Σάββατο, 23 Απριλίου 2016

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΥΠΟ ΣΕΡΒΙΚΗ-ΓΑΛΛΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΟΝ Α ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ


Μια κατάσταση που βίωσε ο ελληνισμός στο Μοναστήρι παρουσιάζει ο αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων ο Στρατής Μυριβήλης, ο οποίος υπηρέτησε και πολέμησε στην Μακεδονία κατά τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, γράφει λοιπόν:






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Έλληνας Μητροπολίτης Πελαγονίας με τον Γάλλο Συνταγματάρχη Vassitch τον Μάρτιο του 1917.






«Νύχτα μπήκαμε στο Μοναστήρι και νύχτα βγήκαμε. Είναι μια μεγάλη πολιτεία σέρβικη, που οι κάτοικοι της είναι Έλληνες… Οι άνθρωποι που την κατοικούν μιλάνε ψιθυριστά, περπατάνε τρομαγμένα σαν κλέφτες…. Σταματήσαμε σε μια πλατέα. Μας πήραν οι Φρατζέζοι οδηγοί και μας κατατόπισαν. Είναι μια πολιτεία – μέτωπο. Μας έδειξαν σπίτια χτυπημένα από  οβίδες σαν από αστροπελέκια, σπίτια καμένα από τις εμπρηστικές….

…. Οι κάτοικοι εδωπέρα φοράν ολημερίς και ολονυχτίς κρεμασμένη στο στήθος μια μάσκα για τα ασφυξιογόνα. Μυστήριο το πώς μυρίστηκαν την εθνικότητά μας, αφού η στολή μας, η κάσκα μας, είναι φραντσέζικα όλα, κι ο ερχομός μας έγινε έτσι μυστικά. Χιμήξανε γύρω μας,  ξετρύπωσαν σαν τα ποντίκια κάτω από την γης, άντρες, γυναίκες, προπαντών γυναίκες και παιδάκια. Και μας φιλάνε τα χέρια, μας χαϊδεύουν τα τουφέκια, μας πασπατεύουν τις κάσκες, κουμπώνουν και ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της μαντύας μας, κλαίνε, κλαίνε ήσυχα μέσα στη φεγγαροβραδιά.

-        Είστε, αλήθεια τα αδέλφια μας;  Είστε Έλληνες, Έλληνες από την Ελλάδα;

-        Μα ναι…

-        Σας περιμέναμε χρόνια στη σκλαβιά. Σας ονειρευόμασταν, σας τραγουδούσαμε, σας προσκυνούσαμε, και δεν σας ξέραμε. Και τώρα είστε κοντά μας. Ο Χριστός και η Παναγιά να σας φυλάει!   Και να μη μας αφήσετε πια, αδέλφια στους Σέρβους. Μας τυραγνάνε σκληρά, που είμαστε Έλληνες…




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Ο σιδηροδρομικός του Μοναστηρίου την περίοδο 1914-1917. Tότε το Μοναστήρι είχε περάσει στην κυριαρχία της Σερβίας.

Ένας γέρος μου είπε:

-        Μας δέρνουν με τον βούρδουλα σαν μας ακούνε να μιλάμε ελληνικά, να λειτουργιόμαστε ελληνικά. Μας πήραν τις εκκλησίες, τα ωραία σκολεία μας. Μας ατίμασαν τις γυναίκες… Μας ατίμασαν όλες τις γυναίκες. Η πολιτεία μας έγινε ένα πορνείο… Αλλιώτικα τις κόβουν το δελίο του ψωμιού. Και δεν αφήνουνε κανένα να φύγει από την πολιτεία, να γλυτώσει. Έχουνε κλείσει όλα τα περάσματα και ντουφεκάνε.»

Και τώρα ο συγγραφέας κάνει μερικές καυτές σκέψεις:

«Κύριε ελέησον, Μα ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Σέρβους για να ελευτερώσουμε Έλληνες, για ήρθαμε να πολεμήσουμε τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους για να λευτερώσουμε τους συμμάχους μας τους Σέρβους, που τους πρόδωσε ο βασιλιάς; Κάτι άρχινα να ραΐζει μέσα μας. Η πίστη; Κλαίμε και μεις μαζί τους, κ είμαστε σαστισμένοι.»

 
 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Aπό τα αριστερά προς τα δεξιά: ένας στρατιώτης από την Ινδοκίνα, ένας Γάλλος, ένας Σενεγαλέζος, ένας Βρετανός, ένας Ρώσος, ένας Ιταλός, ένας Σέρβος, ένας Έλληνας και ένας Ινδός. 



Και ο ελληνισμός που έπεσε στα χέρια των Σέρβων μέσα στην φτώχια του και στην σκλαβιά του δείχνει τα αισθήματα στους στρατιώτες:

«Μας φιλεύουν χίλια φτωχά μικροπράγματα και σ όλα τα υπόγεια τηγανίζουν γλυκίσματα με το τραγικό τους το σιτηρέσιο. Όλα για μας… Ένα σμάρι αγοράκια ήρθαν κοντά στην διμοιρία μου και όλα  μαζί πιάσανε και τραγουδούσαν τον Εθνικό Ύμνο με τα κασκέτα στο χέρι. Τραγουδούσαν σιγανά, μας άγγιζαν και κλαίγανε. Ήρθε ένας Γάλλος του φρουραρχείου και διέταξε να σωπάσουν.

-        Όχι φασαρίες!

Μια κυρία με μαύρη μαντίλα στο κεφάλι λέει ακόμα με τρυφερή φροντίδα:

-        Νάχετε πρόχειρες τις μάσκες σας, αδέλφια. Προχτές μας ρίξαν οι Βούλγαροι αέρια και μας πέθαναν στη γειτονιά μου έξη παιδάκια, εκεί που κάθουνταν στριμωγμένα και λέγανε παραμύθια. Οι φραντσέζοι τα πήρανε και τάχαν αράδα τα κορμάκια τους, μια μέρα ολάκερη, πάνω στο σταυροδρόμι. Τα φωτογράφιζαν και τα κινηματογραφούσαν όλη μέρα. Τα βγάλνε και καρτποστάλ.

Ένα κορίτσι λυγερό σαν νιο κυπαρίσι, με σκοτεινά μαλλία και υπερβολικά μεγάλα μάτια. Στέκεται τόσην ώρα πλάι μου και δε μιλά. Μόνο με κοιτάζει και παίζει ένα σάκτυλό στο λουρί του τουφεκιού μου. Την κοιτάζω και γω, βλέπω το φεγγαρόφωτο μέσα στα μάτια της και χαμογελώ. Αυτή δεν χαμογελά. Μου βάζει ξαφνικά στο σακίδιο ένα δέμα σοκολάτα. Λέει σιγά:

-        Να το πάρεις και να θυμάσαι στο χαράκωμα πως ένα κορίτσι του Μοναστηριού, που ποτέ δε θα ξαναδείς πια…

-        Μπα δεν το ξέρεις αυτό…

-        Το ξέρω… Πες μου αδελφέ από πού είστε;

-        Από την Λέσβο είμαστε.

-        Από την Λέσβο; (Χαμογελά και παίρνει ύφος μαθήτριας που απαγγέλνει γρήγορα και κωμικά) « Η Λέσβος, η πατρίς της Σαπφούς, του Αλκαίου, του Αρίωνος, του Πιττακού και του Θεοφράστου, η κοιτίς της μουσικής και της λυρικής ποιήσεως….»…..

-        Σ ευχαριστώ μ όλη μου την ψυχή…  Είσαι όμορφη και καλή. Πες μου τα όνομά σου. Θα το θυμάμαι μ ευγνωμοσύνη…

Εκείνη την στιγμή με πλησιάζει βιαστικά ο αξιωματικός της διμοιρίας μου «Αμέσως, μου λέει, τρέξε να βρεις το λοχία να συνάξει την διμοιρία μας. Πρόσεξε. Χωρίς σφυρίχτρες, χωρίς τσιγάρο, χωρίς ομιλίες. Ξεκινάμε σε πέντε λεφτά».

……….




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Γάλλοι εκπαιδεύουν τους Σέρβους στη χρήση των ολμοβόλων χαρακωμάτων (1916-1917).


Αυτή είναι η κατάσταση που αντιμετώπισε ο Ελληνισμός που «ελευθέρωσαν» στους βαλκανικούς πολέμους οι «σύμμαχοι» Σέρβοι.

 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Η ΖΩΗ ΕΝ ΤΑΦΩ του ΣΤΡΑΤΗ ΜΥΡΙΒΗΛΗ εκδόσεις ΕΣΤΙΑ

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου