 20ού και μέχρι το 1930 περίπου, υπήρξε σοβαρός ανταγωνιστής του Καραγκιόζη, αλλά και σύντροφός του, αφού πολλοί καραγκιοζοπαίκτες έπαιξαν και το Φασουλή. Η ανατολίτικη επιρροή στην Ελλάδα είναι πιο ισχυρή, ο Καραγκιόζης επικράτησε πάντα ως ο κατεξοχήν λαϊκός κωμικός ήρωας.


ΑΘΗΝΑΙΚΗ ΑΠΟΚΡΙΑ


«- Τρεχάτε! Βγήκαν τα ξόανα και τα είδωλα», έλεγαν οι Αθηναίοι και το είχαν σε καλό να διασκεδάζουν, ακόμα και στις πιο δύσκολες μέρες και στιγμές.

Οι Αθηναίοι έλεγαν μεταξύ τους χοντρά πειράγματα και βωμολοχίες. Έτσι κατά τις αποκριές επί Τουρκοκρατίας ζούσε η «Αττική ειρωνεία».

Kάθε πείραγμα, ακόμη και το πιο τραβηγμένο, το δεχόντουσαν με το γέλιο. Συνέθεταν επίσης δίστιχα σε βάρος φίλων, συγγενών και γειτόνων, και ενώ τα έλεγαν δήθεν για τον εαυτό τους, στην πραγματικότητα απευθύνονταν σ' εκείνους που ήθελαν να πειράξουν, γράφει ο Β. Kωνσταντάρας.

Η εφημερίδα «Ακρόπολις» το 1889 σχολιάζει: Στις συνοικίες της Πλάκας, του Ψυρρή, της Ακροπόλεως, του Αγίου Φιλίππου, της Βάθειας κ.λπ. το γλέντι ήταν διαφορετικό, Ασυνήθιστη κίνηση επικρατούσε αυτές τις ημέρες στις συνοικίες αυτές. Από τις 10 το πρωί μέχρι τη δύση του ηλίου, έβλεπε κανείς στους δρόμους τους διοργανωτές αποκριάτικων θεαμάτων και πλήθος κόσμου να τους παρακολουθούν. Όπου και αν έστριβες θα έβλεπες και ένα ΠΕΡΙKΛΕΤΟ να «μπαγλαρώνει αλύπητα όλους τους παρουσιαζόμενους προ αυτού ΦΑΣΟΥΛΗΔΕΣ. Προς το τέλος του θεάματός τους, ένας παλιάτσος γύριζε μ' ένα δίσκο κάτω από τα παράθυρα μαζεύοντας τις πεντάρες που έπεφταν από ψηλά «σα χάλκινη βροχή».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Από τον Φασουλή και τον Περικλέτο έχει μείνει σήμερα μόνο ο πρώτος ήρωας, από  το  ΚΟΥΚΛΟΘΕΑΤΡΟ ΧΑΝΘ η παράσταση «Ο Φασουλής και οι Πειρατές».

Το νεοελληνικό κουκλοθέατρο από τα τέλη του 19ου και για δεκαετίες του 20ού αιώνα καθιερώθηκε ως το απαραίτητο θέαμα της Αποκριάς.

Με τα χρόνια βελτιώθηκε το αποκριάτικο κουκλοθέατρο και το «Kομιτάτο των Απόκρεω» της Αθήνας βράβευσε πολλές φορές θιάσους του «Φασουλή και Περικλέτου», γιατί παρουσίαζαν την «...αυτοφυή λαϊκή κωμωδία», η οποία κατείχε θέση σημαντική στη γενική ευθυμία των αποκριών, όπως επισημαίνεται από την εφημερίδα «Εφημερίς» το 1888.

Η ΘΕΜΑΤΟΛΟΓΙΑ


                Στις αποκριάτικες παραστάσεις οι κούκλες ήταν λιγοστές και το ρεπερτόριό τους γενικά ήταν πολύ φτωχό. Οι κουκλοπαίχτες ασχολούνταν μ' ένα ή δύο αυτοσχέδια έργα, τα οποία πολλές φορές δεν είχαν ούτε αρχή αλλά ούτε και τέλος. Οι κουκλοπαίχτες ενεργούσαν ο καθένας με τη δική του έμπνευση και δημιουργούσαν: μικρούς διάλογους με «σάτιρα» δοσμένη σε στίχους, καμιά φορά με «απροσδόκητες ομοιοκαταληξίες» ή «διατραγωδώντας».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Χαρακτηριστική απεικόνιση των ξένων επισκεπτών των Αθηνών κατά τους Αγώνες του 1896, με τον Φασουλή σε ρόλο οικοδεσπότη.


                Σε πολλά επεισόδια ο Φασουλής χρησιμοποιούσε τις «βωμολοχίες» και όλα αυτά ήταν δοσμένα με μία μορφή λαϊκής κωμωδίας, ενώ έφθανε και σε αισχρολογία με μία «Αριστοφάνειον ελευθερίαν». Ο Περικλής ή Περικλέτος και ο αχώριστος σύντροφός του Φασουλής είχαν γίνει γρήγορα δημοφιλέστατοι συνήθως για τη σατιρική δημοσιογραφία με έμφαση στο πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο παρακολουθούσαν κυρίως άνδρες. Έτσι οι πολιτικές αναταραχές κάθε εποχής, γίνονταν αποκριάτικο θέμα καυτηριασμού και πλούσιου ξυλοδαρμού επί της σκηνής των ανδρεικέλων.

Γράφει ο αρθρογράφος με το ψευδώνυμο «Ο Αστείος» στην εφημερίδα «Πρωινή» το 1908.

«Ο δε δυστυχής Φασουλής έδερνε ανηλεώς τον Περικλή, επειδή δε εκείνος κατ' αρχάς εθύμωνε και κατόπιν εξεθύμωνεν, εβαρύνθη τέλος και τον λέγει:
- Βρε Θεοτόκη: σε κοπανάω τόση ώρα! δεν θα πέσης ρε !... (και σε άλλη σκηνή)...Ο Φασουλής καταδιωκόμενος από τον Περικλή με τη σανίδα, κρύπτεται όπισθεν του μικροσκοπικού παρασκηνίου,
- Εβγα έξω ρε! Φωνάζει ο Περικλής.
- Δεν βγαίνω, πέρυσι είχες διπλή σανίδα, φέτος είνε μονοκόματη και πονάει.
- Αμ' φέτος βλέπεις αλλάξανε τα πράγματα ρε! είνε ενιαία...».
Εκτός από την πολιτική, ο έρωτας, ο γάμος και η προίκα ήταν τα φλέγοντα θέματα για αποκριάτικες σάτιρες. Έτσι οι κουκλοπαίχτες δημιουργούσαν καμβάδες με σχετικά επεισόδια και ανέπτυσσαν διαλόγους δημιουργώντας καυτερές κωμωδίες ή κωμωτραγωδίες. Η θεματολογία αυτή άρεσε αρκετά στις γυναίκες και ξεχώριζε, γιατί είχε ωραία χρήση των διαλόγων από το ζεύγος Φασουλή-Περικλή, οι οποίοι και σκόρπιζαν το γέλιο. Οι διάλογοι αυτοί δεν πέρασαν απαρατήρητοι από τους δημοσιογράφους που τους κατέγραψαν στις εφημερίδες τους.
Ανεξάντλητη πηγή γνώσης για αυτό τον λησμονημένο αδελφό του Καραγκιόζη αντλούμε από τον τύπο της εποχής, ο «Παλαιός» στο περιοδικό «Ελλάς» το 1908 γράφει :
 Όταν η πρόχειρη σκηνή του ξύλινου θιάσου ασφυκτιούσε από τη συγκέντρωση σμήνους παιδιών του δρόμου, από ανθρώπους του λαού και στρατιώτες, τότε δίνονταν νόστιμες κωμικές ερωτικές παραστάσεις λ.χ. στη σκηνή «... η ξύλινη Μαρίκα με δέκα τρίχας εις την κεφαλήν και ένα φόρεμα καμωμένον από μιαν γωνίαν παλαιάς κορδέλλας γυναικείου φορέματος... εκφράζει τα αισθήματά της προς τον πρώτον εραστήν του ξυλίνου θιάσου τον Παρτσινέβελλον (Φασουλή), αλλ' ο παπάς διακόπτει την ερωτικήν της εξωμολόγισιν... Αρχίζει το πατριαρχικόν ξύλο, το οποίον καταλήγει εις το υπό την σκηνήν αστυνομικόν τμήμα...».





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Φόρον εις το κατούρημα και φόρον εις το κλάμα
φορολογούνται χωριστά ή και τα δυο αντάμα;
Ομως το εις την ύπαιθρον λαμβάνον χώραν χέσιμον
τυγχάνει εξαιρέσιμον.

Γεώργιος Σουρής (1853 - 1919) ΠΟΣΟ ΕΠΙΚΑΙΡΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΟΥΡΗΣ.



ΣΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΦΑΣΟΥΛΗΣ
               

                Ο Γεώργιος Σουρής, ως «ο Αριστοφάνης και ο Αίσωπος της νεότερης Ελλάδος»,το 1883 εμφανίζει στην εφημερίδα «Ο Ρωμηός» ένα δικό του ζεύγος «Φασουλής και Περικλέτος - ο καθένας νέτος σκέτος», θεατρικό ζευγάρι με κείμενα πολιτικής σάτιρας. Η αναβάθμιση αυτή έφερε πολλά στη δημοσιογραφία αλλά κατά ένα μέρος πρέπει να επηρέασε και το κουκλοθέατρο.

Ιδού ένας  σατιρικός ποιητικός διάλογος, μετάξι Φασουλῆ και Περικλέτου, έχει ως αφορμή μία πυρκαγιά που εκδηλώθηκε, τον Ιούλιο του 1884, στο Παλάτι και έδωσε αφορμή στο Σουρή να εκδηλώσει, για μία ακόμη φορά, τ αντιβασιλικά του αισθήματα, για τα οποία είχε υποστεί πολλές διώξεις. Διάχυτη στους πικάντικους στίχους του ἡ εκτίμηση και ὁ θαυμασμός του για τους προδρόμους μας σκαπανείς της Διλοχίας Σκαπανέων που εκτελούσαν τότε πυροσβεστικά καθήκοντα.

 

ΤΟΥ ΠΑΛΑΤΙΟΥ Η ΠΥΡΚΑΓΙΑ


Φασουλῆς και Περικλέτος,
ὁ καθένας νέτος σκέτος


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ουφ! άφησε με, Περικλή, και σου ῾χω μία λύπη!


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και για ποιὸ λόγο, βρὲ κουτέ; εσένα τί σου λείπει;
έχεις τα παραδάκια σου, έχεις κι εμένα φίλο,
πηγαίνεις και στο Φάληρο, τρως κάποτε και ξύλο...


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μα δεν αφίνεις, Περικλή αυτὰ τα χωρατά σου,
δεν έρχεσαι για μία στιγμή και λίγο στα σωστά σου;
Εδώ ὁ κόσμος καίεται...


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί καίεται, βρέ, πάλι;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Νάτα! λοιπὸν στην πυρκαγιά δεν ήσουν την μεγάλη;


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ποιὰ πυρκαγιά;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Του Παλατιού.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Ἐκάη το Παλάτι;
Πάλι σε τρώει, φαίνεται, ἡ έρημή σου πλάτη.


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μα πως, μωρέ; στην πίστη σου δεν πήρες συ χαμπάρι;
Εδώ ὁ κόσμος σύσσωμος σηκώθη στο ποδάρι
και έτρεχε ξεσκούφωτος στο ντάλα μεσημέρι,
και όλοι εβαστούσανε κι έναν κουβά στο χέρι.








ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Φασουλής και ο Περικλέτος διασκεδάζουν με το κουκλοθέατρο.





ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Πάλι τα ίδια μ᾿ άρχισες και θα σε μπαγκλαρώσω.


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βρὲ άφησέ με μία μικρὴ ιδέα να σου δώσω
γι᾿ αυτὸ το φοβερὸ κακό, που πάλι μας συνέβη,
γιατί εμένα άρχισε ὁ νους μου να σαλεύει.
Άκου λοιπόν.... εφύσαγε ένα μελτέμι πρώτης,
όταν εμπρός μου πέρασε δρομαίος στρατιώτης.
Γεια σου του λέω, αδελφέ, μα στάσου και κομμάτι,
πολλὰ τα έτη μ᾿ απαντά .... φωτιὰ εις το Παλάτι!
Τότε κι εγώ, βρὲ Περικλῆ, διόλου καιρὸ δὲν χάνω,
το βάζω εἰς τὰ τέσσερα καὶ στὸ παλάτι φθάνω,
και τί νὰ δῶ, βρὲ μάτια μου;....σπίθες, καπνό, φαντάρους,
και τον Τρικούπη στὴ σκεπὴ με δυὸ ψηλοὺς κολλάρους,
και να σου πω, βρὲ Περικλῆ, τὸν θαύμασα στ᾿ ἀλήθεια...
Είναι ὁ μόνος άνθρωπος, ποὔχει ζωὴ στα στήθια.
Μπορεῖ και τον Κουταλιανὸ ὁλάκερο νὰ φάει.
αυτὸς δεν είναι άνθρωπος, αυτὸς και που δεν πάει;
στις πυρκαγιές, στα δάνεια, στις Τράχωνες, στα δάση
στους φόρους, στους προβιβασμοὺς κι ὅπου αλλού προφθάσει.
Προφθαίνει και στὸ θέατρο ακόμη του Φαλήρου....
Αὐτὸς εἶν᾿ ἄνδρας τοῦ πυρός, καθὼς καὶ τοῦ σιδήρου,
γιατὶ σε τοῦτο τον καιρὸ ὅλ᾿ ἡ Ἑλλὰς ἀνάβει,
και δεν μπορεί κανεὶς γιατί και πως να καταλάβει.
Ἀλλ᾿ ας ἀφήσουμε αὐτὸν κι ας ἔλθουμε καὶ πάλι
στὴ φοβερὴ τὴν πυρκαγιὰ και την ἀνεμοζάλη.
Λοιπὸν κοντὰ στον Πρόεδρο στεκόταν ὁ Μαμούρης,
εις τον Μαμούρη δε κοντὰ στεκόταν ὁ Μπουντούρης,
εις τον Μπουντούρη δε κοντὰ στεκότανε ὁ Σοῦτσος,
και εις τον Σοῦτσο δε κοντὰ στεκότανε ένας μοῦτσος,
και εις τον μοῦτσο δε κοντὰ στεκότανε ὁ Λέλης,
και εις τον Λέλη δε κοντὰ στεκόταν ὁ Γουβέλης,
και στο Γουβέλη δε κοντὰ στεκότανε ὁ Λάγγες,
και εις τον Λάγγες δε κοντά, ένα φουσάτο μάγγες,
και εις τους μάγγες δε κοντὰ καμπόσοι λωποδύτες,
και πυροσβέστες άπειροι επάνω στις σοφίτες,
και ὁ Πηνειός, ὁ Τσέρνοβιτς, ο Σέκερης, ὁ Πάλλης,
ακόμη κι ὁ Γενήσαρλης, ο Λάμπρος ὁ Μιχάλης,
και με το σκύλο του μαζὶ ο Φὼν Κολοκοτρώνης,
ὁ Γιώργης της Δημήτραινας κι ο Σπύρος ο Πομόνης...


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ τέλος τί ἀπέγινε;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Τί ἤθελες νὰ γίνει
μέσα σε τέτοιο φλογερὸ καὶ ἄσβεστο καμίνι;
Πρῶτα ἐπήρανε φωτιὰ ἄξαφνα οἱ κουζίνες,
ἔπειτα πῆραν ἄξαφνα φωτιὰ καὶ οἱ κουρτίνες,
ἔπειτα πῆραν ἄξαφνα φωτιὰ κι οἱ καναπέδες,
ἔπειτα πῆραν ἄξαφνα φωτιὰ κι οἱ λακέδες,
κοντὰ σ᾿ αὐτοὺς τὸ θέατρο, μαζὶ κι ἡ ἐκκλησία,
καὶ τέλος πάντων ἔγινε ἑσπερινὴ θυσία.
Καὶ όταν πιὰ ἐπήρανε φωτιὰ καὶ τὰ φουγάρα,
ἀπελπίσθηκαν ὅλοι των καὶ ἄναψαν τσιγάρα.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μὰ πές μου, τούτη τὴ φωτιὰ ποιὸς νὰ τὴν ἔχει βάλει;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καὶ θέλει ρώτημα κι αὐτό, μωρὲ στραβὸ κεφάλι;
Τί ἄνθρωπος! ... αἰώνια ζητᾷ νὰ μὲ πειράζει!...
Σοῦ εἶπα ὅλες τί φωτιές, πὼς ὁ Μελᾶς τὶς βάζει.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Λοιπόν;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Λοιπὸν ἐκάηκαν καμπόσοι στρατιῶται,
μὰ παλληκάρια τῆς φωτιᾶς κι ἀληθινοὶ ἰππόται,
ποὺ βασιλιὰς γιὰ μία στιγμὴ λαχτάριζα νὰ γίνω,
νὰ τοὺς φορέσω στέφανο, καὶ Φασουλῆς νὰ μείνω.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ ποιοὶ ἀκόμη τὄδειξαν;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Οἱ σκαπανεῖς κι οἱ ναῦτες,
κι οἱ ἄλλοι ὅλοι ἤτανε σπουδαῖοι μυϊγοχάφτες.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ λὲς ἡ νέα πυρκαγιά, νὰ ἔχει σημασία,
ἡ λὲς κι αὐτὴ πὼς ἔγινε γιὰ τὴ φωτοχυσία;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἔ! ὅταν βλέπεις σκαπανεῖς καὶ μέσα στὸ Παλάτι,
καὶ βασιλεῖς μὲ βασιλεῖς καὶ κράτη ἐπὶ κράτη,
καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ἀνάβει καὶ ὁ θρόνος,
αὐτὸ θὰ πεῖ, συντέλεια, πὼς ἦλθε τοῦ αἰῶνος.




 



 
 

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καὶ ἡ ζημία πόσο λὲς νὰ εἶν᾿ ἀπάνω κάτω;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Όσα περίπου έχασε, θαρρῶ το Συνδικάτο.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και τώρα τούτη τη ζημιὰ ποιὸς λες θα την πληρώσει;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Στη ράχη σας ὁ βασιλιὰς κι αὐτὴ θα την φορτώσει.
Και τίποτα παράξενο ν᾿ ἀκούσεις σε κομμάτι
καινούργιους φόρους για φωτιὲς που βάζουν στο Παλάτι.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Και ύστερα ἀπ᾿ όλα αυτὰ ο βασιλιάς τί κάνει;


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Του τηλεγράφησαν, θαρρῶ, και με το πρώτο φθάνει.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εγώ σου λέω πως αὐτὸς δεν το κουνάει διόλου
κι αν όλο το Παλάτι του πάει κατά διαβόλου.


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εγώ σου λέω πώς θάρθη...


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Εγώ σου λέω σκάσε.


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Εγώ σου λέω πως θὰ ῾ρθῆ και να μου το θυμάσαι.


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μα συ το παραξίλωσες μ᾿ αὐτό σου το γινάτι...
ὄρσε λοιπὸν δύο τρεις σβερκιὲς και σύρε στο Παλάτι.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η περίφημη εφημερίδα του Σουρή.



ΦΑΣΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΤΕΣ



            Ο Gaston Deschamps περιγράφει όπως πιο κάτω τον Φασουλή:

« Εκεί πρέπει να πάει όποιος θέλει να παρευρεθεί στα κατορθώματα και τα παράδοξα λόγια του Φασουλή, του Καλινό [όπερα κομίκ] των Ελλήνων. Μιλάει με την μύτη, τρώει σκόρδο, εξαπατά τους γύρω του, δέρνει την γυναίκα του. Να κάτι που γεμίζει κέφι τους καλούς εμπόρους του Ιλισού. Το κατσούφικο κέφι των Ελλήνων είναι ακούραστο και δεν υποχωρεί με καμιά αφορμή. Δεν ξέρω πόσες φορές έχω παρευρεθεί στον Θάνατο του Φασουλή. Ο ανθρωπάκος είναι στο κρεβάτι του, στα τελευταία του. Κρατάει τα πλευρά του, τόσο οδυνηροί είναι οι κωλικοί του. Τα δόντια του χτυπούν από τον πυρετό και μέσα στους λυγμούς του εκλιπαρεί τον θεραπευτή Θεό, που στην Ανατολή έχει αντικαταστήσει οριστικά τον Ασκληπιό:

 «Κινίνο! Κινίνο!» Φωνάζει την γυναίκα του και την στέλνει στον φαρμακοποιό. Σε ένα ποτήρι νερό πίνει το λυτρωτικό φάρμακο, τη λευκή σκόνη που θα τον ανακουφίσει. Μάταιες προσπάθειες.

 Γυναίκα, φέρε μου κι άλλο κινίνο!


Ο Φασουλής κοιτάζει την άσπρη σκόνη και ξαφνικά αρχίζει να σταυροκοπιέται, επικαλούμενος όλους τους αγίους του παραδείσου. Βάζει λίγο από το φάρμακο κάτω από την γλώσσα του.

 Σκάνδαλο! Φρίκη! Ο φαρμακοπώλης είναι κλέφτης. Δεν είναι θειική κινίνη, είναι μπαγιάτικο αλεύρι.

Ο Φασουλής ρίχνει στη γυναίκα του μια θλιμμένη ματιά:
- Γυναίκα, πήγαινε στο βουνό, στο μοναστήρι. Λένε ότι οι Φράγκισσες καλόγριες ξέρουν μυστικά για να θεραπεύουν όλες τις αρρώστιες.







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σπάνιο φωτογραφικό τεκμήριο από υπαίθρια παράσταση του Παναγιώτη Θεοδοσίου, το 1909, στο ύψος της σημερινής οδού Αποστόλου Παύλου, η οποία εκείνη την εποχή ήταν ακόμη αδιαμόρφωτη και αποτελούσε χώρο περιπάτου και υπαίθριας αναψυχής, ιδιαίτερα σε περιόδους εορτών (Απόκριες, Ρουσάλια κ.ά.). Ως σκηνή χρησιμοποιεί το κάρο του και δίπλα του, ο περίφημος Αράπης συμμετέχει στην παράσταση. Η φωτογραφία αποδίδεται στον Πέτρο Πουλίδη (αρχείο ΕΡΤ) και όπου έχει δημοσιευθεί φέρει λανθασμένη χρονολόγηση. Σώζονται και άλλες λήψεις της ίδιας ημέρας που δείχνουν κόσμο να κινείται στην ευρύτερη περιοχή κάτω από την Πνύκα και προς την Ακρόπολη. Εκείνη τη χρονιά, στον Πειραιά και στην Αθήνα παρουσίαζε κωμωδία με τίτλο «Η ΕΛΛΑΣ ΧΩΡΙΣ ΑΓΚΥΡΑΝ», την οποία ο ίδιος είχε βρει και την είχε βάλει στο πλάι της σκηνής του! Υποτίθεται ότι λωποδύτες είχαν κλέψει την άγκυρα του πολεμικού «ΕΛΛΑΣ» και ένα κομμάτι της αλυσίδας της και διαπραγματεύοντο την πώλησή της, ως παλιοσίδερα σε σιδηροπώλες, όταν συλλαμβάνονται και οδηγούνται οι μεν λωποδύτες στην αστυνομία, η δε άγκυρα στο πλοίο της. Το γεγονός ότι μια τεράστια άγκυρα είχε κοπεί από την αλυσίδα της σαν κλωστή και φορτώθηκε σε βάρκα για να μεταφερθεί από τον Πόρο στον Πειραιά χωρίς να πάρει είδηση το πλήρωμα που αποτελείτο από 60-70 ναύτες έδινε αφορμή για σχόλια και παραλληλισμούς που σχετίζοντο με την πολιτική επικαιρότητα. Οι λωποδύτες που έκλεβαν την «Ελλάδα» ήταν οι ταμίες, οι υπάλληλοι και οι εισπράκτορες που έκλεβαν το κράτος τους. Ως προς τον συμβολισμό της άγκυρας, ως έμβλημα είχε διαδεχθεί την ελιά του Χαρίλαου Τρικούπη και χρησιμοποιείτο ως το «αντίπαλον δέος» του κορδονιού. Εξάλλου, την άγκυρα χρησιμοποίησαν ως έμβλημα και οι φιλελεύθεροι του Ελευθερίου Βενιζέλου.


            Την ίδια στιγμή, ανοίγει η πόρτα και μια αδελφή του Αγίου Ιωσήφ σεμνή χαμηλοβλεπούσα κάτω από το άσπρο σκουφάκι της , μπαίνει στο δωμάτιο με ένα ελαφρό ήχο από κομποσκοίνια και ευλογημένα μεταγιόν. Ο Φασουλής δεν ξέρει πως σε ποια γλώσσα να την ευχαριστήσει.

Μπονζούρ! Μπονζούρ!  Φωνάζει Μερσί! Μερσί! Μουά νον παρλάρ  φρανσέζο. 

Μουά Γκρέκο, Γκρέκο νον Λατίνο.

Καλημέρα, απαντά μια γλυκιά φωνή κάτω από το πέπλο Va bene. Vous, malado, malado.

Σι, σι, μαλάντο, μποκού μαλάντο!


Η καλόγρια του δίνει να πιεί φάρμακο. Ύστερα  του βγάζει έναν λόγο, από όπου ο ανθρωπάκος καταλαβαίνει πως θέλει να τον μυήσει στην θρησκεία του Πάπα της Ρώμης. Τότε ανασηκώνεται στο παλιοκρέβατο του και, σε καλά ελληνικά αυτή την φορά, εκφράζει την αγανάκτησή του:

Αχ! Σκύλα Φράγκισσα! Αχ Επειδή εσείς οι Γαλάτες δεν είστε χριστιανοί, εσείς θέλετε να μην πιστεύει κανείς στον Θεό! Α! Σκάνδαλο! Σάνδαλο!

      Και τσακισμένος ξαναπεύτει στην κλίνη του, ενώ η καλόγρια φεύγει τρομαγμένη….
      Αυτήν την φορά τελείωσε ο Φασουλής πέθανε και θα πάει στον παράδεισο να κάτσει με τους ομολογητές της ορθόδοξης πίστης. Έρχονται να τον πάρουν για να τον θάψουν. Η γυναίκα του πλέκει με διαπερασατικές τριλιές το μοιρολόι. Οι συγγενείς κάθονται ολόγυρα στο δωμάτιο, παρηγορούν ο ένας τον άλλον και τονώνουν το ηθικό τους μουσκεύοντας το ψωμί τους μέσα σε μια γαβάθα με λάδι, όπου κολυμπούν παστά ψάρια. Μιλούν για τον Φασουλή για τις εξυπνάδες του, την φρονιμάδα του, τις μεγάλες του αρετές.

Αν το είχε θελήσει, λέει ο ένας, θα μπορούσε να έχει βγει βουλευτής. Μιλάει πολύ καλύτερα από τον Δημήτρη.

Αν ήταν παπάς, αρχίζει ο άλλος, σίγουρα θα είχε γίνει πατριάρχης της Κωνσταντινουπόλεως

Ω ναι, προσθέτει η κλαμένη χήρα, τι καλός άνθρωπος! Τι ευφράδεια! Τι ικανότητα στο εμπόριο του! Έδειχνε βλάκας, αλλά το έκανε επίτηδες για να μην τον εξαπατούν οι άλλοι. Θα είχε όλα τα προτερήματα του κόσμου αν δεν μου είχε δώσει τόσες μπαστουνιές!

Στις λέξεις αυτές, ένα μούγκρισμα ακούγεται από το νεκρικό κρεβάτι. Ο Φασουλής δεν έχει πεθάνει, προσποιόταν, για να μάθει τι θα έλεγαν γι αυτόν. Και τότε γίνεται ωραίος σαματάς!

Α! Καταραμένη γυναίκα! Αχ! Σου έδωσα μπαστουνιές, ε; Ε λοιπόν, θα φας με χλωρό κλαρί! Θα τις φας!
Και αρπάζοντας μια μαγκούρα, ο ζωντανός και τρομερός Φασουλής τρέπει σε φυγή όλη την μαυροφορεμένη οικογένεια.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αυτή ήταν η Αθήνα που έζησε ο Φασουλής και ο Περικλέτος.

      Ποιος είναι ο δημιουργός αυτών των μακάβριων φαντασιώσεων;  Δεν ξέρουμε ή μάλλον, είναι όλοι και καθένας. Αυτοί οι εσωτερικοί πίνακες, όπου τόσο καθαρά διαγράφονται τα ουσιαστικά στοιχεία του ελληνικού χαρακτήρα, είναι έργο του ανώνυμου και αυθόρμητου πλήθους, που διασκεδάζει κοιτάζοντας τον εαυτό του σ αυτές τις πολύ νόστιμες κωμωδίες. Θα ήταν μάταιο να σταθεροποιήσει κανείς το κείμενό του. Κάθε παράσταση τις παρατείνει ή τις κόβει, και κάθε αστείος ηθοποιός προσθέτει άφθονα στοιχεία από το δικό του απόθεμα. Οι νομαδικές αυτές αγέλες που περιφέρονται στην Ανατολή τούτες τις εθνικές φάρσες ονομάζονται ακόμα, όπως και στην εποχή του Διονύσου, θίασοι.

Ιούλιος 1884


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


1. Ιστορία του Νεοελληνικού κουκλοθέατρου – Φασουλής, Διδακτορική  Διατριβή του   Απ. Ν. Μαγουλιώτη. «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» 25/11/2001
2. Ο αδικημένος  αδελφός  του  Καραγκιόζη «ΠΡΟΣΩΠΑ, 21ος ΑΙΩΝΑΣ» (27-11-1999)  της  εφημερίδας   «ΤΑ ΝΕΑ» του Βάλτερ  Πούχνερ, Καθηγητή  Θεατρολογίας  του Πανεπιστημίου  Αθηνών.
3. Λαϊκό θέατρο στην Ελλάδα και στα Βαλκάνια (συγκριτική μελέτη), Πατάκης, Αθήνα 1989.
4. θεωρία του λαϊκού θεάτρου. Κριτικές παρατηρήσεις στο γενετικό κώδικα της θεατρικής συμπεριφοράς του ανθρώπου, (Λαογραφία, παράρτημα 9), Αθήνα 1985
5. Ανθολογία νεοελληνικής δραματουργίας ΤΟΜ. Α', Β1, Β2 «ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΗΣ» του ΒΑΛΤΕΡ ΠΟΥΧΝΕΡ
6. Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ του Gaston Deschamps εκδόσεις ΒΗΜΑ περιηγήσεις










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου