Σάββατο, 2 Ιανουαρίου 2016

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Το πρώτο σπίτι του Μάρκου Βαμβακάρη στον Πειραιά ήταν ένα προσφυγικό χαμόσπιτο με κοινή αυλή στο Κερατσίνι στη περιοχή της Ανάστασης.


ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

 
Ο θεμελιωτής

Παραδοσιακές, βυζαντινές και αρχαίες ρίζες είχαν, λοιπόν, πολλά τραγούδια του Bαμβακάρη. O ίδιος, βέβαια, είχε σαφέστατη επίγνωση της καταγωγής των τραγουδιών του, γι’ αυτό αργότερα, στα τέλη της δεκαετίας του ’60 είχε πει: «Τα τραγούδια τα δικά μου είναι βυζαντινά, αρχαία...».

«Hταν (ασυνείδητα) ένας κοινωνός ενός θησαυρού που αποτελούνταν από τα παραδοσιακά δημοτικά τραγούδια, τα αστικά λαϊκά των πόλεων αλλά και τους βυζαντινούς ύμνους. O Mάρκος, λοιπόν, αν και...αγράμματος (ακαδημαϊκά), είχε το χάρισμα να ενσαρκώνει, με βάση το υλικό θησαυρό που προανέφερα, καινούρια τραγούδια, τα ρεμπέτικα, τα οποία ο λαός αποδέχθηκε αμέσως, αφού προέρχονταν από τη δική του κληρονομιά. Δίκαια ο Mάρκος είναι ο αναμφισβήτητος θεμελιωτής του ρεμπέτικου-λαϊκού τραγουδιού».

 

Γιώργος Χριστοφιλάκης για τον Μάρκο Βαμβακάρη στη σειρά " Μύθος Ρεμπέτικος"

 

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τετράς η Ξακουστή του Πειραιώς
Στράτος Παγιουμτζής (Αϊβαλιώτης), Μάρκος Βαμβακάρης, Γιώργος Μπάτης και Ανέστος Δελιάς (Σμυρνιός).
 




Ο ΔΙΧΑΣΜΟΣ

 

 

Ο Μάρκος ήταν Βασιλικός «Μου άρεζε η βασιλείας», την εποχή του διχασμού  1915-1924 ήταν σε μια ηλικία δέκα έως είκοσι ετών περίπου, γεννήθηκε 10/5/1905 στο Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου από γονείς πάμπτωχους , ο πατέρας του ο Δομένικος έφτιαχνε καλάθια και η μάνα του Ελπίδα το γένος Προβελεγγίου, Η οικογένειά του (και ο ίδιος) ήταν καθολικοί, αν και καθολικός έκανε δύο γάμους χρησιμοποιώντας την δυνατότητα που έδινε η Ορθόδοξη πίστη και αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία μέχρι το 1966 οπότε και τον κοινώνησαν ξανά .

 

M’ έβγαλες απ’ τα σπλάχνα σου

 μέσ’ από την καρδιά σου

και ξακουστό σού το ’κανα,

Σύρα μου, τ’ όνομά σου.

 

             Η άποψη του για τον Βενιζέλο και την όλη κατάσταση είναι θολή και ανιστόρητη «Ο Βενιζέλος , κακό χρόνο να  χει ήτανε η αιτία που καταστράφηκε όλη η Ελλάδα, και φέραμε και τον πληθυσμό από τη Μ Ασία. Αυτός . Δεν υπήρξε πατριώτης . Γιατί αν ήτανε καλός πατριώτης δεν ήπρεπε να πα να κάνεις τριανδρία στην Κωνσταντινούπολη (!) αυτός και ο Κουντουριώτης , παρά να κάτσουν εδώ , να κοιτάξουν το μέτωπο(!) που είχαμε στην Μ Ασία. Όχι εκείνος να ναι στην Μ Ασία , κι αυτός να κάνει την Τριανδρία εδώ πέρα. Να κτυπήσει ποιους; Όπου τους επιάσανε  οι τούρκοι και τους σφάξανε. Αυτά τα διάβαζα. Δεν τα συζήτησα με κανένα γιατί ήμουνα μικρός κι οι φίλοι μου δεν ενδιαφερότανε για τέτοια. Πάντως θυμάμαι την καταστροφή και τους πρόσφυγες».

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Μάρκος, όλο το ντεκόρ της φωτογραφίας θυμίζει παλιά προσφυγικά σπίτια.


 

            Ο Μάρκος ήταν πατριώτης καυχιόταν ότι ο πατέρας του υπηρέτησε δύο φορές στον στρατό και ο ίδιος  δύο φορές στρατεύτηκε. Την δεύτερη φορά που ντύθηκε φαντάρος το 1940 στο Γουδί έγραψε και σχετικό τραγούδι:

 

Όσο κι αν το λέγαν πολλοί

Εγώ δεν φανταζόμουν

Τώρα στα γεράματα

Φαντάρος θα ντυνόμουν.
 
 

Κι όμως με βάλαν στην γραμμή

Εις φάλαγγα κατ άντρα

Και με διπλοκλειδώνανε

Στου πεζικού την μάντρα.

 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Διαφημιστικό του 1936 που αλλού σε μια προσφυγική περιοχή.....  στην "Παληά Κοκκινιά (Άσπρα Χώματα)".


 

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

 

 

            Ο Βαμβακάρης την εποχή αυτή ζει στα Ταμπούρια με όλη του την οικογένεια και μαζί με τον πατέρα του δουλεύουν στο κάρβουνο (ανθράκευαν πλοία) κι ο ίδιος χαμάλης κουβαλούσε ζεμπίλια με κάρβουνα. Η κομπανία που δούλευε ήταν μια κομπανία Φραγκοσυριανών με Κάπο τον Στέφανο. Εκεί λοιπόν είδε τα καραβάνια των προσφύγων που ερχόντουσαν από την Μ Ασία.
 
«…..Έμενε ο κόσμος εκεί στα βαγόνια των σιδηροδρόμων. Έμενε εκεί που είχε καμιά αποθήκη κατεστραμμένη. Τσαντίρια κάνανε. Καταστροφή μεγάλη παιδί μου….. Το τι τραβήξανε αυτοί οι άνθρωποι δε λέγεται. Ατιμαστήκανε γινήκανε χάλια, χάλια, χάλια…… και εδώ που ήρθανε τα ίδια. Προσπαθήσανε γαμιόντουσαν , κάνανε χίλια δύο να βρίσκουν το ψωμί τους, μέχρι που να βρουν ένα σπίτι να κάτσουνε. Αν ένας πατέρας είχε πέντε έξι παιδιά και κορίτσια , άλλα άρπαγε ένας από δω, άλλα άλλος από κει. Καταστροφή μάνα μου…………»

            Έτσι περιγράφει ο φιλότιμος αυτός άνθρωπος τους πρόσφυγες, αλλά το μάτι του είδε και τις αδικίες που έκαναν στους καταστραμμένους πρόσφυγες οι ντόπιοι: «Και οι ντόπιοι δεν τους βλέπανε με καλό μάτι. Αλλά τους βρίζανε. Χίλια δυό. Φύγετε ρε από εδώ. Πηγαίνετε παραπέρα. Δεν τους κοιτάζανε ……….. Ήθελαν να τους κλέψουνε οι κλεφταράδες που ήτανε εδώ πέρα. Ν αρπάξουνε ότι είχαν . Να  τους κλέψουνε, να τους γελάσουν. Απατεώνες».

            Βέβαια δεν ξέφυγε από την ματιά του ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν μια άλλη ράτσα Ελλήνων και έκανε τις πιο κάτω διαπιστώσεις

«…… Όμως τώρα έχουν γίνει πρώτοι σε όλα. Όλοι αυτοί οι πρόσφυγες που βλέπεις είναι οι κυριώτεροι σε όλα. Είναι άνθρωποι της δουλειάς. Ο Ωνάσης πχ τον βλέπεις.».

            Εκεί όμως που πραγματικά τους έβγαζε το καπέλο ήταν στον πολιτισμό:

«Τη μουσική την ωφέλησαν οι πρόσφυγες. Βέβαια. Όταν ήρθαν από την Μ Ασία ασφαλώς ήρθανε και οι μουσικοί τους.

Αυτοί οι άνθρωποι ήτανε μαθημένοι να δουλεύουνε και να γλεντάνε. Όλοι οι πρόσφυγες μηδενός εξαιρουμένου. Μπορεί να δούλευε όλη τη βδομάδα σα σκύλος αλλά το Σαββατοκύριακο πήγαινε να γλεντήσει. Να βρει , να πάει, να κάνει. Όχι μοναχός του, να πάρει και τα κορίτσια του και τη  γυναίκα του και την οικογένειά του και να πάει να κάτσει σ ένα κέντρο . όπως μέχρι τώρα από τους πρόσφυγες , και κοντά στους πρόσφυγες μάθαν και οι δικοί μας τώρα.». Και αλλού λέει : «Το τσιφτετέλι διαδόθηκε εδώ από τον καιρό που ήρθαν από την Σμύρνη οι πρόσφυγες».

            Στην μουσική επισημαίνει ότι προ του 1922 υπήρχαν μουσικοί στην Ελλάδα που έπαιζαν κυρίως δημοτικά  και «Πότε κανένα μανεδάκι» , μετά το 1922 έγιναν αλλαγές στην μουσική της Ελλάδος «Ενώ αυτοί εδώ όταν ήρθαν αρχινήσανε τσιφτετέλια, συρτά, πολλά, πολλά πράγματα. Μανέδες, τζιβαέρια, αιβαλιώτικα πολλά…..». Προφανώς με το μανέδες εννοεί αμανέδες   και με τα αιβαλιώτικα εννοεί τον καρσιλαμά και το ζειμπέκικο, τα τζιβαέρια τώρα είναι τραγούδι γλυκό μικρασιάτικο, ερωτικό με πολύ απαλή μουσική με πολλά μικρασιάτικα όργανα (σαντούρι, κανονάκι, ούτι, τουμπερλέκι κλπ) :

 

Μήνυσε μου να σου στείλω

Λαλεδάκια απ το βουνό.

Τσιβαέρι μου.

Να τα βάλεις στο ποτήρι να θαρρείς

πως είμαι γω

Τσιβαέρι μου.

 

            Του Μάρκου του άρεσε όμως :

«Μου άρεζε . Οι πρόσφυγες ελέγανε και άλλα τούρκικα. Ωραία μουσική. Αργότερα όταν έπαιζα στα πάρκα έμαθα και έλεγα κάνα δύο τραγούδια τούρκικα. Τον Τσακιτζή λέω και το Τσανακαλέ……… Το Τσακιτζή είναι ζεμπέκικο τούρκικο βαρύ , ωραίο, ωραίο………..»

 


 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αφίσα από μαγαζί που δούλεψε ο Μάρκος, φαίνεται ένα τυπογραφικό λάθος στο "Μ ΚΑΡΙΠΗΝ" προκειται για τον  σπουδαίο Κωνσταντινουπολίτη πρόσφυγα   κιθαρίστα, τραγουδιστή και συνθέτη που όμως λεγόταν ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΡΙΠΗΣ.





ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ

 

Το ρεμπέτικο είναι ένα είδος μουσικής που έχει τις ρίζες του από την εποχή του βυζαντίου. Αυτό το γνωρίζουμε κι από τον ίδιο τον Μάρκο Βαμβακάρη που σε μια ζωντανή ηχογράφηση του αναφέρει πως τα τραγούδια του είναι βυζαντινά .

Το ρεμπέτικο αναπτύχθηκε κυρίως στα παράλια της Μικρά Ασίας , στα μέρη όπου αναπτύχθηκε , κυρίως σύχναζαν άνθρωποι του υποκόσμου . Άνθρωποι που έκαναν χρήση διάφορων ναρκωτικών ουσιών , άνθρωποι που ήταν παραδείγματα προς αποφυγήν. Παρόλα ταύτα οι περισσότεροι κάτοικοι σιγομουρμούριζαν διάφορους σκοπούς από αυτά τα τραγούδια γιατί παρόλο που ήταν απαγορευμένα ο περισσότερος κόσμος τα αγαπούσε. Το ρεμπέτικο μεταφέρθηκε στην κυρίως Ελλάδα με την καταστροφή της Σμύρνης. Οι κάτοικοι της Σμύρνης μεταναστεύοντας στην Ελλάδα μετάφεραν τα ήθη και έθιμα τους, ένα από αυτά είναι και το ρεμπέτικο.

Το ρεμπέτικο χωρίζεται σε τρεις κύκλους:

Ο πρώτο ξεκινάει γύρω στο 1922, από τους πρόσφυγες, τους φαντάρους, τους φυλακισμένους. Σε εκείνη την δεκαετία το τριάντα ακούγονται δίσκοι με ονόματα μεγάλων όπως της Ρόζας Εσκενάζυ. Αυτός ο κύκλος έχει στοιχεία σμυρναίικα, με πρώτα όργανα το ούτι και το σαντούρι.

Στον δεύτερο κύκλο κυριαρχούν το μπουζούκι και ο μπαγλαμάς. Είναι η εποχή που το ρεμπέτικο αρχίζει να βγαίνει από το περιθώριο. Εκεί δεσπόζουν τα ονόματα του βαμβακάρη, του Δελιά, του Μπάτη, του Μπαγιαντέρα.

Ο τρίτος κύκλος είναι ο κύκλος του Τσιτσάνη. Η εποχή της πείνας, του πολέμου, του τρόμου, των φυλακών, του Εμφυλίου και του κρεματορίου.

 

          


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Μάρκος με τον Αϊβαλιώτη Στράτο    παίζουν ένα ταξίμι.

                                                                                  

ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

 

            Δεν ξεχνά τους φίλους του Μικρασιάτες μουσικούς τον Καρίπη που «έλεγε τούρκικα» τον Νταλκά, τον Τομπούλ. Και όσους τέλος πάντων αναφέρω πιο κάτω.

            Το 1922-1923 παράτησε τα κάρβουνα και πήγε στα σφαγεία του Συριανού Παράσχου Κονδύλη και εκεί πήρε για πρώτη φορά μηνιάτικο 300 δραχμές σαν φουσκωτής. Εκδορεύς και χασικλής πια στα 1924-1925  συνάντησε τον φίλο του πατέρα του, τον μπάρμπα Νίκο τον Αιβαλιώτη να παίζει μπουζούκι, τρελάθηκε «……..μου άρεσε τόσο πολύ, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την στατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί…….. Τέτοιο πράγμα, τέτοιο όργανο είναι , είπα από μέσα μου, αυτό το μπουζούκι…………… Η δουλειά μου ήτανε μόνο το μπουζούκι και το χασίσι…….».

            Ο μπάρμπα Νίκος τον Αιβαλιώτης έδειξε την αξία στον πρώτο Έλληνα λαϊκό τροβαδούρο, ο Μάρκος ήξερε βέβαια το μπουζούκι και από την Σύρα που υπήρχαν κάποιοι μπουζικοπαίχτες, αλλά οι μεγάλοι τεχνίτες του είδους ήρθαν από την ανατολή και φυσικά επέβαλαν τον πολιτισμό τους και την μουσική τους στο ιθαγενές στοιχείο. Για τον μπάρμπα Νίκο τον Αιβαλιώτη ο Βαμβακάρης γράφει ύμνους «……Ταξίμια έπαιζε, κάτι ζεμπέκικα τούρκικα βαριά, κάτι τέτοια πράγματα, κάτι μανέδες. Και τραγούδαγε κιόλας…….» .

            Το μπάρμπα Νίκο τον Αιβαλιώτη την εποχή αυτή «εγκλημάτησε κι επήγε δέκα χρόνια φυλακή στ Ανάπλι.» . Στο μεταξύ ο Μάρκος προόδευε στο μπουζούκι. Όταν βγήκε έμενε στον Πειραιά και επισκεπτόταν το σπίτι του Βαμβακάρη (ήταν φίλος του Δομένικου), ο μπάρμπα Νίκος ο Αιβαλιώτης ήταν άνθρωπος της φυλακής και του τεκέ εκεί λοιπόν στον τεκέ του Μίχαλου στα Χιώτικα του Πειραιά απέναντι από τα μπουρδέλα των Βούρλων συναντήθηκαν ο Μάρκος και ο μπάρμπα Νίκος ο Αιβαλιώτης, άκουσε τον Μάρκο και δες την περιγραφή που δίνει ο ίδιος «Εγώ μικρότερος , εσεβάστηκα την παρουσία του και, αμέσως αφού έκατσε, του δίνω το μπουζούκι και του λέω. Παρ το μπάρμα Νικόλα να παίξεις. Αλλά αυτός πριν μπει μέσα , έκατσε περίπου πέντε λεπτά απ έξω κι άκουγε. Τόσο πολύ του άρεσε το παίξιμο μου, αν και δεν ήξερε ότι είμαι ο γιός του φίλου του που έπαιζα. Μου απαντάει όταν του έδωσα το μπουζούκι. Τι να παίξω παιδί μου εγώ; Παίξε να σ ακούσω, που παίζεις ωραία. Παίξε κάνα ταξιμάκι  ζεϊμπέκικο ωραίο, γιατί μ αρέσει πολύ.»

            Στον τεκέ πήγαινε και ο Μιμίκος Μογιατζής και αυτός κούρδιζε το μπουζούκι του διότι ο Μάρκος δεν ήξερε.

 

Χαρμάνης είμαι απ το πρωί

Και πάω να φουμάρω

Μες στον τεκέ του Μίχαλου

Πόχει το φίνο μαύρο.

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Ανέστης Δελιάς (καθιστός με το ανοιχτόχρωμο κοστούμι) ανάμεσα
στον Σπύρο Περιστέρη (δεξιά) και τον Μιχάλη Γεννίτσαρη (αριστερά)
Όρθιος πίσω από τον Δελιά ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Ο Σμυρνιός Ανέστος Δελιάς (το πραγματικό του όνομα ήταν Αναστάσιος Δέλλιος) ή Ανέστης ή Ανεστάκι, γνωστός και με το παρατσούκλι Αρτέμης ήταν μια τραγική περίπτωση ανθρώπου θύμα της Σκουλαρικού, γυναίκα από τις κακόφημες συνοικίες των Βούρλων. Η οποία τον έκανε πρεζάκια για να τον έχει εραστή της. Με την βοήθεια του Παγιουμτζή,  του Γκόγκου, του Γενίτσαρη αλλά και του Μάρκου κατάφερε να την κόψει την ηρωίνη, αλλά για λίγο. Πέθανε στις 31 Ιουλίου του 1944 από υπερβολική δόση ηρωίνης στη διάρκεια της Κατοχής σε νεαρή ηλικία, περίπου 32 ετών.

 

ΠΡΟΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΕΣ

 

            Ο Μάρκος στα προπολεμικά χρόνια από τους τεκέδες μέχρι το μπουζούκι είχε παρέες κυρίως με μικρασιάτες, σε μεγάλη εκτίμηση είχε τον Μικρασιάτη  Μπουτρούμη που γνώρισε σε μια γούβα (τεκέ) στα Ταμπούρια, βαριά χασισωμένος ο ίδιος τον προστάτεψε αυτός ο νταής και λέει γι αυτόν «…….. ήταν ο πιο νταής απ όλους τους πρόσφυγες αυτός……..» τον άνθρωπο αυτό τον σκότωσε η ασφάλεια του Πειραιά στα Χιώτικα «……..Εσκότωσε, τραυμάτισε κι ύστερα έπεσε………» .

            Στα 1933 ανεβαίνει στο πάλκο για πρώτη φορά στο μαγαζί του Κωνσταντόπουλου στην Ανάσταση και φτιάχνει μια κομπανία την «Πειραιώτικη κομπανία» που έμεινε στην ιστορία σαν «Τετράς η ξακουστή του Πειραιώς». Αυτή η τετράς εκτός από τη Μάρκο συμπεριελάμβανε και τους Ανέστο Δελιά ή Αρτέμη, Γιώργο μπάτη, Στράτο Παγιουμτζή.

            Ο μικρασιάτης (Αιβαλιώτης)  Στράτος Παγιουμτζής ήταν ο κυριότερος συνεργάτης του Μάρκου Βαμβακάρη, δούλευε στο λιμάνι στην ΕΛΠΑ και ήτανε βαρκάρης, ήσυχος άνθρωπος, φουκαράς, «κουτόμαγκας» γιατί «εφούσκωνε από χασίσι», ανοιχτοχέρης δούλεψε κυρίως με την Κολούμπια και έβγαλε δίσκους πιο μπροστά από τον Μάρκο.

            Ο Μπάτης (Πειραιώτης – Συριανός) ήταν παλιατζής στον Πειραιά (πλατεία Καραισκάκη), φυσικά και αυτός χασικλής ήταν, άνθρωπος αλέγκρος, εύθυμος, πλακατζής και τα τραγούδια του τα τραγουδούσε ο Στράτος .

            Ο Ανέστος Δεληάς που ο Μπάτης τον έλεγε «Αρτζι- μπούρζης», ήταν Σμυρνιός και έμενε στο Καστράκι  στα προσφυγικά, εκεί υπήρχαν όλοι οι τεκέδες, ο πατέρας του ήταν φημισμένος μουσικός στην Σμύρνη και τον έλεγαν «η Μαύρη Γάτα», ο Ανέστος έπαιζε κιθάρα και μετά έμαθε το μπουζούκι, ο μόνος που δεν  ήταν χασικλής αυτός είχε πέσει σε χειρότερη κατάσταση έγινε πρεζάκιας και στην πρέζα τον είχε ρίξει μια πουτάνα από τα Βούρλα η «Σκουλαρικού», πέθαναν και οι δύο από την πολύ πρέζα, την πείνα στο Σανατόριο, ο Μάρκος του έγραψε τραγούδι:

 

Απ τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω

Ο κόσμος μ απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω.

Απ τις μυτιές που τράβαγα άρχισα το βελόνι

Και το κορμί μου άρχισε σιγά σιγά να λιώνει.

Τίποτε δεν μ απόμεινε στον κόσμο για να κάνω

αφού  η πρέζα μ έκανε στους δρόμους να πεθάνω.

 

            Απ ότι βλέπεις ο Βαμβακάρης κυρίως νταλαβεριζόταν με πατριώτες του ή με Μικρασιάτες, οι οποίοι ήταν φίλοι του και δάσκαλοί του.

            Αλλά και στην συνέχεια οι καλύτεροι φίλοι του ήταν ανατολίτες όπως ο Παπαιωάννου, ο Κώστας Καρίπης από την Κωνσταντινούπολη, ο Περιστέρης ο διευθυντής της Οντεόν, μουσικός που έπαιζε «δέκα όργανα» από την Κωνσταντινούπολη και έζησε στην Σμύρνη, ο άσσος πιανίστας Μιχαηλίδης  κα  ενώ σε εκτίμηση δεν είχε τον Θεσσαλό Τσιτσάνη και έγραφε «….. Εγνώρισα ……….. έναν αδελφό του Τσιτσάνη……….  Μου φαίνεται πως είναι καλύτερο σκαρί από τον Τσιτσάνη. Σκάλες πιο αψηλά απ τον Βασίλη σε χαρακτήρα» .

            Ο Βαμβακάρης έζησε σ όλη του την ζωή δίπλα στους Μικρασιάτες και ο Πειραιάς ήταν γεμάτος από μικρασιάτικες συνοικίες, ε! σ αυτές έζησε κυρίως αυτός και η οικογένειά του, στα Ταμπούρια και την Κοκκινιά (οδό Οφρυνίου 35 στ Άσπρα Χώματα). Και αυτούς τους ανθρώπους αγάπησε, αυτοί ήταν οι φίλοι του, οι συνεργάτες, του, οι γείτονές του, το ακροατήριό του, το περιβάλλον του, οι δρόμοι τόσο του Κερατσινίου όσο και της Νικαίας έχουν ακόμα το άρωμα της περπατησιάς του Μάρκου Βαμβακάρη.

Στο παρακάτω τετράστιχο, το οποίο έκοψε η λογοκρισία του Μεταξά, ακούμε:
 
Θέλω να γίνω ισχυρός ωσάν το Μουσολίνι
ωσάν τα Χίτλερ ζόρικος που ούτε ψιλή δε δίνει.
Σαν τον Κεμάλ που έκανε μεγάλη την Τουρκία
και κάνουν κόζι οι Έλληνες κι έχουνε απορία
Κι εσύ βρε Στάλιν αρχηγέ του κόσμου το καμάρι
Όλοι οι εργάτες σ’ αγαπούν γιατί είσαι παλικάρι.

           





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Μάρκος Βαμβακάρης έφυγε από τη ζωή στις 8 του Φλεβάρη του 1972, σε ηλικία 66 ετών, στο σπίτι του στην Κοκκινιά.
 

ΤΑ ΟΡΓΑΝΑ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ

 

Ερώτηση: Ποιά ήταν τα ονόματα αυτών που γνωρίζατε που κάνανε μπουζούκια κι από πού ήτανε ο καθένας?

Απάντηση: Πρώτα πρώτα εγνώρισα έναν πατριώτη μου Συριανό, που ‘χε κάνει 20 χρόνια φυλακή, ονομαζόμενος Κωσταντής Ντέλης. Έβγαλε τα καλύτερα μπουζούκια αυτός εδώ. Ήτανε άσσος στα μπουζούκια. Μέχρι τώρα τα μπουζούκια αυτουνού που υπάρχουνε τ’ αγοράζουνε, όπως ήτανε τα βιολιά του Στραντιβάριους. Αυτός έκανε και γόνατα, αλλά και από τα κολλητά. Ήτανε και άλλοι πολλοί που κάνανε όργανα, και κιθάρες και μπουζούκια. Είπαμε, από τη φυλακή εβγήκε ο Ντέλης και τον εγνώρισα εδώ στον Περαία κατά το 1930. Όταν εβγήκε ο Ντέλης από τη φυλακή, έπιασε εκεί στου Καραϊσκάκη, εκεί που ήτανε η αβέρτα πού ‘τονε οι παπατζήδες, οι πουτάνες, μην τα ρωτάτε, ένα μικρό μαγαζάκι, πολύ μικρό, κι άρχισε να κάνει όργανα. Επήρε ψυχογιό ένα παιδάκι μικρό, τον Ζοζέφ. Κι αρχίνησε να τον μάθει και να του πεί και το μυστικό της τέχνης. Και από τότε πέρασαν πέντε δέκα χρόνια, πέθαν’ αυτός και παράμεινε η τέχνη την οποία τώρα την κατέχει αυτός ο Ζοζέφ. Εκεί πάνε και παραγγέλνουνε οι καλύτεροι από τα μπουζούκια και τ’ακριβότερα μπουζούκια. Ωραία μπουζούκια. Πολύ μάστορας δηλαδή. Εγώ κρατώ μπουζούκι αυτουνού, και τα παιδιά μου αυτουνού μπουζούκι κρατούνε, του Ζοζέφ.

Εγώ είχα πολλά μπουζούκια του Ντέλη, είχα αλλά τα πούλησα. Τον καιρό που μάθαινα εγώ μπουζούκι ερχότανε εδώ αθρώποι. Θα μου μάθεις μπουζούκι; Θα σου μάθω. Πρέπει να αγοράσω μπουζούκι; Έχω εγώ μπουζούκι. Τα πούλαγα και έπαιρνα άλλα εγώ. Δεν τά ‘χω κρατήσει. Τώρα έχω πέντε έξι χρόνια και δεν παίρνω γιατί είχα κονομήσει ένα ξύλο μουριάς από τζαμί τούρκικο. Αυτό το είχα φέρει από την Άνδρο που πήγα και έπαιξα. Κι εκεί είδα μια γυναίκα και το ‘κοβε κάθε μέρα και το ‘παιρνε. Τι είναι αυτό; Να, λέει, ήτανε σ’ ένα τζαμί. Μεγάλο, πολύ μεγάλο, μακρύ δεκαπέντε δέκα μέτρα μπορώ να σου πώ ήτανε. Ήταν χρήσιμο ξύλο, χιλίων χρονών. Αυτά τα μπουζούκια από δω, τα κόκκινα, είναι πολύ παλιά τα ξύλα τους, μουριές μαύρες. Όσο πιο παλιά τα ξύλα, τόσο πιο καλά. Και με τα χίλια δυό λοιπόν της παίρνω ένα κομμάτι, και όταν ήλθα εδώ πέρα έκανα έξι μπουζούκια, έξι. Άλλα μου ‘κανε ο Ζοζέφ (Ζοζέφ Τερζιαβασιάν) , άλλα μού’ κανε ο Γρηγόρης ( Γρηγόρης Απαρτιάν που ήταν και αυτός πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία.). Ο Γρηγόρης κι αυτός Μικρασιάτης.

Είναι πολλοί αυτοί που κάνανε μπουζούκια. Είναι ένας άλλος Αρμένης. Ύστερα εγνώρισα έναν άλλονε εδώ στα Χιώτικα του Πειραιώς πού ‘χε και δυό παιδιά (Πρόκειται για τον Πανηγύρη Παναγή που  εκπατρίστηκε από την Μάκρη της Μικράς Ασίας, πριν να εγκατασταθεί μόνιμα στον Πειραιά), κι αυτά εμάθανε τη δουλιά του. Έχω ξεχάσει τα ονόματά τους. Αυτοί ήτανε από τα Δωδεκάνησα, αλλά από τη Μικρά Ασία. Μπουζούκια και κιθάρες κάναν αυτοί, καλοί μαστόροι. Αλλά τον Ντελή δεν τον πιάνανε. Και στην Αθήνα τρεις τέσσερις που κάνανε μπουζούκια.Οι ίδιοι μαστόροι κάνουνε και τους μπαγλαμάδες, αλλά περισσότερο οι κατάδικοι των φυλακών τα σκαλίζανε αυτά και κρατάνε πολλά χρόνια.

 

 

 


 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ρεμπέτες στον Πειραιά (1933). Αριστερά Μάρκος Βαμβακάρης με μπουζούκι, στη μέση ο Γιώργος Μπάτης με την κιθάρα. 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ επιμέλεια ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΒΕΛΛΙΟΥ ΚΑΙΛ
  2. ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 2008 του ΔΗΜΟΥ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ.

 

 

2 σχόλια:

  1. Καλημερα. Ωραιο αρθρο και χορταστικο. Η φωτογραφια στην αρχη απο τα προσφυγικα με την κοινη αυλη στην Ανασταση μηπως γνωριζουμε σε ποιον δρομο ειναι? Ως Μικρασιατης στην Καταγωγη θα ηθελα να τα επισκευτω

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Σε ευχαριστώ (και εγώ δεύτερη γενιά Μικρασιάτης-Ανατολικοθρακιώτης είμαι), που ακριβώς είναι δεν ξέρω, όμως στην πίσω μάντρα του νεκροταφείου (αυτή που είναι πάνω από την πλατεία Λαού αριστερά όπως την βλέπουμε υπάρχουν τέτοιες κατοικίες (σε μια απ αυτές μάλιστα μεγάλωσε και Μάρθα Καραγιάννη), σε ποιο ακριβώς συγκρότημα δεν ξέρω, όμως απ ότι θυμάμαι δεν είναι πολλά τα συγκροτήματα αυτά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή