Τρίτη, 5 Απριλίου 2016

ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΜΟΤΥΗ


Τ ην άνοιξη του 397πΧ  ο Διονύσιος με Συρακούσιων κατευθύνθηκε προς την πόλη Έρυκα, εκεί κοντά ήταν η πόλη Μοτύη αποικία των Καρχηδονίων,  την πόλη αυτή χρησιμοποιούσαν σαν ορμητήριο εναντίον των Ελλήνων «...η μάλιστα έχρωντο κατά Σικελίας ορμητηρίω...».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Στον χάρτη φαίνεται η πόλη Μοτύη και η πόλη Έρικα.



Ο Διονύσιος επιστράτευε κατά την πορεία του προς την πλήθος από άλλες πόλεις τους οποίους εξόπλιζε (Καμαριναίους, Γελώους, Ακραγαντινούς, Ιμεραίους), έτσι συγκέντρωσε στατό 80.000 πεζούς και 3.000 ιππείς, ο στόλος του ήταν 200 πλοία κια φορτηγά γεμάτα πολεμικές μηχανές και εφόδια.

Μπροστά σ αυτή την στρατιωτική δύναμη οι Ερυκινοί προσεχώρησαν στον Διονύσιο. Η Μοτύη ήταν πλούσια πόλη  κρισμένη σ  ένα νησί που απείχε από την στεριά έξι στάδια και συνδεόταν μ ένα στενό δρόμο. Τον δρόμο αυτό έκοψαν οι Μοτυηνοί για να απομονώσουν τις δυνάμεις του Διονυσίου.

Ο Διονύσιος κατασκεύασε ανάχωμα και έβγαλε τα πλοία στην ξηρά, ενώ τα φορτηγά τα προσόρμισε κατά μήκος της ακτής, άφησε τον ναύαρχο Λεπτίνη να εποτεύει τα έργα και ο ίδιος κινήθηκε κατά της Μοτύης.

Ο στρατηγός των καρχηδονίων  Ιμίλκων σκέφτηκε να κάνει αντιπερισπασμό και έστειλε 10 πλοία του κατά των Συρακουσών να μπει στο λιμάνι της και να καταστρέψει τα υπάρχοντα εκεί πλοία, πράγματι έγινε αυτή η καταδρομική ενέργεια, εμβόλισε στο λιμάνι των Συρακουσών και βύθισε όσα πλοία βρήκε εκεί και επέστρεψε στην Καρχηδόνα.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Μαρσάλα Marsala (αρχαία Μοτύη), στη Σικελία.




Ο Διονύσιος αποψίλωσε την περιοχή γύρω από την Μοτύη και στην συνέχεια δια του στενού πόρου μετέφερε πολιορκητικές μηχανές μπροστά στα τείχη της πόλης.

Εν τω μεταξύ ο Ιμίλκων, μαθαίνοντας ότι οι Έλληνες είχαν τραβήξει τα πλοία τους στην στεριά, αμέσως έστειλε 100 τριήρεις με την πρόθεση κυριαρχόντας στην θάλασσα να λύσει την πολιορκία της Μοτύης και να μεταφέρει τον πόλεμο στις Συρακούσες, η αιφνίδια εμφάνισης των Καρχηδονίων προξένησε αιφνιδιασμό στους Έλληνες. Οι Καρχηδόνιοι κατέστρεψαν μερικά αραγμένα πλοία και στράφηκε στα πλοία που είχαν τραβήξει στην ξηρά. Ο Διονύσιος συγκέντρωσε τον στρατό στην είσοδο του λιμανιού, αλλά απέφευγε να ρίξει τα πλοία στην θάλασσα διότι όπως ήταν στενό το στόμιο ήταν υποχρεωμένος να αγωνιστεί με λίγα πλοία κατά του όγκου των πλοίων των Καρχηδονίων, γι αυτό χρησιμοποίησε το πεζικό του που έριχναν βέλη και έτσι έσωσε τα πλοία του, ο Ιμίλκων αναγκάστηκε να πάει πάλι στην Λιβύη, διότι μια ενδεχόμενη ναυμαχία δεν τον σύμφερε με δεδομένο ότι οι Έλληνες είχαν διπλάσιο αριθμό πλοίων «...απέπλευσεν εις την Λιβύην, ναυμαχείν ου κρίνων συμφέρειν δια το διπλασίας είναι τας ναυς  των πολεμίων.».

Ο Διονύσιος πια ανενόχλητος συμπλήρωσε τις εργασίες  προ των τειχών της Μοτύης και κουβάλησε πλήθος πολιορκητικές μηχανές, και με κριούς χτύπαγε τους πύργους και καταπέλτες εξουδετέρωνε τους μαχητές Καρχηδονίους. Τώρα οι κάτοικοι της Μοτύης έδειξαν γενναιότητα και με μπάλες πίσσας που έριχναν έκαιγαν τις πολιορκητικές μηχανές, αλλά και οι Έλληνες κατάφεραν να σπάσουν ένα μικρό μέρους του τείχους και στο σημείο αυτό έγινε σφοδρή μάχη στην οποία επί του γκρεμισμένου τείχους επικράτησαν οι Έλληνες.

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Διονύσιος ο τύραννος των Συρακουσών.


Ο λαός της  Μοτύης βλέποντας τα δεινά που τους περίμεναν αν αιχμαλωτιζόντουσαν και μιας και δεν είχαν δρόμο διαφυγής, άρχισαν να πολεμούν απελπισμένα εντός της πόλης «... λαμβάνοντας τα της αιχμαλωσίας δεινά, και φυγήν ουδεμίαν ορώντες... υπέμενον  τον θάνατον.».

 

Έφτιαξαν λοιπόν οδοφράγματα «... Οι Μοτυηνοί το μέγεθος του κινδύνου λογιζόμενοι, και των γυναικών και των τέκνων εν οφθαλμοίς όντων, τω περί τούτων φόβω προθυμότερον ηγωνίζοντο ...»  και οι δυνάμεις του Διονυσίου βρέθηκαν αν πολεμούν μέσα στην πόλη σπίτι το σπίτι και δρόμο τον δρόμο, έτσι μετέφεραν ξύλινους πύργους και απ αυτούς έριχναν ξύλινες γέφυρες στα σπίτια που χρησιμοποιούσαν οι Καρχηδόνιοι σαν πύργους.

Η αυτοθυσία των Μοτυηνών ήταν απερίγραπτη διότι οι ίδιοι οι γονείς τους,  τους παρακαλούσαν να μη τους αφήσουν αιχμάλωτους στην ανελέητη μανία των πολιορκητών και οι θρήνοι των γυναικών τους και των παιδιών τους,  τους φιλοτιμούσαν να πεθάνουν γενναία παρά να δουν την αιχμαλωσία των παιδιών τους, κυρίως όμως φοβόντουσαν την μανία των Ελλήνων διότι οι ίδιοι ήταν ανελέητοι στους Έλληνες αιχμαλώτους «...το ωμώς κεχρησθαι τοις των Ελλήνων ηλωκόσιν, οις ταυτό προσεδόκων πείσεσθαι.».

Υπό αυτές τις συνθήκες η μάχη μέσα στα σπίτια και στους δρόμους της Μοτύης κράτησαν μια ολόκληρη μέρα. Ο Διονύσιος συνίθυζε κάθε βράδυ να ανακαλεί τους μαχόμενους, και έτσι οι Μοτυηνοί είχαν συνηθίσει σ αυτή την πρακτική των Ελλήνων, ήχησε πάλι τις σάλπιγγες ο Διονύσιος και αποχώρησαν οι Έλληνες, έτσι αποκαμωμένοι οι Μοτυηνοί αποσύρθηκαν, τότε έστειλε ο Διονύσιος τον Αρχύλο τον Θούριο με επίλεκτους στρατιώτες και κατέλαβε πλεονεκτική τοποθεσία εντός της πόλης. Όταν το πήραν χαμπάρι οι Μοτυηνοί πάρα τις προσπάθειές τους δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα, και τώρα πια άρχισαν να καταφτάνουν οι Έλληνες και να καταβάλουν τους Καρχηδόνιους.

Γέμισε η πόλη σκοτωμένους «...και πας τόπος έγεμε των αναιρουμένων...» και οι Έλληνες μπήκαν στην πόλη για να ανταποδώσουν τις ωμότητα που είχαν δεχτεί από τους Καρχηδόνιους «... οι γαρ Σικελιώται ωμότητα ωμότητι σπεύδοντες αμύνεσθαι, πάντας εξής ανήρουν, απλώς ου παιδός, ου γυναικός, ου πρεσβυτέρου φειδόμενοι.».





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σπήλαιο από ασβεστόλιθο που το λένε "το αυτί του Διονύσίου", ή παράδοση διέσωσε,  ότι το κατασκεύασε ο τύραννος για να το χρησιμοποιεί σαν φυλακή,  πήγαινε να ακούση την αντήχηση που έβγαζαν οι αναστεναγμοί των κρατουμένων και να ευχαριστηθεί. 




Τώρα ο Διονύσιος δεν ήθελε αυτή την σφαγή διότι σκεπτόταν να πουλήσει τους κατοίκους για να συγκεντρώσει χρήματα «...βουλόμενος εξανδραποδίσασθαι την πόλιν, όπως ν αθροίσθη χρήματα...», αλλά πως να σταματήσει την σφαγή, γι αυτό έβαλε κήρυκες και έλεγε στους Μοτυηνούς να καταφύγουν σε ιερά που τιμούσαν οι Έλληνες. Όταν οι Μοτυηνοί κατέφυγαν στα ιερά οι στρατιώτες στράφηκαν στην λεηλασία των περιουσιών, ο Διονύσιος δεν τον ένοιαζε αυτό και το άφησε να εξελιχθεί. Στην συνέχεια αντάμειψε τον Αρχύλο με 100 μνας (μία μνα = 100 αττικές δραχμές) και αντάμειψε όσους ανδραγάθησαν, τους δε Μοτυηνούς που κατέφυγαν στα ιερά για να σωθούν από την σφαγή τους πούλησε σαν λεία πολέμου.

Όσους Έλληνες πολέμησαν στις τάξεις των Καρχηδονίων, όπως  τον Δραιμένη, τους σταύρωσε  «Δαϊμένην δὲ καί τινας τῶν Ἑλλήνων συμμαχοῦντας Καρχηδονίοις λαβὼν αἰχμαλώτους ἀνεσταύρωσεν».

Έπειτα τοποθέτησε φρουρά επί των ερηπείων και διόρισε φρούραρχο τον Βίτωνα τον Συρακούσια, και διέταξε τον ναύαρχο Λεπτίνη με 120 τριήρεις να επαγρυπνεί μήπως φανούν οι Καρχηδόνιοι και του ανάθεσε την πολιορκία της Αίγέστας και της Εντέλλας, ο ίδιος με τον υπόλοιπο στρατό επέστρεψε στις Συρακούσες.

 

 


 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Διονύσιος των Συρακουσών.
 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

ΔΙΟΔΩΡΟΣ ΣΙΚΕΛΙΩΤΗΣ εκδόσεις ΓΕΩΡΓΙΑΔΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου