Πέμπτη, 26 Ιανουαρίου 2017

"Στα Βούρλα"







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Όταν τα Βούρλα έγιναν φυλακές, περιώνυμος οίκος ανοχής του Μεσοπολέμου και αργότερα φυλακή για κομμουνιστές. 
Ο Μάθεσης για τον προπολεμικό Πειραιά και την Τρούμπα:

«Ο Περαίας πριν μισό αιώνα....    με τα καταγώγια του, τους ντεκέδες, τα μπαρμπουταντζίδικα, τα Βούρλα και τα καφέ – σαντάν του … Ο Περαίας με τους νταήδες του, τους μάγκες, τους ρεμπέτες, τους αγαπητικούς, τους πορτοφολάδες και τους κλέφτες των λιμανιών …

… Τότες ο Περαίας ήταν πολύ άγριος. Από τη μια ο αποκλεισμός, από την άλλη τα πολιτικά μίση. Οι φόνοι στα Καρβουνιάρικα Τρούμπα και Τζελέπη ήταν στην ημερησίαν διάταξιν. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Άγιο Νικόλα, Γύφτικα, στο Χατζηκυριάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. Ζάρια μες στο δρόμο παίζανε, περνούσε ο χωροφύλακας και δεν του έδινε κανείς σημασία, παρά τραβούσανε την δίκοπη επιδειχτικά να την δει!

Τι να έκανε ; Από στρατιώτη αγράμματο βουνήσο τον ρίξανε χωροφύλακα στον Περαία μες στα λυσσασμένα τσακάλια. Πρωτοδικείο, Εισαγγελία δεν είχε τότε ο Περαίας! Απ’ την Αθήνα κατέβαιναν οι νωματαρχέοι νταήδες να επιβάλλουν την τάξη και να συλλάβουν κανέναν επικίνδυνο καταζητούμενο. Ο Μαρούδας και ο Γαλιγάλης, οι μάγκες είχανε συνθέσει και στίχους για τους μόρτες καταδότες και ας μην τους ήξεραν και το τραγουδούσαν παίζοντας το μπουζούκι τους:
Που ’σουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
Η πουστιά μας του Μαρούδα
άσπρα μούρα μαύρα μούρα.



 του Μ. Καραγάτση

 

Προχώρησε στην οδό Αγίου Διονυσίου, που είναι προέκταση της Ακτής Κονδύλη. Ερημιά και μισοσκόταδο εξόν από ένα οικοδομικό τετράγωνο δεξιά - κάτι ανάμεσα σπίτι και φρούριο- που καταυγαζόταν από πολλά δυνατά λαμπιόνια.

Ήταν οι Δικαστικές Φυλακές, τα παλιά Βούρλα, ο απαισιότερος οίκος ανοχής που υπήρξε στην Ελλάδα.

Γυναίκες των Βούρλων και "σπιτιών" με αφροδίσια νοσήματα

 στο Νοσοκομείο του Α. Συγγρού (1930) 

Η Μαρία Μακρή θυμήθηκε τις ιστορίες της κυρά Φροσύνης, άλλοτε ιερόδουλης στα Βούρλα, και νυν καθαρίστριας σε κάποιο μπορντελοξενοδοχείο της οδού Φίλωνος. Μόνον όποια δεν την ήθελαν τα οργανωμένα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις ¨σπίτια" καταντούσε στα Βούρλα. Νοίκιαζε μια καμαρούλα και δούλευε για λογαριασμό της, δίχως "μαμά".

Η πραγματικότητα όμως ήταν διαφορετική. Μολονότι την τάξη την κρατούσε ιδιαίτερο αστυνομικό τμήμα, εγκατεστημένο μέσα στον πορνοσυνοικισμό, οι κάθε λογής ρουφιάνοι και σωματέμποροι είχαν εκεί το στέκι τους κι εκμεταλλεύονταν τις γυναίκες με τον εκφοβισμό και την τρομοκρατία, κάμοντάς τους το βίο αβίωτο. Ένεκα τούτου, καταπώς είπαμε, μόνον οι απόκληρες της δουλειάς κατέληγαν στα Βούρλα, όταν δεν μπορούσαν να δουλέψουν μέσα στην ασφάλεια του καθιερωμένου μπορντέλου.

 
 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μαντάμ Ντουντού, η «θρυλική τσατσά» στα πορνεία των Βούρλων. Η «Δράκαινα» που έτρεμαν οι ιερόδουλες και οι πελάτες. Ο Μάθεσης λέει: "....Ο Πειραιάς τότε είχε και έφιππη χωροφυλακή. Χαμαιτυπεία είχε μόνο τα Βούρλα που τώρα είναι φυλακές. Εκεί οι γυναίκες τότε δε βγαίνανε έξω, απαγορευότανε αυστηρώς. Αλλά οι αγαπητικοί είχαν τον ντρόπο τους και πηδάγανε και τα μεσάνυχτα μέσα παρ’ όλο που φυλάγανε άγριοι εύζωνοι! Αλλά καμιά δεν μαρτυρούσε. Φόνοι γινόντουσαν κάθε τόσο, αιτία βέβαια ήταν οι γυναίκες αλλά όσοι εγκληματούσαν για την γυναίκα, αυτή ήταν υποχρεωμένη μέχρι να βγει απ’ την φυλακή να τον συντηρεί. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, θα σκοτωνότανε απ’ τους φίλους του. Αλλά και όταν έβγαινε, η πρώτη του δουλειά ήταν να στεφανωθεί, απαραίτητος κανών!!! Για τον σκυλόμαγκα ο άγραπτος νόμος είναι σκληρός!...."

 Τέτοιας λογής γυναίκες δεν είχαν μεγάλες οικονομικές αξιώσεις με συνέπεια το χαμηλό τιμολόγιο να προσελκύει στα Βούρλα τα πιο εξαθλιωμένα υποκείμενα του Πειραιώτικου αντρικού πληθυσμού. Κάποτε -διηγόταν η κυρά Φροσύνη- άγνωστο πώς ξέπεσε εκεί μια δεκαοχτάχρονη κοπέλα, σαν το κρύο το νερό. Ουρά γινότανε μπροστά στην καμαρούλα της. Μια γριά απόστρατη, με αμοιβή λίγες δραχμές, εκτελούσε χρέη θυρωρού. Στεκόταν έξω απ΄ την κλειστή πόρτα, την ώρα που ήταν μέσα πελάτης. Μόλις ο πελάτης έβγαινε, εκείνη έμπαινε μέσα να ελέγξει. Μετά έβγαινε έξω στην πόρτα κι έλεγε "Ποιος έχει σειρά. Εσύ; Κατέβαζε, παρακαλώ το δεκάρικο! Και γρήγορα, περιμένει κόσμος και κοσμάκης!"

Η Μαρία Μακρή συλλογιέται πως τα Βούρλα καταργήθηκαν για τα μάτια του κόσμου: για να μη φαίνεται τόσο προκλητικά ο ξεπεσμός της γυναίκας. Τίποτα όμως δεν άλλαξε. Οι γριές και οι κακοσούσουμες, αντί να δουλεύουν συγκεντρωμένες σε κοινόβιο, ξεποδαριάζονται στα πεζοδρόμια, να ψωνίζουν πελάτες και να τους κουβαλάν στις τρώγλες τους, τις εγκατασπαρμένες σ΄ όλες τις φτωχογειτονιές της μεγάλης πολιτείας.

Την ίδια κακή μοίρα έχουν κι οι καλύτερες, που άλλοτε εργάζονταν άνετα κι αμέριμνα, μέσα στην ασφάλεια των μπορντέλων. (Αυτές τώρα, έπεσαν στην δικαιοδοσία των νταβατζήδων, που άλλοτε μπορούσαν ν΄ αποφύγουν). Εκεί που τα πράγματα έμειναν παρόμοια, είναι στις "πολύ καλές", που εξασκούν το επάγγελμα κρυφά, μόνο με πελατεία συστημένη. Σ΄ αυτή την κατηγορία ανήκει και η Μαρία Μακρή....

 
Απόσπασμα από "Το 10" του Μ. Καραγάτση

 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ιερόδουλες και πελάτες στα Βούρλα. Μια βόλτα στη Δραπετσώνα του Μεσοπολέμου και συναντάμε μάγκες, ψευτόμαγκες και κουτσαβάκηδες, τον Μάρκο, τον Μπάτη, τον Στράτο και τον γιο της Μαύρης Γάτας, τη Λέλα, την Κατινίτσα και τις απόκληρες γυναίκες που κατοικούσαν στα σλέπια, στις μισοβυθισμένες βάρκες στον όρμο της Κρεμμυδαρούς.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου