Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΠΕΡΙΘΑΛΨΗ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Μια μαρτυρία της Π Δέλτα που έχει πολύ ενδιαφέρον:
 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Το κτήριο όπου στεγάζεται το Μουσείο Μπενάκη ήταν η κατοικία του Π. Μπενάκη.
 
 
 
"....Στο μεταξύ είχαν συλλάβει και φυλακίσει Γούναρη, Στράτο και Σία, και είχε σχηματιστεί άλλη κυβέρνηση με πρόεδρο το Σωτήρη Κροκίδα. Υπουργός της περιθάλψεως διορίστηκε ο Απόστολος Δοξιάδης.
 
Μόλις ανέλαβε το Υπουργείο, έκανε μιαν ανακοίνωση, που ζητούσε απ όλες τις κυρίες, σωματείων και άλλων, που διέθεταν χρήματα για τους πρόσφυγες, να παν την τάδε μέρα στο υπουργείο του, ώστε να συνεννοηθούν, και να μη σκορπιέται η δουλειά, να συντονιστεί και να γίνεται αποτελεσματικότερη η περίθαλψη.
 
Εγώ δεν ήμουν σε κανένα σωματείο. Αλλά είχα χρήματα. Πήγα. Ήταν όλες βασιλικές. Ήμουν η μόνη αντίθετη. Γιατί σαν έπεσε ο Βενιζέλος την 1η Νοεμβρίου του 1920 και ήλθε ο Ράλλης και ύστερα από λίγες μέρες ο Γούναρης («Ελιά, ελιά και Κώτσο βασιλιά!»), έπαυσαν όλες τις βενιζελικές κυρίες απ” όλα τα σωματεία. Τους έστειλαν, δηλαδή, ένα χαρτί όπου έγραφαν, λ.χ. «Παύεται η Ελένη Κολοκυθοπούλου», χωρίς καν τη λέξη «κυρία», σα να ήταν υπηρετικά που διώχνονται για καταχρήσεις.
 
Βρέθηκα μόνη, σε κύκλο εχθρικό, όπου οι περισσότερες μου ήταν άγνωστες, με μόνο τον υπουργό ομοϊδεάτη.
 
Ήταν μεταξύ άλλων η κυρία Κεφάλα, η Παπαδοπούλου, το γένος Καραβοπούλου (κόρη του γνωστού τσιγάρα της Αλεξάνδρειας), παντρεμένη [με] δικαστή των μικτών δικαστηρίων της Αλεξάνδρειας, που είχε γίνει το δεξί χέρι της Σοφίας, και με χαιρέτησε προστατευτικά. Ήταν η Νότα Μελά, που ήλθε και κάθησε κοντά μου, και άλλες που δε θυμούμαι.
 
Ευγενικά, με το γλυκύτερο τρόπο, μας είπε ο Δοξιάδης πως δεν εννοούσε να πάρει από κανένα σωματείο το ταμείο, ούτε να επιβάλει τρόπο εργασίας. Ζητούσε μόνο τη «συνεργασία» μεταξύ των σωματείων, με τρόπο που να μη βοηθούνται διπλά και τρίδιπλα τα ίδια πρόσωπα, ενώ άλλα έμεναν αβοήθητα. Και ρώτησε κάθε κυρία τι ποσά διέθετε.
 
Η κάθε μια είχε φέρει τους λογαριασμούς της· δήλωνε η μια 5.000 δρχ., η άλλη έξι, άλλη δέκα, μια ένδεκα, άλλη δεκαπέντε. Δεν νομίζω καμιά να είχε είκοσι χιλιάδες. Ήταν αποστραγγισμένα τα ταμεία από τη διαχείριση της Σοφίας. Μόνη εγώ δεν είχα μιλήσει. Τελευταία με ρώτησε ο Δοξιάδης: «Εσείς, κυρία Δέλτα, ποιο σωματείο αντιπροσωπεύετε;»
 
Όλες γύρισαν με περιέργεια στη μόνη βενιζελική.
 
«Κανένα, κύριε Υπουργέ», του αποκρίθηκα.
 
«Γιατί λοιπόν είστε εδώ;»
 
 «Γιατί έχω χρήματα. Διαθέτω χρήματα που μου έστειλε ο πατέρας μου».
 
«Πόσα;»
 
 «Ενάμισυ εκατομμύριο».
 
Ανατριχίλα πέρασε στο ακροατήριο. Το περίμενα και το απήλαυσα. Αργότερα, μια μέρα που ξαναντάμωσα την κυρία Κεφάλα, μου θύμισε τη σκηνή. Σκασμένη στα γέλια μου είπε:
 
«Εμείς οι κακομοίρες, φθάναμε με τις πενιχρές μας πέντε, κ” έξι και τρεις χιλιαδούλες και νομίζαμε πως φέρναμε βοήθεια, γιατί αντιπροσωπεύαμε κοτζάμ σωματεία. Κι εσείς δεν αντιπροσωπεύατε τίποτα. Και σας ρωτά ο Δοξιάδης γιατί ήσασταν εκεί, και μας βγάζετε ενάμισυ εκατομμύριο. Εμείς δεν ξέραμε πού να χωθούμε! Λέγαμε να μας καταπιεί το πάτωμα! Και το είπατε τόσο ήσυχα, σα να φέρνατε εκατό δραχμίτσες!» Και πρόσθεσε μαριόλικα: «Δεν μπορώ να πω πως η παρουσία σας μας ευχαρίστησε όλες, εμάς τις αντίθετες!» Αυτό το είχα αντιληφθεί από την αρχή και ακόμα περισσότερο όταν έκανα τη δήλωση πως έχω ενάμισυ εκατομμύριο. Σούσουρο πνιγμένο πέρασε ανάμεσα στις παρούσες κυρίες, και άλλη τεντώθηκε, άλλη έσφιξε τα χείλια της, όλες δυσαρεστήθηκαν.
 
Και σηκώθηκε ο Δοξιάδης, και ήλθε και μου έσφιξε το χέρι, και βουρκωμένος μου είπε: «Αν είχαμε δέκα Μπενάκηδες, ελύαμε το προσφυγικό πρόβλημα». Και τότε, γλυκόξυνα με συγχάρηκαν οι κυρίες, και όσες είχαν πάρει προστατευτικό απέναντι μου ύφος, το έχασαν, οι κακομοίρες!
 
Ο Δοξιάδης δε μας ζήτησε τα χρήματα μας. Μας είπε μόνο ποιες ήταν οι επείγουσες ανάγκες, και σ” όποια του τις ζήτησε, έδωσε συμβουλές. Μα οι επείγουσες ανάγκες ήταν φοβερές! Ενάμισυ εκατομμύριο γυναικόπαιδα, χωρίς προστάτη άντρα, φορτωμένα όμως γέρους, τρελούς, σακάτηδες, ηλίθιους, αρρώστους με σαδική κακεντρέχεια άφησαν οι Τούρκοι να φύγουν όλοι οι ανάπηροι, όλη η σαβούρα, ενώ κρατούσαν ή σκότωναν όλους τους γερούς άντρες ενάμισυ εκατομμύριο γυναικόπαιδα, πεινασμένα, γυμνά, άρρωστα, στοιβάζουνταν στα σχολεία, στις εκκλησίες, σ” όλα τα κτίρια που μπορούσε να διαθέσει η κυβέρνηση.
 
Ο Πλαστήρας είχε βγάλει μια διαταγή, κάθε οικογένεια να στεγάσει όσους μπορούσε, έναν, δύο, δέκα, όσους σήκωναν τα μέσα της και μπορούσε να θρέψει. Στο κτήμα του πατέρα μου, στην Κηφισιά, στεγάσαμε 4050 και τους ανοίξαμε συσσίτιο. Εμείς πήραμε 15 στο δικό μας. Ο φτωχός μας περιβολάρης ανέλαβε δυο. Κι έτσι όλη η Αθήνα και ο Πειραιεύς....."
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Αντώνης Μπενάκης (αριστερά) και ο Αλέξανδρος Μπενάκης με τις αδελφές τους Πηνελόπη Δέλτα (καθιστή) και Αλεξάνδρα Χωρέμη,πριν από την αναχώρησή τους για το βαλκανικό μέτωπο.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
 
Ελευθέριος Βενιζέλος, Αρχείο Π.Σ. Δέλτα, ό.π., σσ. 132-133

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου