Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΣΑΡΦΑΓΚΑΣ


ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ

 

Στο νεοσύστατο κρότος της Ελλάδας η οικονομική , πολιτική και κοινωνική ζωή δεν ήταν και η καλύτερη , χρόνια προβλήματα που ήταν αποτέλεσμα της μακρόχρονης δουλείας του Έθνους βγήκαν στην επιφάνεια, το σκηνικό μέσα στο οποίο θα περιγράψω την ιστορία της αστυνόμευσης και της επιβολής ασφάλειας στους πολίτες έχει ως εξείς:

ΑΘΗΝΑ 19ος αιώνας:

Δρόμοι κυρίως χωματόδρομοι, χωρίς φωτισμό (που και που κάποιο φανάρι ασετιλίνης) κι αυτό στα πολύ κεντρικά μέρη , πνιγμένοι στην λάσπη τον χειμώνα και  την σκόνη το καλοκαίρι. Η συγκοινωνία λοιπόν ήταν αξιοθρήνητη άμαξες , λαντρώ μόνιππα για τους λίγους , αραμπάδες , σούστες κάρα για την μεσαία τάξη, γαϊδουράκια και φυσικά τα ποδαράκια του    για  τον λαό, φυσικά όλα αυτά τα ζώα αποπατούσαν στους δρόμους και οι Αθηναίοι τσαλαβουτούσαν στο ζωικό  σκατολοίδη.   

Κατοικίες : Όλα ήταν σπάνια ακόμα και στις εύπορες οικογένειες, λίγο φως , λίγη θέρμανση, λίγα ρούχα, λίγη καθαριότητα.

Αγορά: Η εμπορική ζωή περιορίζεται σε πολύ λίγα μαγαζιά και σ αυτά οι όροι υγιεινής ήταν ανύπαρκτοι πχ κρέατα σε τσιγκέλια και η μύγα κοπάδι επάνω και όλα γίνονται από γυρολόγους που διαλαλούν το εμπόρευμά τους πχ η πώληση του γάλακτος γινόταν με άρμεγμα παρουσία του πελάτη της κατσίκας, γαϊδουράκια με όλα τα είδη διερχόντουσαν τους δρόμους και πουλούσαν από κανάτια μέχρι φουρκέτες

Νερό υπήρχε για δύο επίπεδα ανθρώπους

Α. Οι πλούσιοι αγόραζαν  στην Αθήνα «Υδωρ Αμαρουσίου» και στον Πειραιά νερό Πόρου προς πενήντα λεπτά το σταμνί από νερουλάδες.

Β.. Ο λαός έπαιρναν το νεράκι τους από πηγάδια, εκεί μαζευόντουσαν στάμνες , βαρελάκια κλπ μέσα συλλογής και οι καυγάδες για το ζήτημα της σειράς ήταν το έλα να δεις, ή από διανομές που γινόταν με οχήματα (σούστες) δύο φορές την εβδομάδα που διαρκούσαν κανένα δίωρο. Από αυτά αντιλαμβάνεσαι ότι η προσωπική υγιεινή ήταν ια πολύ μακρινή υπόθεση για τους Έλληνες , προς επιβεβαίωση παραθέτω το τραγουδάκι που δείχνει μέχρι ποιας θυσίας μπορεί να φτάσει ο ερωτευμένος προκειμένου να πάρει ην καλή του….

« Πάρε με Αντριάνα μου, να σε βοηθώ στην πλύση και να σου κουβαλώ νερό από το Βατραχονήσι».

 

Σε αυτό το σκηνικό αναπτύχθηκε μια κατηγορία νονών που ταλαιπωρούσαν τους δυστηχείς Έλληνες τα…………κουτσαβάκια, μέχρι που το κράτος θέλησε να βάλει τάξη και έκανε διευθυντή αστυνομίας τον Δ Μπαϊρακτάρη*.

 
 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μπαϊρακτάρης  και κουτσαβάκηδες.
 

ΤΑ ΚΟΥΤΣΑΒΑΚΙΑ

 

            Ήταν περιθωριακά/ταραχοποιά στοιχεία είχαν δικό τους κώδικα επικοινωνίας και ενδυματολογίας, ονομάστηκαν "κουτσαβάκηδες" και σύχναζαν στα καφενεία της Πλ.Ηρώων στου Ψυρρή και ειδικότερα στου "Καποδίστρια" της οδού Μιαούλη. Τύποι με μακριές μουστάκες, αφόρετο το ένα μανίκι του σακακιού τους και μυτερά παπούτσια σουβλιστά που η άκρη της γύριζε στριφογυριστά προς τα πάνω, ήταν εγκατεστημένοι στα φτωχόσπιτα του Ψυρρή . Σύμφωνα με μία εκδοχή ο λόγος που είχαν αφόρετο το μανίκι του σακακιού τους ήταν για να προλάβουν σε περίπτωση επίθεσης από μέλος άλλης συμμορίας να τυλίξουν το χέρι τους και να το προτάξουν για να προστατευτούν από το μαχαίρωμα (αφού τα αλληλομαχαιρώματα ήταν σύνηθες φαινόμενο).

Η εφημερίδα "Ακρόπολις" αναφέρει πως ονομάστηκαν "κουτσαβάκηδες" επειδή κούτσαιναν εξ αιτίας τραύματος που έγινε δήθεν σε συμπλοκή με την αστυνομία. Μια άλλη εκδοχή σύμφωνα με την εφημερίδα  "Σκρίπ" είναι πως το όνομα το πήραν από έναν Πειραιώτη, τον Δημήτρη Κουτσαβάκη, έναν καβγατζή δεκανέα του ιππικού ο οποίος έγινε αρχηγός παρέας αποτελού­μενης από τον Διονυσιάδη. τον Μπεκάτσα, τον Αϊβαλιώτη. τον Γκράβιζα και τον Ψαρώνη, που κατέβαιναν κάθε τόσο στην Αγορά και στις συνοικίες κι' έσπαζαν στο ξύ­λο τους πρώην... συναδέλ­φους τους.


Κατά τα χρόνια του Κριμαϊκού πολέμου (1854-1857) ξέσπασε μια επιδημία χολέρας στην Αθήνα με αποτέλεσμα οι Αθηναίοι να τραπούν σε φυγή προκειμένου να γλυτώσουν την επιδημία. Κάποιοι από τους περιθωριακούς τύπους ....έγιναν νεκροθάφτες......αφού μαζί με τους Αθηναίους είχαν εξαφανιστεί και οι νεκροθάφτες (τότε πέθαναν από την επιδημία περίπου 3000 άτομα από τους 30000 κατοίκους που είχε τότε η Αθήνα)......Εξ ού και ο λαός τους αποκάλεσε "μόρτηδες" από τη γαλλική λέξη mort που σημαίνει νεκρός.

 

Πέραν τούτων όμως υπήρχαν και οι τραμπούκοι που χρησιμοποιούντο από τους πολιτικούς για να επιβάλουν δυναμικά τις απόψεις τους, οι  Αθηναίοι του 1890 στέναζαν από τους τραμπούκους.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο κουτσαβάκης περπάταγε μονόπαντα και λικνιστικά, με ανασηκωμένο τον αριστερό ώμο, κουνώντας μόνο το δεξί...
 

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

Φορούσαν μαύρο σακάκι, αλλά το φορούσαν μόνο απ’ το αριστερό μανίκι.

Είχαν ριγέ χρωματιστό παντελόνι, που ήταν πολύ φαρδύ στα σκέλη, αλλά και πολύ στενό στους αστράγαλους. Στη μέση τους είχαν ζωσμένο ένα πολύ πλατύ και πολύπτυχο ζωνάρι, όπου τοποθετούσαν, τόσο τα όπλα τους (συνήθως κουμπούρες ή φοβερές αμφίστομες κάμες), όσο και τα καπνιστικά τους είδη. Στο κεφάλι φορούσαν μια μαύρη ρεπούμπλικα, με πλατύ όμως πένθος που το αποκαλούσαν «θλίψη» ή «χλίψη». Υποτίθετο, ότι το πένθος αυτό το όφειλαν στον ανύπαρκτο θάνατο κάποιου συγγενούς ή στενού φίλου, που κι εκείνος κατά την έκφραση του Θουκυδίδη «εσιδηροφόρει» σαν αυτούς, που ήταν κι εκείνος «μάγκας βαρύς κι ασήκωτος», που φορούσε αναρριχτό σακάκι, αλλά και είχε πέσει νεκρός κατά την εκτέλεση κάποιας γενναίας πράξης, αλησμόνητο θύμα για στιγμές γεμάτες φιλότιμο.

 

Τα παπούτσια τους ήταν παράδοξα. Ήταν στιβάλια με ψηλό τακούνι, να ρολάρει    νόμισμα από κάτω, στενά και μυτερά, που έπρεπε να είναι ανορθωμένα μπροστά στην άκρη, σαν ρύγχος. Κι έπρεπε να είναι πολύ τριζάτα.

 

Τα μαλλιά τους ήταν πλούσια, κατέβαιναν ως τα μάτια, αφημένα με περίτεχνη αμέλεια και ήταν πάντα αλειμμένα με χοιρινό λίπος, που αποτελούσε το κύριο καλλυντικό των τύπων εκείνων.
Τα μουστάκια τους ήταν άφθονα, στριμμένα στις άκρες κι ενώνονταν με τις άλλες τρίχες στα μάγουλα, ενώ δεν διατηρούσαν πραγματικά γένια.

 

Οι Κουτσαβάκηδες βάδιζαν λικνιστά, με το κεφάλι ελαφρά σκυμμένο προς τα δεξιά και κουνώντας τα χέρια τους. Είχαν σχεδόν πάντα, ύφος βλοσυρό. Κάθε τόσο όμως αναστέναζαν, θέλοντας να δείξουν ότι έκρυβαν στην καρδιά τους κάποιο βαρύ «ντέρτι», δηλαδή στενοχώρια.
Όταν κάθονταν στα καφενεία, έβγαζαν το ένα παπούτσι (πράγμα εύκολο, γιατί τα στιβάλια ήταν με λάστιχο) και τοποθετούσαν έπειτα το γυμνό πόδι ορθογώνια στο ύψος του γόνατος του άλλου ποδιού. Συνήθως όμως κάρφωναν και την κάμα τους πάνω στο ξύλινο τραπέζι, επίδειξη και σύμβολο εφεδρικού δυναμισμού για άμεση δράση.


Αλλοίμονο στον περαστικό διαβάτη που θα τους κοίταζε (κατά την κρίση τους) χωρίς τον απαιτούμενο σεβασμό. Συχνά άπλωναν μπροστά στην καρέκλα τους και πάνω στο έδαφος, την άκρη του μακριού ζωναριού τους. Κι ορμούσαν με φονικές διαθέσεις εναντίον εκείνου που θα τολμούσε να το πατήσει. Απ’ αυτή τη συνήθεια γεννήθηκε και η φράση «Απλώνει το ζωνάρι του για καβγά».

 

 

Οι κακοποιοί εκείνοι, σκληροί, αδίστακτοι, αλλά και θρασύδειλοι, έκαναν κάθε είδους κακουργίες, που συνήθως έμειναν ατιμώρητες. Κανένας δεν τολμούσε να αντιδράσει. Και το έγκλημα, μικρό ή μεγάλο, φανερό ή κρυφό, παρέμεινε ατιμώρητο, ενώ οι φορείς του πρόβαλλαν σαν πρόσωπα ηρωικά.

 

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αυθεντικός κουτσαβάκης. Φωτογραφία μοναδικό ντουκουμέντο.

 

ΨΥΡΡΗ ή ΨΥΡΗ ή ΨΕΙΡΗ

 

Η συνοικία αυτή έγινε πασίγνωστη, λόγω του ότι, το κυρίαρχο στοιχείο της, ήταν οι Κουτσαβάκηδες, ιδιόρρυθμοι τύποι κακοποιών, που είχαν κυριαρχήσει στην περιοχή αυτή, επί 50 περίπου χρόνια, από τα τελευταία χρόνια του Όθωνος, έως το τέλος του 19ου αιώνος και είχαν μεταβάλει τον κοσμοβριθή οικισμό του Ψειρή, σε ένα «κράτος εν κράτει». Η «Πλατεία των Ηρώων» στου Ψειρή, όπως και τα γύρω της στενά, αποτελούσαν μόνιμο στέκι και βασίλειο των Κουτσαβάκηδων. Οι περιδεείς κάτοικοι, ήταν κυριολεκτικά φόρου υποτελείς σ’ αυτούς τους τύπους. Τα εγκλήματά τους ήταν και αναρίθμητα και ανατριχιαστικά. Ιδιαίτερη όμως επίδοση (σαν σκληροί αγαπητικοί, προστάτες και εκμεταλλευτές της «γκόμενας») σημείωναν στην εκμετάλλευση των «κοινών» γυναικών, τις οποίες στο τέλος, συχνά τις μαχαίρωναν για αιτίες ασήμαντες.

 

 

 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σκίτσο γνωστού κουτσαβάκη.

 

ΜΕΤΡΑ ΤΟΥ Δ ΜΠΑΙΡΑΚΤΑΡΗ

 

            Τον έλεγχο αυτών των ανθρώπων προσπάθησε να πάρει το Ελληνικό κράτος από την αρχή. Ο  Δημητριάδης, στις αρχές της βασιλείας του Γεωργίου του Α’. Έκανε  συστηματικές επιδρομές μέσα στα απρόσιτα στέκια των Κουτσαβάκηδων. Σε αντίδραση όμως εκείνοι, δολοφόνησαν μέσα στην πλατεία του Δημοπρατηρίου, τον γραμματέα της αστυνομίας, Λύτρα. Επακολούθησε απ’ τον Δημητριάδη η άλωση του υπόγειου καταγωγίου του Μαούφαρη, που αποτελούσε την φωλιά των Κουτσαβάκηδων. Μέσα εκεί, έπειτα από κυριολεκτική μάχη, συνελήφθησαν και οι κρυμμένοι δολοφόνοι του Λύτρα. Αποτέλεσμα όμως ήταν να επαναστατήσει κυριολεκτικά η συνοικία του Ψειρή, απ’ όπου η αστυνομία αναγκάστηκε να αποσυρθεί τελείως. Οι Κουτσαβάκηδες όμως αποφάσισαν τότε να εκστρατεύσουν κι εναντίον της αστυνομικής διεύθυνσης(!), που τότε ήταν εγκατεστημένη στην πλατεία Κλαυθμώνος. Ο Δημητριάδης πρότεινε στην Κυβέρνηση σκληρά αντίποινα, αλλά ο πρωθυπουργός Βούλγαρης προτίμησε να υποχωρήσει κι αντί άλλου μέτρου, απέλυσε τον αποφασιστικό διευθυντή της αστυνομίας!

            Στην συνέχεια ανέλαβε  ο Βρατσάνος, ένας σκληροτράχηλος Ψαριανός, που ο πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κουμουνδούρος τον διόρισε διευθυντή, με την ρητή εντολή, ν’ απαλλάξει την Αθήνα απ’ το αίσχος των Κουτσαβάκηδων.
Ο Βρατσάνος δέχτηκε την εντολή. Σ’ αυτό το σημείο μάλιστα, τον ενθάρρυνε αποτελεσματικά και η σύζυγός του, η ιστορική Φλωρού, γυναίκα ατρόμητη και εξασκημένη η ίδια στα όπλα. Χειριζόταν δε η Φλωρού, το πιστόλι και την καραμπίνα, σαν έμπειρος πολεμιστής.
Ο Βρατσάνος θέλησε να διασπάσει τον αντίπαλο, προσλαμβάνοντας ως αστυνομικούς και μερικούς Κούτσαβους. Το πείραμά του όμως απέτυχε, γιατί σύντομα εκείνοι άρχισαν να συνεργάζονται με τους «συναδέλφους» τους, εξαπατώντας την αστυνομία. Ο θαρραλέος διευθυντής κατέφυγε τότε σε συστηματικές επιδρομές μέσα στο βασίλειο των κακοποιών, όπου συχνά διακινδύνευε κι αυτή τη ζωή του.
Τελικά όμως, οι πολιτικοί προστάτες των Κουτσαβάκηδων πέτυχαν την αντικατάσταση του αποφασιστικού Βρανάτσου.

            Αυτός όμως που τελείωσε τους Κουτσαβάκηδες ήταν ο  αστυνομικός διευθυντής Δημήτριος Μπαϊρακτάρης . Για την επίθεσή του εναντίων των Κουτσαβάκηδων, δεν διέθετε συνεπώς ύποπτους και απείθαρχους «αστυνομικούς κλητήρες». Διέθετε τώρα σκληρούς Ευζώνους κι αφοσιωμένους πυροβολητές, που μάλιστα τους διάλεγε ο ίδιος. αυτός λοιπόν χρησιμοποίησε ένα μέσο για την παράκαμψή τους , την ηθική τους απαξίωση με εργαλεία τέσσερα:

Α. Μπαλτά

Β. Ψαλίδι (τεράστια βλαχοψαλίδα)

Γ. Βαριοπούλα

Δ  Ξουράφι

            Έτσι λοιπόν η σύλληψη του Κουτσαβάκη  ακολουθείτο από:

Α. Την μετατροπή του τακουνάτου παπουτσιού τους σε ίσιο παπούτσι χωρίς τακούνι με τον μπαλτά.

Β. Το κόψιμο του μισού μουστακιού με ξυράφι, έτσι υποχρεωνόταν ο κουτσαβάκης να ξυρίσει ο ίδιος το άλλο μισό.

Γ. Έκοβε με το ψαλίδι το μανίκι που δεν φορούσαν, με την δικαιολογία ότι δεν τους χρειάζεται και φυσικά κοβόντουσαν το ζωνάρι και ψαλιδιζόντουσαν τα μαλλιά .

Δ Τους υποχρέωνε να σπάσουν με βαριοπούλα την μποστόλα τους και τα μαχαίρια τους.

 

Μετά από αυτό δεν τους πείραζε κανείς ήταν ελεύθεροι να φύγουν από το Μεντρεσέ που γινόταν η διαδικασία πολλές φορές αυτές οι διαδικασίες γινόντουσαν και δημόσια, υπό το γιούχα των παρευρισκομένων πολιτών που, οι οποίοι ταλαιπωρημένοι και κακοπαθημένοι από αυτή την ιδιόρρυθμη αλητεία «έπαιρναν» την ρεβάνς τους . Ο εξευτελισμός αυτός, ήταν φοβερός, ώστε στο εξής αναγκάζονταν να εξαφανιστούν από προσώπου γης.

 

Παραθέτω σχετικό τραγούδι :

«Ο Μπαϊρακτάρης μου έκοψε το ένα το μανίκι

Και να ξεχάσω δεν μπορώ , αυτό το ρεζιλίκι

Ο Μπαϊρακτάρης μ έπιασε στο Μεντρεσέ με έκλεισε

Τη σκανδαλιάρα μου έσπασε και το μουστάκι μου έκοψε…….»

 

 Ο Κουτσαβάκης διατήρησε την απήχηση του (σαν τύπος και σαν ντύσιμο) στον Καραγκιόζη, εξακολουθεί να είναι ο πασίγνωστος «Σταύρακας» και «Νόντας»,. Απ’ τη σκηνή του θεάτρου σκιών, παρακολουθούμε τον Σταύρακα, όχι μόνο να είναι ντυμένος όπως οι παλαιοί Κουτσαβάκηδες, αλλά και να χρησιμοποιεί φρασεολογία που κάνει άφθονη κατανάλωση για το φιλότιμο, αλλά και που από πίσω από την μεγαλοστομία των απειλών της, μας φανερώνει τον τύπο του θρασύδειλου παλικαρά.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σκίτσο γνωστού κουτσαβάκη.

 

ΣΑΡΦΑΓΚΑΣ

 

            Μετά από αυτά ας δούμε και μια ιστορία που περιγράφει με γλαφυρότητα, ένα περιστατικό από το κλίμα του κουτσαβακισμού…….

            Στην πλατεία Ψυρρή ο τόπος τρέμει τον Σαρφάγκα, γέροι, νέοι παιδιά, άνδρες γυναίκες, όλοι τρομοκρατημένοι, όταν τα «πίνει» τα παιδιά σταματούν να παίζουν αλλιώς τρώνε ξύλο οι γονείς τους, όταν περάσει κοπέλα την πειράζει και κανείς δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί……..  φονιάς, σαματατζής , στην Ομόνοια σκότωσε τον Ζαφείρη τον Μανιάτη μέσα στο λημέρι του και για πόσο πήγε φυλακή γι αυτή την πράξη του 8 μήνες!

            Ένα μεσημεράκι ένας μεροκαματιάρης επιπλοποιός περνά από του Ψυρρή με την αρραβωνιαστικιά του , ο Σαρφάγκας τα πίνει με εννέα Κουτσαβάκηδες, το βλέπει το ζευγάρι και  φωνάζει στην κοπέλα: «Δεν παρατας τον τζε να ρθεις ν κάνουμε γκεζί;», ο επιπλοποιός πάει πιο κει την κοπέλα του και επιστρέφει και με θάρρος λέει στον Σαφράγκα, «Αν δεν το μπορείς το ούζο που πίνεις  να μη το πίνεις, τι θάρρεψες τα κορίτσια του κόσμου σαν την λίγδα σου;».

            Η προσβολή μεγάλη, τραβά ο Σαφράγκας το κουμπούρι του «Πες της μάνας σου να ετοιμάσει σάβανο και έρχεσαι» ο επιπλοποιός του λέει: «Δεν είστε άντρες, εγώ σίδερο δεν έχω, αλλά αν θες εσύ και η παρέα σου με τα χέρια καθαρίζουμε».

            Δέκα προς ένα τους φάνηκε καλοκαιρινή πλακίτσα , έλα όμως που το παλικαράκι ήταν ψωμωμένο, μπουνιά και σηκωμό δεν είχε όποιος την έτρωγε, δύο έφαγε ο Σαφράγκας και ταυλιάστηκε, Μετά περιφρονητικά γύρισε στον επίσης κουτσαβάκη ταβερνιάρη και είπε «Μάζεψέ  τους».

            Το γεγονός αυτό έφερε σε δύσκολη θέση το σινάφι των Κουτσαβάκηδων, κινδύνευαν να χάσουν τον έλεγχο της περιοχής, έτσι από την ίδια μέρα έγιναν σατράπηδες ξυλοκοπούσαν τους πάντες, ώσπου για να επιβάλουν την κυριαρχία τους ο Σαφράγκας έκανε και το πιο κάτω. Παρουσιάστηκε στο καφενείο και διέταξε τον καφετζή να κρατήσει τον ναργιλέ του στο μαγαζί και να προσέχει το    κάρβουνο του και ο ίδιος τράβηξε ένα μαρκούτσι 20 πήχες μάκρος που διέσχιζε όλη την πλατεία και κάθισε στο κέντρο της και φούμερνε μαζί με δύο τρεις κουτσαβάκηδες ……… ποιος να περάσει πάνω από το μαρκούτσι του Σαφράγκα , μια γριούλα πέρασε χωρίς να το δει και με μια μαγκούρα την ξέρανε στο ξύλο.  Τράβηξε μέρες ώσπου ένα απογευματάκι από μακριά φάνηκε ένα αμάξι , ετοιμάστηκε για καυγά αν περνούσε από πάνω ο αμαξάς, το αμάξι σταμάτησε την ρόδα του πάνω στο μαρκούτσι του Σαφράγκα,  και από επάνω κατέβηκε ο Μπαϊρακτάρης .
 
Ο αξιωματικός ήσυχα χωρίς να μιλήσει πλησίασε τον Σαρφάγκα τον άρπαξε από τον λαιμό τον σήκωσε στον αέρα και με το άλλο χέρι του άστραψε καμιά εικοσαριά άγριες σφαλιάρες ίσιες και ανάποδες, τράβηξε από δύο κλωτσιές στους συντρόφους του και του είπε «Ρε Σαφράγκα, επάνω μου δεν έχω ούτε πιστόλι ούτε σουγιά. Τι αντράκι είσαι να σε δέρνουν και να μη ρίχνεις; Φτου σου ψευτόμαγκα, δειλέ …….» τον άφησε και ήσυχα μπήκε στο αμάξι του και έφυγε.

            Στην πλατεία έπεσε σιωπή και μετά από το πρώτο λεπτό που διαδέχτηκε το απρόσμενο ακούστηκε μια κραυγή από παντού «Ααααααααααα Σαφράγκα κάθαρμα!» ο Σαφράγκας χωρίς μιλιά έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι και τίποτα πια δεν ακούστηκε για λόγου του………. σαν να τον κατάπιε η γη.

 
 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης.

* Ο Δημήτριος Μπαϊρακτάρης ήταν Έλληνας στρατιωτικός και ο πρώτος αστυνομικός διευθυντής της Αθήνας.

Γεννήθηκε το 1833 στο Αγρίνιο και πέθανε το 1900 στην Αθήνα. Καταγόμενος από Σουλιώτικη οικογένεια κατατάχθηκε στο στρατό το 1848 ως στρατιώτης όπου γρήγορα προάχθηκε σε αξιωματικό του πεζικού. Έλαβε ενεργό μέρος στη Κρητική επανάσταση του 1866 και διέπρεψε σε ανδραγαθίες. Το 1893 όταν συστάθηκε η στρατιωτική αστυνομία, (με τον νόμο ΒΡΠΗ΄ στις 20 Μαρτίου 1893) διορίσθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη Αστυνομικός Διευθυντής Αθηνών αφήνοντας άριστες αναμνήσεις από πλούσια σε αριθμό περιστατικά κατά τον διωγμό των τότε κουτσαβάκηδων που μάστιζαν το κέντρο της Αθήνας.

Το 1897 φέροντας τον βαθμό του συνταγματάρχη ονομάσθηκε ταξίαρχος και με την κήρυξη του Ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897 μετέβη στην Άρτα όπου σε ταχύτατο χρόνο συγκρότησε ολόκληρη ταξιαρχία με δυνάμεις πεζικού, μηχανικού, πυροβολικού αλλά και ιππικού καθώς και δύο τάγματα χωροφυλακής και αστυφυλακής (περίπου σύνολο 7.000 αξιωματικοί και οπλίτες). Με την δύναμη αυτή και με τη βοήθεια μιας ακόμη ταξιαρχίας (του Γκολφινόπουλου) συνήψε την τριήμερη μάχη του Γριμπόβου (από 30 Απριλίου μέχρι και 2 Μαΐου 1897) κατά την οποία και διακρίθηκε για την ανδραγαθία του περιτρέχοντας στη πρώτη γραμμή του πυρός εμψυχώνοντας τους άνδρες του.
Αποστρατεύθηκε στις 10 Μαρτίου του 1900 προαχθείς σε υποστράτηγο, όπου και πέθανε λίγους μήνες μετά."

 




 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Του Ψυρρή ήταν μια περιοχή που υπήρχαν πλήθος εργαστήρια και εκεί φιλήσυχοι μεροκαματιάρηδες έβγαζαν το ψωμί τους.
 
 
 

Πηγή:

 

Λαογραφία της Ελλάδος, Κ. Ρωμαίος, εκδόσεις Γιοβάνη, 1978

«Τα παλιόπαιδα τα ατίθασα» Ν Τσιφόρου Μέρος Α εκδόσεις ΝΕΑ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου