Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΙ ΝΤΡΕΔΕΣ


 

 

 

Οι Ντρέδες. ( κατά τον Σ Καργάκο : Η λέξη Ντρέδες από το αλβανικό Dhrës που δηλώνει τον ανυπότακτο) υπήρξαν όμως και άλλες εξηγήσεις το Ντρες είναι παραφθορά του ονόματος Ανδρέας το οποίο και άνηκε σε κάποιον από τους γενάρχες τους. Υπάρχει και μία τρίτη άποψη που υποστηρίζει ότι το ΝΤΡΕΣ είναι παραφθορά του Δωριευς ονομασία που είχαν υιοθετήσει οι ίδιοι για τους εαυτούς τους λόγω της καταγωγής τους από το αρχαίο ελληνικό φύλλο των Δωριέων.  Όπως και αν έχει το πράγμα ήταν Έλληνες-Αρβανίτες χριστιανοί ορθόδοξοι οι οποίοι μετακινήθηκαν από την περιοχή της Ηπείρου ή από Θεσσαλία μέσω Ισθμού, στην οποία έμεναν αιώνες ολόκληρους στην ορεινή περιοχή της βόρειας Μεσσηνίας στα τέλη του 14ου αιώνα ύστερα από πρόσκληση των Δεσποτών του Μυστρά Μανουήλ Καντακουζηνού και Θεοδώρου A' Παλαιολόγου προκειμένου να πυκνώσει ο πληθυσμός του τόπου που είχε μειωθεί από αρρώστιες και πολέμους.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Προτομή του Δ. Παπατσώρη 'Ανω Δώριο.


 
Εγκαταστάθηκαν στους ορεινούς όγκους του σημερινού χωριού Δωρίου, όπου κι εκεί έφτιαξαν τα χωριά τους, που ονομάστηκαν Σουλιμοχώρια. Τα χωριά αυτά ήταν το Σουλιμά, το Ψάρι, το Χρυσοχώρι, ο Χαλκιάς, το Κούβελα, το Λάπι, το Κλέσουρα, το Ρίπεσι, το Πιτσά, το Κατσούρα κι η Αγριλιά, το πιθανότερο αυτή να μη είναι η πρώτη τους εγκατάσταση αλλά η τελική, αρχικά θα πρέπει να εγκαταστάθηκαν πόλεις-κάστρα, ωστόσο τον 16ο αιώνα με καταγραφή των Σουλεμοχωρίων  θεωρούμε ότι η οριστική εγκατάσταση έγινε πριν τον 16ο αιώνα.


Άγρια και πολεμική φυλή μετά την διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και την κυριαρχία των Τούρκων δεν υπέκυψαν και λόγο της ανδρειοσύνης τους αυτής, σε συνδυασμό με το δύσβατο της περιοχής που διάλεξαν να ζουν, κατάφεραν να αποκρούσουν όλες τις Τουρκικές προσπάθειες υποταγής τους. Έτσι είχαν μια ιδιότυπη αυτονομία όμοια με αυτή των Σουλιωτών και διοικούνταν από τους αρχηγούς-πολέμαρχους των προαναφερόμενων χωριών σε στυλ στρατιωτικής ομοσπονδίας. Είχαν αυτή την  αυτονομία που οφειλόταν  αφενός οι Τούρκοι δεν ενδιαφέρονταν για τα άγονα βουνά τους και αφετέρου λόγω του γεγονότος ότι οι Ντρέδες μπορούσαν να παραθέσουν ακόμα και 7.000 πολεμιστές απέναντι στους Τούρκους κάτι το οποίο θα τους δυσκόλευε πολύ ένεκα και του ανταρτοπόλεμου τον οποίο θα έκαναν οι Ντρέδες.

 
Ήταν επαγγελματίες στρατιώτες και πολέμησαν ως μισθοφόροι σε διάφορους πολέμους ανά τους αιώνες σε Ελλάδα και Ευρώπη. Γυμνάζονταν και εξασκούνταν στο τρέξιμο, στο λιθάρι στο σπαθί και το καρυοφύλλι και αποτελούσαν μαζί με τους Μανιάτες τους πλέον εκπαιδευμένους και οργανωμένους στρατιωτικούς σχηματισμούς στην νότια Ελλάδα. Ήταν οι πλέον περιβόητοι κλέφτες της Πελοποννήσου και τους έτρεμαν Τούρκοι και Έλληνες. Πολλοί κλέφτες βρήκαν καταφύγιο στους ντρέδες ενώ είχαν στενές σχέσεις με τον καπετάν Ζαχαριά, τους Κολοκοτρωναίους και άλλους προσφεροντάς τους κατάλυμα και συμμετέχοντας μαζί τους σε επιχειρήσεις εναντίων των Τούρκων.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Προτομή του Κόλια Πλαπούτα 'Ανω Δώριο.
 

Γράφει ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης:

«Οι ορεινοί της Αρκαδίας, ιδία δε οι Σουλιμοχωρίται, ή Ντρέδες, ουδέποτε υπέκυψαν υπό ζυγόν, ή των Ενετών, ή και αυτών των Τούρκων. Η κυρία αυτών ενασχόλησις, κατ' εκείνους τους χρόνους, ήτο η άσκηση εις τα όπλα, η θήρα, η φροντίς των ποιμνίων, η αρπαγή και ο πόλεμος, όθεν οι Ντρέδες διετέλεσαν επί πολλά έτη τα φόβητρα εις τους εν Πελοποννήσω κατακτητάς. Ήσαν οι μάλλον ανδρειότατοι, μαχιμώτατοι και ορμητικώτατοι πολεμισταί απάσης της Πελοποννήσου.

Αυτοδιωκούντο υπό είδους στρατιωτικής ομοσπονδίας και κατά φυλάς, υπό την επικυριαρχίαν της αρχαίας και ιστορικής οικογενείας των Παπατσωραίων, εχόντων την έδραν αυτών εν τη κώμη Σουλιμά. (...) Η κώμη Σουλιμά εκτίσθη κατά το έτος 1400 παρά τινος διασήμου Αλβανού Μπέη Σουλιμάν Μπέη, ελθόντος εξ Αλβανίας, μετά 1600 Αλβανών χριστιανών τσάμηδων και 200 Αλβανών γυναικοπαίδων. (...) Κείται επί υψηλού και πετρώδους βουνού προς βορράν της Κυπαρισσίας. Η κώμη αύτη, ένεκα της ορεινοτάτης τοποθεσίας της εθεωρείτο τότε φύσει οχυρά και απόρθητος, όθεν ουδέποτε πους εχθρικός επάτησεν το έδαφος αυτής. Εκ του ονόματος της κώμης Σουλιμά, ωνομάσθησαν και τα λοιπά χωρία Σουλιμοχώρα, άτινα και αυτά ποτέ δεν επατήθησαν από τους Τούρκους, ή και τους Ενετούς.

Οι Ντρέδες ήσαν (...) θρήσκοι μέχρι δυσειδαιμονίας. Ηγάπων και ετίμων υπερβολικά τους γονείς των, τους αδελφούς και αδελφάς των, ως δε και τας γυναίκας των και τα τέκνα των, τους δε γέροντας εσέβοντο υπερμέτρως. Ωμίλουν την Αλβανικήν διάλεκτον την οποίαν ωμίλουν και μετά την απελευθέρωσιν της Ελλάδος.

 

Πάντοτε ήταν οπλισμένοι ως εν καιρώ μάχης, πολλάκις δε, εισερχόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας, ουδέποτε ηνοχλούντο παρά των Τούρκων, επειδή τους εφοβούντο.

 

Εν καιρώ πολεμικής περιστάσεως, οι Ντρέδες, συν γυναιξί και τέκνοις ωχυρούνται εν τη κώμη Σουλιμά και εμάχοντο δε, άνδρες και γυναίκες.

 

Πας Έλλην εγκληματίας, Τούρκος, ή και Αλβανός, καταφεύγων εις τα Σουλιμοχώρια, εθεωρείτο πλέον ελεύθερος από πάσης Τουρκικής καταδιώξεως. Εκ των Ντρέδων τούτων, εχρημάτισαν ουκ ολίγοι κλέφται και αρματωλοί, εξ ων περιώνυμοι υπήρξαν ο Μάρκος Ντάρας, ο Αλέξης Ντάρας, ο Ιωάννης Μέλιος, ο Ι. Ρούσης και άλλοι καταφανίσαντες ικανούς Τούρκους».

 

Μετά τον μεγάλο χαλασμό των κλεφτών του Μοριά ύστερα από τα ορλοφικά λόγω των συνεχών διώξεων των Τούρκων αναγκάστηκε σημαντικός αριθμός αυτών να μετοικίσει στην Σικελία μαζί με τις οικογένειές τους όπου μέχρι και σήμερα ακόμα διατηρούν την περηφάνια της καταγωγής τους και μιλούν ελληνικά και αρβανίτικα. Επίσης την ίδια περίοδο πολλοί οπλαρχηγοί τους κατέφυγαν στην Ζάκυνθο όπου και εντάχθηκαν στα Ελληνικά στρατιωτικά τάγματα που διατηρούσαν στο νησί οι Μεγάλες Δυνάμεις όπως ο γενικός αρχηγός των Ντρέδων κατά την επανάσταση του 1821 καπετάν Γιαννάκης Μέλλιος ο οποίος έφερε τον βαθμό του ταγματάρχη του αγγλικού στρατού.

 

 

Τα αρβανίτικα χωριά της Μεσσηνίας (ανάμεσα στους περίπου 504 οικισμούς του νομού) σύμφωνα με τον Γεώργακα είναι : Αϊτός, Αϊ Γιώργης, Σουλιμά, Πάνω Ψάρι, Βασιλικό, Γουβαλάρια, Βιδίσοβα, Δώριο, Καμάρι, Ρίπεσι, Κλέσουρα, Κόκλα, Κοπανάκι, Κούβελα, Μάλη, Μποντιά, Μαλίκι, Βαριμπόπη, Λάπη, Σίρτζι, Πιτσά, Στυλάρι, Βλάκα, Ψάρι, Αγριλιά, Κάτω Κοπανάκι, Χαλκιά.

 

Η συμμετοχή των Ντρέδων δεν ήταν ιδιαίτερα αξιόλογη συγκριτικά με τη Μάνη, ή τη Γορτυνία, τα Καλαβρυτοχώρια ας πούμε. Περισσότερο είναι γνωστοί για τη συμμετοχή τους στον εμφύλιο και τη μάχη τους με τον Μακρυγιάννη/Παπαφλέσσα... Οι ντρέδες ήταν οπαδοί του Θ. Κολοκοτρώνη κατά τον εμφύλιο πόλεμο και πειθαρχούσαν πάντα στους στρατιωτικούς κι όχι στους πολιτικούς (φαναριώτες, Κουντουριώτη κ.λ.π.) και αυτό το πληρώνουν ακόμη και σήμερα με την ανυπαρξία τους ιστορικά. Ήταν ενωμένοι αγωνιστές και όλοι οι οπλαρχηγοί ήταν συγγενείς μεταξύ τους και εξ αίματος και εξ αγχιστείας αφού συχνοί ήταν οι γάμοι μεταξύ οικογενειών καπεταναίων. Οι Ντρέδες είχαν την ατυχία να στερηθούν τον αρχηγό τους καπετάν Γιαννάκη Μέλλιο ταγματάρχη του αγγλικού στρατού ο οποίος φονεύθηκε από τον Παπαναστάση.

 

Αυτό που απαξίωσε εντελώς τους Ντρέδες και τους διέγραψε από την νεότερη ελληνική ιστορία ήταν το ότι με τον αρχηγό τους καπετάν Γαιννάκη Γκρίτζαλη επαναστάτησαν εναντίων της βαυβαροκρατίας το 1834 για τα συνταγματικά δικαιώματα των Ελλήνων και την αποκατάσταση των αγωνιστών οι οποίοι είχαν παραγκωνιστεί από τους βαυβαρούς και βρίσκονταν στα όρια της ανέχειας και της φτώχιας. Λόγω της αποτυχίας του εν λόγω κινήματος ο μεγάλος αγωνιστής Γιαννάκης Γκρίντζαλης απαγχονίστηκε και οι Ντρέδες εξαφανίστηκαν από την ελληνική ιστορία σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης  με υπαρχηγό τον Παπατσώρη και με 2.000 στρατό οχύρωσαν τα σπίτια στο Λάπι, προτού έρθει ο εχθρός.

 

Αφορμή ήταν η δίκη Κολοκοτρώνη - Πλαπούτα. Αιτήματα:

«να φτηνήνη ο βίος, να διώξουν εν γένει τους Φαναριώτας, να δίδουν 10% στους δημητριακούς καρπούς, να καταργήσουν το φόρο των ποιμνίων όλων, να δίδουν εις μέν τας ιδιόκτητους αμπέλους 40 λεπτά το στρέμμα, εις δε τας εθνικάς 120 λεπτά, να τους δοθώσιν οι στρατιωτικοί βαθμοί, να αποδοθώσιν εις τους στρατιωτικούς όσα έχουν λαμβάνειν από εκδουλεύσεις, να μείνη ελεύθερος η υλοτομία εις έκαστον ανεμποδίστως, να θρονισθή ο βασιλιάς, να ελευθερωθούν οι στρατηγοί, να φύγουν οι Βαυαροί.».

 

 

 

 

Ο  Φραντζής για τους Ντρέδες έγραψε τα ακόλουθα: «Και παρά πάντων ομολογούμενον (είναι) ότι εις τας πρώτας των εφορμήσεις εν οποιαδήποτε μάχη και ανευρέθησαν, εστάθησαν γενναίοι και ατρόμητοι». Κατά τον Φραντζή,  ικανοί Ντρέδες πολεμιστές, όπως ο Γιαννάκης Μέλλιος και ο Παναγιώτης Ντούφας χάθηκαν νωρίς. Από τους Ντρέδες ξεχώρισε για την παλληκαριά του ο θρυλικός Γιαννάκης Γκρίτζαλης, που ηγήθηκε (μαζί με τον Μητροπέτροβα) αντιοθωνικού κινήματος στη Μεσσηνία και εκτελέστηκε (1834). Μαζί με τα δύο αδέλφια του είχαν σημαντική συμμετοχή στον Αγώνα. Όμως πολλοί ήσαν εκείνοι που έτρεμαν τον Γκρίτζαλη για την αγριότητά του.

 

 

 Το 1863 με αρχηγό τον Τζίκο Μαυροειδή εκ του Σουλιμά οι Ντρέδες έκαψαν την Αρκαδία λόγω οικονομικών διαφορών με τους Αρκαδινούς. Υπάρχει κι ένας μύθος που αναφέρει ότι οι Ντρέδες έκαψαν την Αρκαδία μετά τον θάνατο του αρχηγού τους Γιαννάκη Μέλλιου που όμως δεν φαίνεται να ευσταθεί καθώς ο φονιάς ήταν από τα Φιλιατρά και το φονικό έγινε στο Νιόκαστρο.

 

Ωστόσο οι Σουλιμοχωρίτες – Ντρέδες, έλαβαν μέρος συνολικά σε τριάντα έξι (36) μάχες κατά τον οχτάχρονο αγώνα 1821-1827 οι ιστορικοί παράβλεψαν την συμμετοχή τους. είναι οι εξής:

 

1. 29 Μάρτη 1821, Λιγούδιστα Τριφυλίας.

2. 11 Απρίλη 1821, Νεόκαστρο.

3. 12-13 Μάη 1821, Βαλτέτσι.

4. 24 Ιουνίου 1821, Λάλα Ηλείας.

5. 10 Αυγούστου 1821, Γράνα Τριπολιτζάς.

6. 23 Σεπτέμβρη 1821, Άλωση Τριπολιτζάς.

7. 6 Δεκέμβρη 1821, Ανάπλι.

8. 17 Μάρτη 1822, Σαραβάλι Πατρών.

9. 20 Ιουλίου 1822, Παλαιόκαστρο Άργους.

10. 26 Ιουλίου 1822, Δερβενάκια.

11. 27 Ιουλίου , Αγηνόρι – Μαλαντρίνο.

12. 12 Αυγούστου 1822, Βασιλικά (Σικυώνα) Κορινθίας.

13. 10 Σεπτέμβρη 1822, Περαχώρα Κορινθίας.

14. 14 Απρίλη 1823, Κάζα Αττικής.

15. 27-29 Φλεβάρη 1824, Κορώνη.

16. 21 Αυγούστου 1824, Μεθώνη.

17. 18 Μάρτη 1825, Σχοινόλακα.

18. 8 Απρίλη 1825, Κρεμμύδι.

19. 20 Μάη 1825, Μανιάκι.

20. 21 Μάη 1825, Κυπαρισσία.

21. 5-6 Ιουνίου 1825, Δραμπάλα Πολιανής.

22. 22 Ιουλίου 1825, Καρυές Μεγαλόπολης.

23. 28 Ιουλίου 1825, Δραγουμάνου Ολυμπίας.

24. 8 Γενάρη 1826, Τριπολιτζά.

25. 22 Μάρτη 1827, Φάληρο Αττικής.

26. 22 Απρίλη 1827, Λάπι Σουλιμοχωρίων.

27. 24 Απρίλη 1827, Ψάρι Σουλιμοχωρίων.

28. 29 Απρίλη 1827, Αετός Κοντοβουνίων.

29. 30 Απρίλη 1827, Λυκουδέσι Τριπύλης.

30. 30 Ιουνίου 1827, Μέγα Σπήλαιο.

31. 28 Αυγούστου 1827, Λαχανάδες Κορώνης.

32. 16 Σεπτέμβρη 1827, Καυκαριά Αρκαδίας.

33. 4 Νοέμβρη 1827, Ζούρτσα Ολυμπίας.

34. 9 Νοέμβρη 1827, Γεράνιο Τριφυλίας.

35. 23-28 Απρίλη 1828, Γλάτσα – Ζούρτσα Ολυμπίας.

36. 16 Μάη 1828, Γουβαλάρια Σουλιμοχωρίων.

 

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Οι προσφορά των Ντρέδων στην Επανάσταση, αλλά και στα προεπαναστατικά χρόνια, είναι τεράστια.


Το γεγονός ότι τον Μάρτη του 1821 οι Τούρκοι της Αρκαδιάς (Κυπαρισσίας) έστειλαν τον Αμβρόσιο Φραντζή να βολιδοσκοπήσει τις προθέσεις των Ντρέδων αποδεικνύει ότι δεν υπήρχαν Τούρκοι αγάδες εγκατεστημένοι στα Ντρέδικα χωριά τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας. Για

τους Ντρέδες ο Αμβρόσιος Φραντζής, που έδρασε στην περιοχή τους κατά την έναρξη του Αγώνα γράφει τα εξής: «Καθότι οι λεγόμενοι Ντρέδες (χωρικοί) της επαρχίας εκείνης αείποτε ανθίσταντο κατά των Οθωμανών, και διαφόρους εξ αυτών κατά διαφόρους εποχάς και περιστάσεις εφόνευον» («Επιτομή της Ιστορίας της Αναγεννηθείσης Ελλάδος», τόμ. Α',

σελ. 359).

 

 

Επίσης πολύ γνωστό στην περιοχή είναι και το γεγονός της επίσκεψης τούρκου αξιωματούχου από την Αρκαδιά στο χωριό Κούβελα κάπου γύρω στο 1790. Ο Τούρκος φτάνοντας στο Κούβελα κατευθύνθηκε στην αγορά του χωριού και απαίτησε από όλους τους Κουβελαίους να τον προσκυνήσουν. Ο Γιαννάκης Μέλλιος μετέπειτα οπλαρχηγός και γενικός αρχηγός των Ντρέδων παιδί τότε έπαιζε με την φλογέρα του αγνοώντας επιδεικτικά τον Τούρκο. Ο Τούρκος θύμωσε και τον σφαλιάρισε με αποτέλεσμα ο Μέλλιος να τον σφάξει με το μαχαίρι του. Την ίδια τύχη είχε και η συνοδεία του Τούρκου από τους άλλους Ντρέδες.

 

Ο θάνατος του καπετάν Γιαννάκη Μέλλιο αποδίδεται στο πιο κάτω περιστατικό: Στο δρόμο του Μέλιου - σε κάποιο καφενείο – θα βρεθεί ο παπα-Αναστάσης, ιερέας και οπλαρχηγός από το Χαλαζόνι της πεδινής Τριφυλίας, ο οποίος είχε λάβει μέρος με τον νταϊφά του από Φιλιατρινούς κυρίως, στην πολιορκία του Νεόκαστρου, όσο και στη σφαγή των Τούρκων στο λιμάνι της Πύλου. Το λάφυρο του παπα-Αναστάση – ένα σπαθί του άλλοτε φρούραρχου της Αρκαδιάς – έκανε το Γιαννάκη Μέλιο που το γνώρισε να του το ζητήσει απαιτητικά. Αυτός αρνήθηκε και ο Μέλιος για να εκβιάσει τον παπα-Αναστάση έφερε το χέρι στην πιστόλα του, αλλά ο παπα-Αναστάσης πιο γρήγορος, έβγαλε τη δική του σκότωσε το Μέλιο.


Οι λοιποί αρχηγοί (αδέρφια Μέλλιου, Γκρίτζαλης, Παπατσώρης) δεν είχαν τα προσόντα και το κύρος για να επιβληθούν σε όλες τις φάρες των Ντρέδων, έτσι δεν πολέμησαν σαν ενιαία μονάδα αλλά διασκορπισμένοι μέσα στους άλλους επαναστάτες .

 

Η μάχη στο Λάπι (22 Απριλίου 1827)

 

Τον Απρίλιο του 1827 ο Ιμπραήμ επιχειρεί εισβολή στην ορεινή Τριφυλία. Οι δυνάμεις που είχε ο Ιμπραήμ ήταν πεζοί, ιππείς και πυροβολικό. Προσπαθεί να διαλύσει τη δύναμη των Ντρέδων, γιατί ήταν απειλή στα πλευρά του και διότι άρπαζαν άλογα, βόδια, καμήλες και αιγοπρόβατα που έβοσκαν γύρω από τα στρατόπεδά του. Στο Λάπι είχαν συγκεντρωθεί όλες οι δυνάμεις Τριφυλίας και Ολυμπίας. Παρόντες και οι Ντρέδες με στρατηγό τον Δημήτριο Παπατσώρη.

 

Ο Αθανάσιος Γρηγοριάδης με υπαρχηγό τον Παπατσώρη και με 2.000 στρατό οχύρωσαν τα σπίτια στο Λάπι, προτού έρθει ο εχθρός. Ο αδελφός του Γεώργιος και ο Αδάμ Παπατσώρης διατάχτηκαν να καταλάβουν με 500 στρατιώτες τους λόφους δεξιά του χωριού, ενώ ο θείος του Παπαθεοδώρου και ο Αναγνώστης Παπατσώρης με 300 στρατιώτες οχυρώθηκαν αριστερά του χωριού. 'Aλλοι οπλαρχηγοί με 700 στρατιώτες φυλούσαν τα μετόπισθεν. Η συνολική δύναμη του στρατού εκείνου ανερχόταν σε 3.000 άντρες.

 

Στις 22 Απριλίου ήρθε ο Ιμπραήμ με 15.000 πεζούς Αιγυπτίους, 2.000 Αλβανούς, 150 Μαμελούκους και 25 πυροβόλα.

Πριν ξεκινήσει η μάχη, είχε στείλει μια πολύ κολακευτική επιστολή με υποσχέσεις για στρατιωτικούς βαθμούς και χρηματική βοήθεια αν υποταχτούν. Την επιστολή αυτή είχαν φέρει στον Αθανάσιο Γρηγοριάδη στις 16-4-1827 τρεις διάσημοι Αλβανοί αρχιστράτηγοι, ο Γαλίπ Μπέης, ο Μουσταφά Μπέης και ο Ασλάν Μπέης με συνοδεία μόνο 100 Αλβανών στρατιωτών και κρατώντας λευκή σημαία. Αφού φιλοξενήθηκαν, έλαβαν την απάντηση των Ντρέδων και επέστρεψαν στο στρατόπεδό τους.

Η απαντητική επιστολή των Σουλιμοχωριτών ήταν η ακόλουθη:

 

''Αρχιστράτηγε Ιμβραήμ Πασά,

Ελάβομεν την επιστολήν σου και σου αποκρινόμεθα ότι περιφρονούμεν τας περί υποταγής προτάσεις σου, διότι κι εγώ και οι λοιποί συμπατριώται μου έχομεν απόφασιν ορκισθέντες να ελευθερώσωμεν την κινδυνεύουσαν πατρίδα μας δια πάσης θυσίας. Λοιπόν θα κάμης καλά να αποσυρθής από τον Μωριά, επειδή ματαίως κοπιάζεις. 'Aκουσον όλα αυτά που σου γράφομεν σήμερον και μη επιμένης διότι και ημείς όλοι θα επιμείνωμεν περισσότερον, και η ζημία θα είναι εναντίον σου. Λοιπόν σε περιμένομεν προθύμως δια να πολεμήσωμεν και να μάθης και πάλιν τι είναι Αρκαδίων τουφέκι.

Από του εν τη κώμη Λάπι γενικού στρατοπεδαρχείου των Αρκαδίων''.

 

Ο γενικός στρατιωτικός Αρχηγός

Αθανάσιος Γρηγοριάδης

 

Οι υπαρχηγοί

Δ. Παπατσώρης

Δ. Παπαθεοδώρου

Γεώργ. Γρηγοριάδης

Αδάμ Παπατσώρης

Αναγν. Παπατσώρης

Γεώργιος Συρράκος και

Γεώργιος Γκότζης

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μνημείο στο Λάπι.


Όταν ο Ιμπραήμ έφτασε απέναντι από το χωριό, είχε στα δεξιά του το Αλβανικό και αριστερά του το Αιγυπτιακό πεζικό με τα πυροβόλα. Ο ίδιος με το ιππικό έμεινε πίσω έτοιμος να καταδιώξει τους Έλληνες που ήταν βέβαιος ότι θα υποχωρήσουν. Η μάχη κράτησε επτά ώρες και αποκρούστηκαν εννέα έφοδοι των Αιγυπτίων. 700 Αιγύπτιοι στρατιώτες σκοτώθηκαν και 360 τραυματίστηκαν. Οι απώλειες των Αρκαδίων ήταν 52 νεκροί και 24 πληγωμένοι.

Με τη δύση του ήλιου ο Ιμπραήμ υποχώρησε και στρατοπέδευσε σε μια πεδιάδα, σε απόσταση μιάμισης ώρας από τα Σουλιμοχώρια. Οι Αρκάδιοι με γενικό αρχηγό το Γρηγοριάδη στρατοπέδευσαν στο χωριό Ψάρι.

Εκεί δόθηκε η επόμενη μάχη στις 24 Απριλίου 1827

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ιμπραήμ πασάς.
 



Η μάχη στο Ψάρι (24 Απριλίου 1827)

 

Δύο μέρες μετά τη μάχη στο Λάπι, ο Ιμπραήμ έστειλε τον αντιστράτηγό του Ασλάν Μπέη με 6.000 πεζούς, 500 ιππείς και 10 κανόνια εναντίον του στρατού των Αρκαδίων που είχε στρατοπεδεύσει στο Ψάρι. Ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό του κατευθύνθηκε στο Σιδηρόκαστρο όπου επίσης συνάντησε γενναία αντίσταση.

 

Όταν ο Ασλάν Μπέης έφτασε στο Ψάρι, συγκρούστηκε με τους Αρκαδίους σε μια σφοδρή μάχη που κράτησε τέσσερις ώρες. Οχυρωμένοι οι Ντρέδες, με συνεχείς πυροβολισμούς απέκρουσαν τους εχθρούς που τέσσερις φορές εισέβαλαν στο χωριό. Έκαναν μάλιστα και αυτοί εφόδους - αντεπιθέσεις με τα σπαθιά τους και κυρίευσαν 4 σημαίες, 23 άλογα και 1 κανόνι των εχθρών.

 

Στη μάχη αυτή πολέμησαν όλες οι γυναίκες του χωριού και άλλες από τα γύρω χωριά μοιράζοντας μπαρουτόβολα στους πολεμιστές ή ρίχνοντας με τα καριοφίλια τους και τις πιστόλες τους. Σκοτώθηκαν 7 γυναίκες και ανάμεσά τους μια ανιψιά του Αντώνη Ντάρα, η Γιαννούλα.

Οι εχθρικές απώλειες ήταν 250 στρατιώτες και 11 αξιωματικοί νεκροί και 80 τραυματίες, ενώ οι Αρκάδιοι έχασαν 31 άντρες και είχαν 9 πληγωμένους. Μετά τη μάχη ο Ασλάν Μπέης αποσύρθηκε προς την Αρκαδία προκειμένου να συναντήσει τον Ιμπραήμ.

Η επόμενη μάχη που έδωσαν οι Ντρέδες ήταν στις 29 Απριλίου στον Αετό.

 

Η μάχη στον Αετό (29 Απριλίου 1827)

 

Μετά τις μάχες στο Λάπι και το Ψάρι ένα τμήμα του στρατού του Ιμπραήμ με 2.000 Αιγυπτίους πεζούς, 1.600 Αλβανούς, Μαμελούκους ιππείς, 5 κανόνια και αρχηγό τον Ομέρ Χουσεΐν Μπέη επιτέθηκε στον Αετό και χτύπησε τους εκεί οχυρωμένους 800 Αρκαδίους που είχαν για αρχηγό τους τον Γεώργιο Γκότση.

 

Γύρω στις 1.30 το μεσημέρι οι Αλβανοί πρώτοι όρμησαν με αλαλαγμούς και κυρίευσαν δύο ταμπούρια αναγκάζοντας τους υπερασπιστές τους να υποχωρήσουν μέσα στο χωριό. Στη συνέχεια οι Αλβανοί και οι Αιγύπτιοι προχώρησαν πολεμώντας στη μέση του Αετού και παρά τις απώλειές τους, περικύκλωσαν τους υπερασπιστές του που είχαν οχυρωθεί μέσα στα σπίτια.

Ενώ η μάχη κρατούσε, έφτασαν σε βοήθεια από το Ψάρι ο Δημήτριος Παπατσώρης με τους γιους του Αδάμ και Αναγνώστη, και οι Γιαννάκης Γκρίτζαλης, Κ. Μέλιος, Γ. Συρράκος, Αντώνης Ντάρας με 1.300 άντρες. Αυτοί χτύπησαν τους εχθρούς από τα νώτα και τους έτρεψαν σε φυγή. Τελικά έφτασαν στο χωριό Βιδίσοβα όπου κατασκήνωσαν, ενώ οι Ντρέδες γύρισαν στον Αετό.

 

Την επομένη ημέρα, 30 Απριλίου, καθώς οι εχθροί προχωρούσαν προς την Κυπαρισσία και κοντά στο χωριό Λυκουδέσι συναντήθηκαν ξανά με τους Ντρέδες και δόθηκε δεύτερη σφοδρή μάχη. Με το ξίφος στα χέρια οι Ντρέδες επιτέθηκαν στους Αιγυπτίους και τους καταδίωξαν σκοτώνοντας 70 απ' αυτούς και συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους. Απελευθέρωσαν επίσης περίπου 700 γυναικόπαιδα που είχαν αιχμαλωτισθεί σε προηγούμενες επιδρομές.

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Η τοποθεσία της μάχης στα Γουβαλάρια.

 

Η μάχη στα Γουβαλάρια (20 Μαΐου 1828)

 

Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου ήταν βέβαιο ότι αργά ή γρήγορα ο Ιμπραήμ θα ήταν αναγκασμένος να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο. Πριν όμως φύγει, θέλησε να πατήσει και να καταστρέψει το Σουλιμά. Στρατοπέδευσε στον κάμπο του Δωρίου με 25.000 πεζούς και ιππείς, 35 κανόνια και 4.000 Αλβανούς μισθοφόρους. Οι Ντρέδες γνωρίζοντας το σκοπό του είχαν φτιάξει ταμπούρια και περίμεναν την επίθεση των Αιγυπτίων.

Όλοι οι γνωστοί οπλαρχηγοί ήταν εκεί: Οι αρχηγοί Αθανάσιος Γρηγοριάδης και Δημήτρης Παπατσώρης, αλλά και τα παιδιά του Παπατσώρη Αδάμης και Αναγνώστης και οι υπόλοιποι καπεταναίοι Γιαννάκης Γκρίτζαλης, Δημ. Μέλιος, Γ. Συρράκος, Αντ. Συρράκος, Αντώνης Ντάρας, Γ. Μεγάλης, Αναγνώστης Σιαμπρής, Γεώργιος Γκότσης, Διον. Παπαθεοδώρου κ.α.

 

Ξαφνικά τους ήρθε βοήθεια εκεί που δεν το περίμεναν. Οι 4.000 Αλβανοί μισθοφόροι ήταν δυσαρεστημένοι με τον Ιμπραήμ που τους χρωστούσε μισθούς τριών μηνών και επιπλέον ήταν ανήσυχοι για την επικείμενη αναχώρηση του για την Αίγυπτο. Έτσι ήρθαν σε μυστική επαφή με τους ομόγλωσσούς τους Ντρέδες και συμφώνησαν να εγκαταλείψουν το στρατόπεδο του Ιμπραήμ και αυτοί ως αντάλλαγμα θα τους βοηθούσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους.

 

Η μάχη έγινε στην τοποθεσία Γουβαλάρια. Το κέντρο των ελληνικών προμαχώνων κατέλαβαν οι αρχηγοί Γρηγοριάδης και Παπατσώρης με 3.000 άντρες, δεξιά τους οι υπόλοιποι καπετάνιοι με 2.000 άντρες και αριστερά παρατάχτηκαν οι Αλβανοί με τους αρχηγούς τους Αχμέτ Μπέη, Αλή Οσμάν Μπέη, Γαλίπ Μπέη και Μουσταφά Μπέη. Η πρώτη επίθεση του Ιμπραήμ έγινε στις 6 το πρωί και ακολούθησαν άλλες πέντε έφοδοι μέχρι τις 5 το απόγευμα. Όλες οι επιθέσεις αποκρούστηκαν με απόλυτη επιτυχία και με μεγάλες απώλειες για τον Ιμπραήμ. Περισσότεροι από 1.800 Αιγυπτίους σκοτώθηκαν και 600 τραυματίστηκαν. Από τους Αρκαδίους σκοτώθηκαν 62 και 23 πληγώθηκαν, ενώ οι Αλβανοί είχαν 173 νεκρούς και 44 τραυματίες.

 

Μετά τη μάχη ο Ιμπραήμ απογοητευμένος αναχώρησε για την Κυπαρισσία. Οι Ντρέδες φιλοξένησαν τους Αλβανούς για είκοσι μέρες και ύστερα τους συνόδευσαν μέχρι το Αίγιο. Από εκεί πέρασαν μόνοι τους στο Μεσολόγγι και γύρισαν στην πατρίδα τους.

 

Στα Γουβαλάρια στις 20 Μαΐου 1828 γράφτηκε το τέλος της βάρβαρης επιδρομής του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, που προξένησε αμέτρητες καταστροφές, λεηλασίες, αιχμαλωσίες και πολλές φορές έφερε την Επανάσταση σε αδιέξοδο με κίνδυνο να καταρρεύσει.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

"Ιστορικαί Αλήθειαι" του Αθανάσιου Γρηγοριάδη (Του προύχοντα, Φιλικού, επαναστάτη, βουλευτή και γερουσιαστή).

Ιστολόγιο Γυμνασίου Δωρίου.

 

 «ΣΟΥΛΙΜΟΧΩΡΙΑ - ΝΤΡΕΔΕΣ ΟΙ ΑΔΙΚΗΜΕΝΟΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ» του Δημήτρης Παν. Αθανασόπουλος.

 

Αλβανοί-Αρβανίτες-Ελληνες, Μελέτες του Σαράντου Ι. Καργάκου, εκδόσεις Ι. ΣΙΔΕΡΗΣ ΑΘΗΝΑ 2000

5 σχόλια:

  1. Από το «Λεξικό Εθνών- Εθνοτήτων-Λαών» του Γιόζεφ Βολφ, παραθέτουμε τα παρακάτω:

    «Αρβανίτες ή Αλβανοί: Λαός που διαμορφώθηκε στο χώρο της σημερινής Αλβανίας τους πρώτους μ.Χ. αιώνες. Ο Κλαύδιος Πτολεμαίος (πέθανε το 160-168 μ.Χ.) αναφέρει μια φυλή στην Ιλλυρία με το όνομα Άλβανες, που ζούσε στο χώρο μεταξύ Δυρραχίου και Δίβρης. Είναι φανερό ότι πρόκειται για ένωση πατριών που συγκροτήθηκε για αυτοάμυνα. Αυτή η ένωση ενισχύεται πολύ την εποχή των μεγάλων βαρβαρικών επιδρομών του 4ου-7ου μ.Χ. αιώνα. Τότε, στην περιοχή θα εισβάλουν σλαβικά φύλα που θα καταστρέψουν τις πόλεις. Μεγάλο μέρος των κατοίκων αυτών των πόλεων καταφεύγει στα βουνά και πυκνώνει τις γραμμές των Αλβανών, οι οποίοι φυσικά αντιστέκονται και αποκρούουν τους Σλάβους. Στις αρχικές ιλλυρικές πατριές, που συγκρότησαν τους Αλβανούς ή Αρβανίτες, προστέθηκαν τώρα και στοιχεία των παραλίων, ελληνικά, ρωμαϊκά κ.λπ. Οι Αλβανοί ή Αρβανίτες ενισχύονται ακόμα περισσότερο στην περίοδο της βουλγαρικής επέκτασης. Είναι καθαρά ποιμενικές πατριές, που κρατούν το όπλο στο χέρι. Οι Βυζαντινοί θα τους χρησιμοποιήσουν ως κλεισουράρηδες, φύλακες στα ορεινά μέρη. Θα ξεχωρίσουν τρεις διαφορετικές ομάδες: Οι Γκέγκηδες, οι Τσάμηδες και οι Τόσκηδες, με μια μικρότερη υποδιαίρεση, τους Λιάπηδες. Δε συγκρότησαν έθνος, παρόλο που είχαν βρεθεί από νωρίς μπροστά σε κοινό εχθρό. Στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, οι αρβανίτικες πατριές χρησιμοποιούνται ως στρατός στα φεουδαρχικά κρατίδια που συγκροτήθηκαν στον ελλαδικό χώρο. Τον 14ο αιώνα οι ένοπλοι αυτοί Αρβανίτες που είχαν εγκατασταθεί σʼ όλη την οροσειρά της Πίνδου εξεγείρονται, ανατρέπουν την εξουσία στην Ήπειρο και δημιουργούν τρία κρατίδια: των Μπουαίων με κέντρο το Αγγελόκαστρο, των Λιοσαίων με κέντρο την Άρτα και του Κάρολου Τόπια, που καταλάμβανε τη Β. Ήπειρο και μέρος της Αλβανίας Με τη διάλυση αυτών των κρατιδίων οι πολεμικές πατριές των Αρβανιτών σκορπούν ως μισθοφόροι σε διάφορα μέρη της Ελλάδας: στην Αττική και Βοιωτία ως μισθοφόροι των Ατσαγιόλι και στην Πελοπόννησο ως μισθοφόροι των Παλαιολόγων. Οι Τούρκοι θα τους βρουν απλωμένους σʼ όλη την Ελλάδα...ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

    Οι Τούρκοι θα εξισλαμίσουν το βασικό όγκο των αρβανίτικων φατριών, που κατοικούσαν πέρα από τα όρια της σημερινής Ελλάδας και θα τους χρησιμοποιήσουν ως στήριγμα της εξουσίας τους. Οι Αρβανίτες που βρέθηκαν σκορπισμένοι, ως μισθοφόροι θα μείνουν κατά το πλείστο χριστιανοί και γιʼ αυτό θα πολεμούν τους Τούρκους. Αυτοί οι Αρβανίτες θα συγχωνευτούν τελικά με το Νεοελληνικό έθνος. Αντίθετα, οι εξισλαμισμένοι θα συγκροτήσουν το έθνος των Αλβανών, που ζει στην Αλβανία. Οι Αλβανοί όμως ονομάζουν τον εαυτό τους Σκιπετάρ. Ως μισθοφόροι, οι Αρβανίτες βρίσκονται σκορπισμένοι στα πέρατα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι χριστιανοί Αρβανίτες θα είναι οι βασικοί μισθοφόροι της Βενετίας και θα δράσουν σʼ όλη τη διάρκεια των τουρκοβενετικών πολέμων. Μεγάλος αριθμός Αρβανιτών μισθοφόρων θα εγκατασταθούν στο βασίλειο της Νεάπολης, όπου θα παραμείνουν Και μετά την κατάλυση. Απόγονοί τους ζουν σήμερα σκορπισμένοι στη Ν. Ιταλία. Μεγάλος όγκος Αρβανιτών θα κατέβει στον ελλαδικό χώρο και ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο το 1770, την εποχή των Ορλωφικών. Για μια περίοδο θα κυριαρχήσουν στην Πελοπόννησο, ενώ θα εξαναγκάσουν σε φυγή το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της Πελοποννήσου. Έγιναν πραγματική συμφορά. Οι ίδιοι οι Τούρκοι θα τους καταδιώξουν. Σε συνεργασία με τις κλέφτικες ομάδες της Πελοποννήσου οι Τούρκοι θα τους εξοντώσουν. Μαζί με τις ένοπλες πατριές είχαν κατέβει στην Πελοπόννησο και πολλοί ποιμένες. Με το διωγμό, οι περισσότεροι θα φύγουν για να εγκατασταθούν στα νησιά (Κυκλάδες, Σάμο κ.λπ.), ενώ ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει στην Αλβανία, μετά από περίπου 10 χρόνια παραμονής στην Πελοπόννησο. Αρβανίτες θα εγκατασταθούν σε όλα τα μέρη της Ελλάδας, τόσο ως μισθοφόροι των Βενετών, όσο και ως μισθοφόροι των Τούρκων. Οι χριστιανοί Αρβανίτες, που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο πριν από την Τουρκοκρατία, θα πολεμήσουν τους Τούρκους και στη συνέχεια, μέσα από κοινούς με τον ελληνικό πληθυσμό αγώνες κατά των Τούρκων, θα συγχωνευτούν με τους Έλληνες. Οι Αρβανίτες θα αφομοιωθούν από το νεοελληνικό έθνος. Η γλώσσα των Αρβανιτών γενικά ήταν φτωχή και οι Αρβανίτες υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιούν πολλές ελληνικές λέξεις. Σιγά σιγά η γλώσσα τους χάνεται. Η αρβανίτικη γλώσσα δε χάθηκε εντελώς μόνο στις περιοχές, όπου οι Αρβανίτες έμειναν ως αποκλειστική-κλειστή κοινωνία(Αττική και Βοιωτία και κατά κάποιο τρόπο η Κορινθία). Όταν η κλειστή κοινωνία τους θα σπάσει (από τα μέσα του 18ου αιώνα και έπειτα) η αρβανίτικη γλώσσα θα αρχίσει να υποχωρεί. Εξακολουθεί να αντιστέκεται όμως, στα ορεινά χωριά της Βοιωτίας-Αττικής.»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Η πρώτη γνωστή κάθοδος των Αλβανών άρχισε το 1354 μ.Χ. Ο Ιωάννης Καντακουζηνός γράφει ότι μετά από κάποια φυσική καταστροφή (ξηρασία) που συνέβη στις αλβανικές περιοχές, κατέβηκαν προς τα κάτω (προς τις νοτιότερες περιοχές, τα «αφύλαρχα γένη των Αλβανών με τις οικογένειες τους...»

    Οι Αρβανίτες στην καταγωγή τους ήταν Αλβανοί που εξελληνίστηκαν και ήρθαν σε επιμιξία με τους Έλληνες, είτε αυτό αρέσει σε μερικούς είτε ΌΧΙ.

    Ο Άγγελος Έμμος, Βενετός κυβερνήτης της Πελοποννήσου κατά τα έτη 1703-1706, χαρακτηρίζει τους Αρβανίτες: «γένος άθλιον, περιορισθέν μετά των οικογενειών αυτών εις τα κρησφύγετα των όρεων, εν πενιχραίς καλύβαις, αποζών εκ των προιόντων των ποιμνίων, ων αυτοί σχεδόν αποκλειστικώς εισίν οι επιμεληταί.» Ο δε διάδοχος του Φραγκίσκος Γριμάνης (1706-1709), επιεικέστερος, αυτά λέει για την Πελοπόννησο γενικά αλλά και για τους Αρβανίτες ειδικότερα προς τη Γερουσία του: «Η Πελοπόννησος κατοικείται υπό Ελλήνων και Αλβανών, τούτων οι Έλληνες, πολυπληθέστεροι, οικούσι τας πόλεις και καταγίνονται εις το εμπόριον και τη ναυτιλίαν, οι δε Αλβανοί οίτινες τοσούτον έχουσι συγχωνευθή μετά των Ελλήνων, ώστε δεν θεωρούνται αποτελούντες ίδιαν φυλήν αλλ’απλώς διάφοροι τάξιν, είσιν ολιγώτερον εύποροι και πεπολιτισμένοι, διάγοντες βίον πλάνητα και νομαδικόν και διαιτώμενοι το μεν θέρος εις τα όρη της Αρκαδίας, τον δε χειμώνα εις την Ηλίδα και την Αργολίδα και τα παράλια του Φαναρίου (Ερμιονίδα,Τροιζήνα και Επιδαυρίαν).»

    Ευφυώς λοιπόν, ο Κωνσταντίνος Παπαρρήγοπουλος, ο επονομάζομενος και εθνικός ιστορικός συγγραφέας, αντιπαρέρχεται τις αλληλοσυγκρουόμενες απόψεις γύρω από το θέμα των Αρβανιτών και της καταγωγής τους και λέει ξεκάθαρα τη γνώμη του. Αναφερόμενος λόγου χάρη στη καταγωγή των Σουλιωτών τονίζει: «Ήταν κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών και εις των επιφανεστέρων γόνων του συνοικεσίου των δυο φυλών του από της 14ης εκατονταετηρίδος αρξαμένου μέχρι της σήμερον. Η Αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε Ελληνική ενεφύσησεν εις την Αλβανικήν, τα ευγενέστερα αισθήματα της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται κατά θάλασσαν.» (Κωνστ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», έκδ. 7η μετά προσθηκών, σημειώσεων και βελτιώσεων υπό Νίκου Α. Βέη, εκδόσεις «Σεφερλής», Αθήναι 1955, Τόμος Ε΄ σελ. 441)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ο αυτοκράτορας Μανουήλ Παλαιολόγος, στον επιτάφιο προς τον αυτάδελφό του Θεόδωρο Παλαιολόγο, μας δίνει αξιοπρόσεκτες πληροφορίες για την μετοίκηση χιλιάδων Αλβανών στην Πελοπόννησο, τους οποίους αποκαλεί ‘Ιλλυριούς’, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους και τα ζώα τους όπως χαρακτηρηστικά λέει: «Αλλά και Ιλλυριοί, περίπου μία μυριάδα, αθρόοι μετοίκησαν με τα παιδιά και τις γυναίκες και τα ζώα τους…» (Λάμπρου: «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τ. Β, σ. 41–42)

    Στον σατυρικό διάλογο ‘Ταξίδι στον Άδη’ (Επιδημία Μάζαρι εν Άδου) του βυζαντινού Μάξιμου Μάζαρι, ο συγγραφέας περιγράφει τις επτά γλωσσικές–πολιτισμικές κοινότητες που κατοικούν από κοινού (οικεί αναμίξ γένη) το 1415 στην Πελοπόννησο: Λακεδαίμονες (Μανιάτες), Ιταλοί, Πελοποννήσιοι (Μοραΐτες), Σθλαβίνοι, (Σλάβοι) Ιλλυριοί (Αρβανίτες), Αιγύπτιοι (Τσιγγάνοι) και Ιουδαίοι (Εβραίοι). (D. Α. Zakythinos, Le Despotat grec de Morée, II Athènes 1953, σελ. 1.)

    Ο Φραντζής γράφει: «Τω αυτώ δε φθινοπώρω του s&ηβ έτους (6962 ήτοι 1454 μ.Χ.) δηλονότι επανεστάτησαν οι της Πελοποννήσου Αλβανίται κατά των Δεσποτών και των Αυθεντών αυτών». Ο Κριτόβουλος γράφει: «Οι γαρ της Πελοποννήσου Δεσπόται, της Βυζαντίδος αλούσης, ευθύς νεωτερισάντων των εν Πελοποννήσω Ιλλυριών και επαναστάντων αυτοίς…» (Κριτοβούλου, Ιστορία των πράξεων του Μωάμεθ, Β’-Γ’, 1)

    Η αύξηση της μεγάλης ιδιοκτησίας, οι ενδοβυζαντινές συγκρούσεις και οι καταστροφικές επιδρομές των Αλβανών και των Καταλανών κάνουν το Marino Sanudo Torcello (1325) να περιγράφει την κατάσταση ως αξιοθρήνητη σε μία Θεσσαλία ερημωμένη και κατεστραμμένη: “Deusmisit hanc pestem patriae Blachiae supradictae, quia ipsa miserat quodam genus, Albanensium gentisnomine, in tanta quantitate numerosa: quae gens omnia quae errant extra castra penitusdestruxerunt”

    Albanensium λοιπόν.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Οι Καταλάνοι και οι Φράγκοι, που υποδέχτηκαν τότε στα εδάφη της κεντρικής Ελλάδος τους Αρβανίτες, δεν τους καταγράφουν ως «δίγλωσσους Έλληνες», αλλά ως «Αρβανίτες» (για την ακρίβεια ως «Αλβανούς»), στα «κατάστιχα» δε των απογραφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που συντάχτηκαν το 1460 μ.Χ., αλλά και μέχρι τον 16ο αιώνα, οι κάτοικοι π.χ. της ανατολικής Λοκρίδας, αναφέρονται ως «Αρναούτ». Ειδικά δε για το χωριό Μαρτίνο, ο συντάκτης του βιβλίου «Η στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι», που πέρασε απ΄ την περιοχή το 1856, αναφέρει, ότι οι γυναίκες του χωριού, που συνάντησε στο «παλιο-πούσ», μαζί με τα άλλα μέλη του αποσπάσματος στο οποίο συμμετείχε, 400 χρόνια μετά την κάθοδο των υποτιθέμενων «δίγλωσσων-Ελλήνων», δεν ήξεραν τη λέξη «νερό» και ότι για να συνεννοηθούν τελικά μαζί τους, χρησιμοποίησαν...μεταφραστή. Ο ίδιος δε μας λέγει, ότι το Μαρτίνο έχασε την έδρα του Δήμου Λαρύμνης από τον Προσκυνά, γιατί οι κάτοικοί του δεν ήξεραν καθόλου ελληνικά! Μόλις δε πρόσφατα, στη δεκαετία του ‘70, στο Λούτσι, του οποίου οι κάτοικοι κατάγονται από το Μαρτίνο, πέθανε η τελευταία γυναίκα, που δεν ήξερε καθόλου ελληνικά. Επομένως, για ποια διγλωσσία του 14ου αιώνα μιλάμε, όταν αυτή δεν υπήρχε ούτε τον 19ο αιώνα;

    Τί ήταν το Άρβανό ή Άρβανα; Άρβανα ονομαζόταν περιοχές που κατοικούνταν από Αλβανούς και αλβανόφωνους πληθυσμούς. Υπήρχαν τα Άρβανα στην κεντρική Αλβανία, υπήρχαν τα Άρβανα στην περιοχή μετά την αριστερή όχθη του ποταμού Vjosë (Αωού) και νότια της Αυλώνας, μέχρι τα βόρεια και δυτικά του Δελβίνου, η σημερινή δηλαδή Labëria (άρα μάλλον σιγά-σιγά το Arbëria έγινε Labëria) ή Λιαπουριά στα ελληνικά. Την Λιαπουριά ο Παναγιώτης Αραβαντινός την αναφέρει στο έργο του ‘Χρονογραφία της Ηπείρου’ ως ‘Άρβανον’ και ‘Άρμπρι’, ενώ ο Ψαλίδας την ονομάζει ‘Άρβανον’ και ‘Άρμπηρι’. Υπήρχε όμως και το Πριγκηπάτο των Άρμπερ (Principata e Arbërit) στα βόρεια της Αλβανίας, με πρωτεύουσα την Nderfandina (κατά πάσα πιθανότητα ήταν άλλο όνομα της πόλης Κρούγια/Krujë), υπήρχαν τα Άρβανα Μαζαρακαίων στην Τσαμουριά (Θεσπρωτία), εξ' ου και το τσάμικο χωριό Mazrrek (Μαζαράκι), κ.τλ.

    Η Γεωγραφία νεωτερική είναι έργο των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριου Κωνσταντά, γραμμένο στη δημοτική, που εκδόθηκε στη Βιέννη το 1791. Είναι περιηγητικό έργο που επικεντρώνεται σε κοινωνικά και ιστορικά θέματα των περιοχών που περιγράφονται, και κατακρίνει την κοινωνική ανισότητα. Θεωρείται από τα πιο σημαντικά έργα του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Στις σελίδες 246-248 διαβάζουμε… για μια ευρύτατη αρχαία Μακεδονία που περιελάμβανε στα εδάφη της και την «Αρβανιτιά» (Αλβανία) και συνόρευε στο βορρά με Δαλματία και Βοσνία (μάλλον υπονοούσαν την ρωμαϊκή Επαρχία Μακεδονίας) της οποίας οι πρώτοι (αρχαίοι) κάτοικοι «ήταν εκείνοι που ήταν και της Ελλάδος», των οποίων η θρησκεία «ήταν αυτή με τα λοιπά έθνη της Ελλάδος» και «είχε κάθε άδικο λοιπόν ο Δημοσθένης να λέγη τους Μακεδόνας βαρβάρους. Μάλιστα τότε αυτό το επώνυμο άρμοζε περισσότερο εις τους Αθηναίους παρά εις τους Μακεδόνας.»

    ΑπάντησηΔιαγραφή