Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ


 

«να φροντίσει να πωλήσει το λάδι, διότι αν μείνει απούλητο, η τιμή του θα ελαττωθεί μεγάλως και θα χαθεί...» Το συνθηματικό του Γκούρα για την δολοφονία του Ανδρούτσου.

 
 
 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Κορδάτος, που δεν πολυσυμπαθεί τον Ανδρούτσο, αποτιμά ως εξής την προσωπικότητά του: «Τρεις κυρίως στρατιωτικές μορφές έβγαλε το Εικοσιένα: Τον Κολοκοτρώνη, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και το Γ. Καραϊσκάκη».
 
 

Στο φύλλο της 6ης Ιουνίου 1825 η «Εφημερίς των Αθηνών», που τυπωνόταν στην Αίγινα αφιέρωσε για το θέμα μόνο ελάχιστες λέξεις:

 

«Σήμερον ετελείωσε το δρόμο της ζωής του ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος». Τρεις μέρες αργότερα, όμως, υποχρεώθηκε να επανέλθει γράφοντας πως ο θάνατος;

 

 «του περιβόητου εις την ιστορίαν Οδυσσέως Ανδρίτσου... ακολούθησε τρόπω τοιώδε: αυτός είχε προβλέψει με τη φυσικήν του πανουργίαν δύο τριχιαίς, οι οποίαις φαίνεται ότι ήταν από τα γαϊδούρια οπού ανέβαιναν εις το κάστρον, παλαιαίς κατά κακήν του τύχην και αδύναταις.

Περί τας 5 ώρας της νυκτός της 4 Ιουνίου, ενώ δύο στρατιώται που τον εφύλαττον, ήσαν εις το πρωτοΰπνι, κρεμιέται με τη μίαν από ψηλά του Πύργου - Γουλέ- έχοντας ζωσμένην και την άλλην εις τη μέση του, διά να χρησιμεύση ακολούθως να κατέβη και από τα τείχη του Κάστρου και να φύγη, όπου αυτός ήξευρε. Αλλά η θεία δίκη, προλαμβάνουσα, φαίνεται, τους ολεθρίους σκοπούς τους ανθρώπου τούτου διά την Πατρίδα ωκονόμησε προτού να φτάση ακόμη εις τα μέσα του Πύργου καταβαίνοντας και σπα η τριχιά εκείνη, και πίπτει ο άθλιος εις το λιθόστρωτον έδαφος της Απτέρου Νίκης, θύμα ελεεινόν της κακοβουλίας και πανουργίας του».

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Γ Γκούρας μεγάλωσε δίπλα στον Ανδρούτσο στο ξεκίνημά του ο Οδυσσέας τον είχε να βαστάει από την αλυσίδα τον σκύλο του.



Ο Αστυνόμος των Αθηνών Π. Μοναστηριακής διαβεβαιώνει:

 

«Σήμερον το πρωί ειδοποιηθέντες το συμβεβηκός του Οδυσσέως επήγαμεν εις την Ακρόπολιν όπου εύρομεν το πτώμα του υποκάτω του Γούλα και ερωτήσαντες τίς Γουάρδιαι ομολόγησαν ότι χθες εις τας 5 ώρας της νυκτός θέλοντας να κρεμασθή από τον Γουλάν δια να φύγει εκόπη το σχοινί καί επεσεν κάτω καί εσκοτώθη...»

 

Αυθημερόν και ο αρχιεκτελεστής του Ανδρούτσου, Μαμούρης, γράφει εις τον Γκούρα μίαν επιστολή απίθανου υποκρισίας. Αφού του υπενθυμίζει ότι είχε αναλάβει την φύλαξη του Οδυσσέως συμφώνως με την προσταγή της Σ. Διοικήσεως και ο ίδιος φρόντισε συμφώνως με την επιθυμία του ιδίου του Γκούρα να μην λείψει τίποτα από τον κρατούμενο επειδή «καθημερινά τον αρωτούσα τι θέλει και ότι μου ζητούσε του τα έδινα ευθύς», στηλιτεύει τον «πανούργο» δια τις δολερές προθέσεις του. Όχι μόνο παρέμεινε αμετανόητος αλλά προσπάθησε να δωροδοκήσει τους στρατιώτες δια να τον βοηθήσουν να δραπέτευση. Παρίστανε μάλιστα και τον άρρωστο με σκοπό να τον βγάλουν από το κελί δια να εύρει την ευκαιρία να προμηθευθεί σχοινί ώστε να εκτέλεση το σχέδιο της αποδράσεώς του. Άλλα εις την προσπάθεια του να δραπετεύσει έσπασε το σχοινί και εσκοτώθη. «Εγώ είμαι εις μεγάλη απορίαν και λύπην και η φαμελιά σου είναι απαρηγόρητη εγώ τι να κάμω δεν ηξεύρω από την στεναχώριαν μου».

 

 


 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Ιωάννης Μαμούρης σε ξυλογραφία από το περιοδικό  ( Δρέμισα Φωκίδος 1797 -  Αθήνα 12 Απριλίου 1867 ).

Ο μοναδικός μάρτυρας της κολασμένης τούτης πράξης, ο Κωνσταντίνος Καλατζής, ανιστόρησε, γέρος πια, όλα τα καθέκαστα στο δικηγόρο Σπ. Φόρτη κι αυτός, έπειτα από χρόνια, στις 25 του Δεκέμβρη 1898, δημοσίευε τούτη δω τη δραματική αφήγηση στους «Καιρούς» :

 

«. . . Ήτο η τρίτη των Χριστουγέννων του 1863 έτους ημέρα, ενθυμού­μαι καλώς, την εποχήν την εσημείωσα, διότι μοι επροξένησε βαθείαν αυτή εντύπωσιν και φρίκην εξ όσων κατ' αυτήν ήκουσα και απεμνημόνευσα.

 

»Περί την εσπέραν της ημέρας ταύτης, χάριν της μεγάλης εορτής, μας επεσκέφθη ο αείμνηστος της φάλαγγος ταγματάρχης, ο γενναίος εκείνος του ιερού αγώνος στρατιώτης, ο λεβέντης και ευθυτενής ως υψίκορμος κυπάρισσος γέρων Κωνσταντίνος Καλατζής. Επειδή ην χειμών δριμύς τον ωδήγησα εις το χειμωνιάτικο, όπου ην η εστία, εν η έλαμπε και διέπρεπε πυρά ωραία και ζηλευτή, τρεφόμενη από ξηρός σχίνων και κοτίνων ρίζας.

 

»Μετά τας αμοιβαίας επί ταίς εορταίς ευχάς, εγώ, όστις εμμανώς ηγάπων τας ιστορίας και τα διηγήματα του ιερού αγώνος, εξ ων πλείστα πολλάκις είχεν ημίν διηγηθή ο καλός ταγματάρχης ιδίως δ' επειδή, ως εγίνωσκον, ην αυτόπτης των κατά την τελευτήν του στρατηγού και αυτήκοος, τον παρακάλεσα θερμώς να μας διηγηθή ταύτα. Εις την παράκλησίν μου βαρύ στενάξας και μετά μεγάλην του γενναίου του στήθους ανάπλασιν, μοι απήντησε : «Τι τα θέλεις αυτά τώρα, παιδί μου, αυτά πέρα­σαν πλέον ας όψονται οι αίτιοι»˙ εδίσταζε δε να αρχίση. Τη επιμόνω όμως παρακλήσει μου προβάντος εκ περιεργείας μέχρι φορτικότητος, ήρξατο διηγούμενος τα της τελευτής του στρατηγού ως εξής:

 

»—Επειδή επιμένετε τόσον, ακούστε πως συνέβη του στρατηγού ο θάνατος· από καιρόν τον είχον φυλακίσει εις την μεγάλην της Ακροπό­λεως Κούλιαν˙ του είχαν βάλει εις τα χέρια και τα πόδια σίδερα με μπάλαις βαρειαίς˙ τροφήν δεν του έδιδαν τακτικά, ούτε καλήν, ούτε στρώμα. Όταν εγώ τον είδα εις την φυλακήν ήτο ανάλλαγος, λερωμένος, κουρε­λιασμένος με ένα κοντοκάππι και με τον ιστορικόν του καλογηρόσκουφον λυγδωμένον από την λέραν.

 

» Την νύκτα εκείνην όπου εχάθη, εγώ ήμουν σκοπός εις την πόρτα της Κούλιας η οποία ήτο κλειδωμένη. Ήτο νύκτα πολύ σκοτεινή δεν έβλεπες το δάκτυλό σου, έπεφτε ψιλή βροχή και ήμην τυλιγμένος με την κάππαν μου, ήσαν περασμένα τα μεσάνυχτα, όταν βλέπω τεσσάρας άνδρας να έρχωνται προς την φυλακήν.

 

»Ο ένας κρατούσε φανάρι, ήσαν δε αρματωμένοι καλά ένας άλλος εστάθη ολίγον μακράν και δεν τον είδον καλά ποίος ήτο˙ άλλ' ως εννόησα ήτο ο επί κεφαλής των ήτο η έφοδος προς επιθεώρησιν της φυλακής˙ ήσαν γνωστοί μου, ο Τριανταφυλλίνας, ο Τζαμάρας και ο Μαμούρης και ένας στρατιώτης Σουλιώτης, του οποίου δεν ενθυμούμαι τώρα το όνομα.

 

»Άμα επλησίασαν αμέσως έγινεν «αλλαγή» και άντ' εμού έθεσαν σκοπόν τον στρατιώτην εκείνον εγώ δε διετάχθην αμέσως να υπάγω να κοιμηθώ. Αμέσως απεμακρύνθην εις το σκότος. Αλλ' υποπτευθείς απαίσια δια τον στρατηγόν κρυφά κατεσκόπευον τας κινήσεις των, πλησιάσας ικανώς απαρατήρητος ως εκ του ψηλαφητού σκότους· ήκουσα τον κρότον των κλείθρων της φυλακής. Την ήνοιξαν και εισήλθον εις τον Πύργον οι τρεις, ο δε σκοπός έστεκεν εις την μισοανοιχτήν πόρταν της φυλα­κής. Άμα είσήλθον αυτοί μέσα, ηκούσθη ο κρότος των αλυσίδων των δεσμών του στρατηγού, όστις βεβαίως με την απροσδόκητον ταύτην επίσκεψιν θα εσηκώθη. Τον ήκουσα να λέγη προς αυτούς: «Ωρέ, ξέρω καλά ποιος σας έστειλε σας εδώ και γιατί ήρθατε τέτοια ώρα εδώ μέσα. Δε μ' λύνετε τόνα μου χέρι να σας δείξω ποιος είμαι και πως με λένε; Αυταίς εδώ τις σαπιοκοιλιαίς δεν τις συνερίζομαι, μα συ μωρέ Γιάννη, [τον Μαμούρη] γιατί;»

 

»Εις ταύτα αμέσως, ως ενόησα εκ της ταραχής η οποία ηκολούθησεν, επετέθησαν κατά του δεσμίου. Ήκουσα το βόγγημα, τους αναστε­ναγμούς και μούγκρισμα του λεονταργιού εκείνου και η καρδιά μου εραγίζετο. Και μετά ταύτα σιωπή τελεία. . .

 

»Μετ' ολίγον είδον τους τεσσάρας να βαδίζωσιν προς το τείχος της Ακροπόλεως το βλέπον προς το μέρος του Μακρυγιάννη με το φανάρι. Εκεί ηκούετο κτύπος όμοιος μ' εκείνον που γίνεται όταν εμπήγουν στύλον εις την γην.

 

»Κατόπιν τους είδα πάλιν να γυρίζουν εις την Κούλιαν, άφ' όπου επήραν βαρύ τι πράγμα και το επήγαν μαζί μετά δυσκολίας εις το μέρος όπου ήκουον τον κρότον. Εκεί κάτι έκαμνον ανακατευόμενοι και μετ' ολίγον πάλιν ήκουσα κτύπον πέτρας η οποία κτυπά επί της άλλης πέτρας. Αμέσως δε μετά τούτο εκείνοι μεν έγιναν άφαντος εγώ δε σιγά επήγα εις το κατάλυμά μου.

 

»Το πρωί άμα εσηκώθην έμαθον ότι είχε διαδοθή πανταχού, ότι ο Οδυσσεύς δραπετεύσας την νύκτα και θελήσας δια σχοινίου δεδεμένου να καταβή από το τείχος της Ακροπόλεως, κοπέντος του σχοινίου, κατέπεσεν από του ύψους και εφονεύθη.

 

»Όπως όλος ο κόσμος επήγα και εγώ και είδα τα έξης : Εις το μέρος όπου ήκουον τους κτύπους ήτο μπηγμένο μεγάλο παλούκι, δεμένο δε εις αυτό ακόμη τεμάχιον τριχιάς της οποίας η άκρη εφαίνετο ξασμένη. Όταν δε επήγα κάτω είδον το πτώμα τού άτυχους στρατηγού φέρον εις την μέσην δεμένον από έξω από το κοντοκάππι του ένα μακρύ κομμάτι τριχιάς. Το στόμα του ήτο καταματωμένον το επάνω και το κάτω χείλος του ήταν κομμένα σαν δαχτυλίδι στρογγυλά, σαν να τα χτύπησε κανείς και να τα 'κοψε με το στόμα ντουφεκιού ή πιστόλας.

 

»Ο λαιμός του είχε μαυρίλαις και σημάδια από νύχια, εστάλη ένας άλλος ιατρός να κάμη νεκροψίαν και έκθεσιν περί του θανάτου του˙ έμαθα δε ότι, επειδή επιστοποίησεν ότι ο θάνατος προήλθεν εκ βίας, διότι τα σημεία αυτής ήσαν φανερά, έσχισαν την έκθεσιν αυτού και έκαμαν άλλην [Η ψεύτικη ιατροδικαστική αυτή έκθεση, που το πρωτότυπό της σώθηκε, συντάχτηκε από τον Ιταλό ντόκτορα Vitali, υποπρόξενο τού Βασιλείου της Νάπολης στην Αθήνα. Είναι γραμμένη Ιταλικά και τελειώνει με τούτη δω την ανήκουστη απόνα γιατρό σε πιστοποιητικό θανάτου φράση : «. . . Επέφερον (τα τραύματα) αυτοστιγμεί τον θάνατον, άξιον εις κακούργον προδότην της πατρίδος». Τον signor Vitali από τη Νάπολη τον έκαιγε πάρα πολύ η προδοσία τού Αντρούτσου και δε μπορούσε να κρατηθεί, να μην τον πει κακούργο και προδότη! Ε τι κάνει σε τέτοιους ανθρώπους το παραδάκι.]δια της οποίας εβεβαιούτο ότι του στρατηγού ο θάνατος προήλθεν εκ πτώσεως αυτού από μέρους υψηλού˙ μετά ταύτα έγινεν η κηδεία του πολύ καταφρονεμένη και χειρότερα και τού τελευταίου καταδίκου˙ τον έθαψαν σαν σκυλί εις τον ναόν τού Αγίου Δημητρίου, προς δυσμάς της Ακροπόλεως».


Για να δούμε πως λειτουργεί μια πένα πάθους, παραθέτω το κείμενο του Δ Σουμερλή που έγραψε παθιασμένα κατά του Οδυσσέα:

«Διά διαταγής της Διοικήσεως εκδομένης κατ' αίτησιν του Γκούρα θανατώνεται, αποπνιγείς κατά μέσην νύκταν, και από του πύργου καταρρίπτεται κατά γης. Ο εκτελεστής του θανάτου ήτο ιερεύς στρατιωτικός, όστις εξεδικήθη εναντίον αυτού, διά το προς τους ιερείς μίσος, καταδρομήν και κακά, πραχθέντα υπ' εκείνου. Ο δε θάνατος ούτος επλάσθη άλλως πώς διά τας τότε περιστάσεις, ότι δηλ. θέλων ο Οδυσσεύς να καταβή από του πύργου, εκόπησαν τα σχοινία με τα οποία ήτον δεμένος, και ούτως εθανατώθη».

 

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Δρόμος της Αθήνας με την Ακρόπολη στο βάθος, φαίνονται τα αμυντικά έργα που χρησιμοποιήθηκαν κατά την Επανάσταση.
Υδατογραφία. H.C. Stilling.


 

Ο νεκρός Οδυσσέας τάφηκε στο μικρό ναό των Ασωμάτων στους πρόποδες της Ακροπόλεως και μετά από οκτώ χρόνια η γυναίκα του πραγματοποίησε εκταφή των οστών, τα οποία κατέθεσε σε κάποιον από τους ναούς της πόλης.
 
Εν τω μεταξύ ο διασυρμός του αγωνιστή συνεχιζόταν και μετά το θάνατό του. Για σαράντα ολόκληρα χρόνια τον αναθεμάτιζαν ως προδότη και κανείς δεν ήξερε πού βρίσκονται τα οστά του. Εδέησε όμως έστω και καθυστερημένα η πολιτεία να αναγνωρίσει την προσφορά του ήρωα και να του αποδώσει τις στοιχειώδεις τιμές, την Κυριακή 21/2/1865 κατά την τέλεση μνημοσύνου στη Μητρόπολη και τη μετακομιδή των οστών του στο Α` Νεκροταφείο. Έστω και αργά αυτή η δικαίωση ήταν σημαντική αν και στη συνείδηση του λαού ο Ανδρούτσος ήταν πάντα δικαιωμένος.






ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εδουάρδ Τρελλώνη: «Αναμνήσεις της Ελληνικής Επαναστάσεως», εκδόσεις Βιβλιοπωλείον Νότη Καραβία.

Μπάμπη Αννινου: «Η απολογία του Οδ. Ανδρούτσου- η δολοφονία του», εκδόσεις Μπάυρον.

Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις 20ός αιώνας, τόμος X.

 

Ι. Μακρυγιάννη: «Απαντα: απομνημονεύματα- δίκη», εκδόσεις Μέρμηγκα, τόμος β`

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ του Σ. Ι. Καργάκου εκδόσεις Realnews τόμος Δ

 

ΚΑΡΑΙΣΚΑΚΗΣ του Δ Φωτιάδη εκδόσεις Κυψέλης

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ του Διονύση Σουμερλή

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου