Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

Η ΔΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗ



 

Την 1η Απριλίου του 1824, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης δικαζόταν σε μία δίκη παρωδία, με την κατηγορία της προδοσίας.

Η δίκη έγινε στην εκκλησία της Παναγιάς στο Αιτωλικό.





Ο Καραϊσκάκης, υποπτεύων δολοφονίαν τινά, έπεμψεν πρωτύτερα κάμποσους εδικούς του και ευρίσκοντο μέσα, άλλοι δε τον συνώδευαν έως εις την εκκλησίαν.

 

Ο Καραϊσκάκης άρρωστος, μπαίνει στην εκκλησία οπλισμένος, ασπάζεται τα εικονίσματα και ζητά την ευχή του Δεσπότη.

 

Σύμφωνα με την περιγραφή Κασομούλη, ο Πορφύριος κάθεται στον αρχιερατικό θρόνο. Στα στασίδια των επιτρόπων στέκουν οι κριτές.

"-Πες μου, του λέει, ορθός θα σταθώ ή θα καθίσω;

-Κάθισε, γιατί είσαι ασθενής.

Του έφεραν ένα μαξιλάρι «διότι το έδαφος ήταν πλάκες μάρμαρα, να μη βλαφθή από το ψύχος".

Πορφύριος: Καραϊσκάκη, η πατρίς λαβούσα υποψίαν από τα κινήματά σου, έχουσα και διδόμενα από μερικάς σου ανταποκρίσεις, σήμερον σε προσκάλεσεν εις το κριτήριο … Αφού με τόσας ανδραγαθίας εδόξασες τον εαυτό σου και η πατρίς σε αντάμειψεν … εφάνης αχάριστος. Είθε να είσαι αθώος. Έστειλες τον Κ. Βουλπιώτην εις Ιωάννινα. Τι δουλειά είχε ο Βουλπιώτης εκεί; Τι απολογίαν έχεις;

Καραϊσκάκης: Απ’ όσα με κατηγορούν καμίαν είδησιν δεν έχω … Τον Βουλπιώτην εγώ δεν τον έστειλα. Επήγε διά δουλειάν του. Μόνος του με εζήτησεν διαβατήριον. Ήξευρον τον εαυτόν  μου αθώον από αυτήν την κατηγορίαν. Το κριτήριον ας εξετάσει τον Βουλπιώτην …




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Εμφανίστηκε (αντί του Βουλπιώτη) μάρτυρας «ο έπαρχος κύριος Γιάγκος Σούτζιος (φαναριώτης, φίλος του Μαυροκορδάτου) … και τα είπεν:

-Εγώ, μωρέ, λέγει ο Καραϊσκάκης, σε τα είπα εσένα;

-Μάλιστα, λέγει ο Σούτζιος …

Καραϊσκάκης: Αν βάλετε θεμέλιο εις τα λόγια μου, εκατό ζωές να έχω δεν γλυτώνω, πλην ποτέ έργο δεν έκαμα.

Κριτής (Γαλάνης Μεγαπάνου): Βρε, ηξεύρομεν Καραϊσκάκη όπου λέγεις όλο λόγια. Μα διατί να τα λέγης έτζι; (πρόστυχα).

Καραϊσκάκης: Το έχω χούι, κυρ Πάνο.

Κριτής: Μα γιατί να το έχεις αυτό το χούι, ενώ είσαι πενήντα χρονών;

(για την ακρίβεια ο Καραϊσκάκης ήταν τότε 42 χρονών)

Καραϊσκάκης: Αμ δεν ημπορώ να το κόψω τώρα, κυρ Πάνο. Και συ, κυρ Πάνο, είσαι ογδόντα χρονών, μα το χούι δεν τ’ αφήνεις να γαμής.

Την στιγμή που είπε αυτά ο Καραϊσκάκης μέσα στην εκκλησία , «εκτύπησαν τα γέλια όλοι και πήγαν και πολλοί να λιποθυμήσουν, καθώς κι εγώ ο ίδιος», γράφει ο Κασομούλης.

- Αφήσατέ το σήμερον, λέγει ο Στουρνάρης. Το καταντήσαμε Τζιορτζίνα (δηλ. σκηνή γελοιώδη) το κριτήριον.

Οι υπέρ του Καραϊσκάκη άρχισαν πλέον αναφανδόν να φωνάζουν, άλλος ότι αθωώθη, άλλος ότι αποκρίθηκεν εξαίρετα και αποστόμωσεν τους κριτάς.

Άλλος εκθείαζεν το παρουσιαστικόν του, άλλος την ετοιμολογίαν του, ένας και ταις αστειότηταίς του.  Άλλος φώναζεν:

- Μωρέ που ματαγίνεται άλλος τέτοιος πουτζιαράς; …

(Διεσκόρπισε το στρατοδικείο με τα χώρατά του).

Παρόλο που το δικαστήριο δεν ολοκλήρωσε ποτέ το έργο του. Βγήκε καταδικαστική απόφαση για τον Καραϊσκάκη που ήταν ουσιαστικά μια διοικητική πράξη του Μαυροκορδάτου.






Δεύτερη μέρα της δίκης

Το δεκαμελές  στρατοδικείο της πρώτης μέρας, σήμερα έχει μόνον έξι μέλη.

Η δίκη γίνεται στο σπίτι του Σωτήρη Γιώτη (την πρώτη ημέρα ήταν συνήγορος εκ μέρους της Διοικήσεως) και χωρίς τον …Καραϊσκάκη!

Γιατί;

….

Καπετάν Ζώης Πάνου: Κύριοι, λέγει, δύο είναι αι μαρτυρίαι, ενάντια η μία της άλλης. Άρα ο μάρτυς είναι ψεύτης, ο δε κατηγορούμενος αθώος. Ο μάρτυρας πρέπει να παιδευθή και ως προδότης κυρίως, και ως συκοφάντης.

Κίτσος Τζαβέλας: Στρατηγοί, βλέπω ότι αδίκως θέλετε να βλάψωμεν τα χέρια μας εις το αίμα του αθώου Καραϊσκάκη, με τας ψευδείς εξομολογήσεις του ψευδο- Βουλπιώτου. Εγώ δεν είμαι σύμφωνος, και αν εσείς αποφασίσετε τον θάνατόν του, το αθώον αίμα του, εις τας κεφαλάς των πρωταιτίων και εις τα τέκναν των,  τους είπε. Κι έφυγεν.


(Πως λοιπόν  ο Μαυροκορδάτος τώρα θα τον καταδικάσει εις θάνατον;)

 

 

Και η κατάληξη της «δίκης» – παρωδίας:

«Ο Διευθυντής (Μαυροκορδάτος) κοινοποίησεν ότι ο Καραϊσκάκης είναι ένοχος προδοσίας κατά τας εξομολογήσεις του Βουλπιώτου … Εξεδόθη προκήρυξη εις τας 2 Απριλίου 1824. Αντεγράφη και ετοιχοκολλήθη».

Στην «Προκήρυξη των εγκλημάτων του Καραϊσκάκη», που την υπογράφουν ο Μαυροκορδάτος και οι περισσότεροι καπετάνιοι της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, ο ήρως γνωρίζεται «ως επίβουλος της πατρίδος και προδότης».

Σύμφωνα μ’ αυτήν δίνεται προσταγή στον Καραϊσκάκη να αναχωρήσει αμέσως «μόλον όπου είναι ασθενής …; Αν μετανοήσει και επιστρέψει στα χριστιανικά και ελληνικά χρέη του, η πατρίς θέλει λάβει την ευχαρίστησιν ότι τον εκέρδισεν …;»

Και η προκήρυξη καταλήγει:

«Ειδοποιήστε άπαντες (οι πολίτες) διά του παρόντος ότι ο Καραϊσκάκης είναι διωγμένος από την πατρίδα του και δεν έχει καμίαν εξουσίαν παρά της Διοικήσεως. Μάλιστα εστερήθη όλων των βαθμών και αξιωμάτων ως αμαρτήσας … Πάντες οι Έλληνες να απομακρυνθούν της συναναστροφής του και να τον στοχασθούν ως εχθρόν, ενόσω να μετανοήση και προσπέση εις το έλεος του έθνους και ζητήση συγχώρεσιν».

Μετά την τοιχοκόλληση και τη δημοσίευση της προκήρυξης στα «Ελληνικά Χρονικά», ο Καραϊσκάκης ζήτησε διορία 5-6 ημερών να παραμείνει στο Αιτωλικό για να προετοιμάσει την αναχώρησή του. «Δεν του εσυγχωρήθη παρά σαράντα οχτώ ώρες μόνον».

Φεύγοντας με 80 στρατιώτες λέει δημόσια στους καπετάνιους που τον καταδίκασαν και στον Μαυροκορδάτο:

-Αδελφοί καπιτάνιοι, αν με καταδικάσατε δικαίως ο Θεός να με το στείλη στο κεφάλι ευθύς, κι αν αδίκως, ογλήγορα να σας το πέμψη εις το δικόν σας κεφάλι.

Και στο διευθυντής Δ. Χ. Ελλάδος:

-Ε, ωρέ Μαυροκορδάτε, εσύ την προδοσίαν μου με την έγραψες εις το χαρτί και εγώ ογλήγορα ελπίζω να σου τη γράψω εις το μέτωπόν σου για να φανής ποιος είσαι.

Κι εκτύπησεν το μέτωπόν του με τα τέσσερα δάκτυλα δείχνοντάς τον.

-Εδώ! λέει.

Μαυροκορδάτος: Τι να ελπίζω από τον Καραϊσκάκην ; ότι θα είναι ταπεινός μου υπηρέτης… Δεν το πιστεύω… Ευτυχώς η φθίσις του έφθασε εις τον τρίτον βαθμόν και μαθαίνω ότι είναι κακά άρρωστος. Ίσως ο θεός μας απαλλάξει από αυτόν. Δυστυχώς ακόμη ζει.. Είναι εχθρός του Έθνους, επίβουλος της Πατρίδος…






Από το Αιτωλικό οι στρατιώτες του τον μεταφέρουν λόγω της κατάστασης της υγείας του … με φορείο! (ένα ξυλοκρέβατο που το κουβαλούν τέσσερις). Προσπαθούν να φτάσουν στα λημέρια των Αγράφων. Στην πορεία τους απ’ τα διάφορα χωριά οι αρχικά 80 πολεμιστές γίνονται … 1500! Έφευγαν από τα σπίτια τους και τον ακολουθούσαν.  Όταν συναντήθηκε με άλλους οπλαρχηγούς στο Καρπενήσι που τον δέχτηκαν σαν συμπολεμιστή τους, μετά από 2 μήνες πορεία κυνηγητό και πορεία με το ξυλοκρέβατο στα άγραφα. Αυτό που ήλπιζε ο Μαυροκορδάτος, να δει τον Καραϊσκάκη να ζητήσει καταφύγιο στους Τούρκους, όπως είχε αναγκάσει να κάνει έναν άλλο ήρωα μας τον Βαρνακιώτη, δεν το κατάφερε και έτσι ο Καραϊσκάκης συνέχισε τα κατορθώματα του που έσωσαν την Ρούμελη και την Επανάσταση.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Ν. Βαρδιάμπαση : “Ο ΓΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ: ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ”

 Δ. Φωτιάδη : “ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ” εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου