Κυριακή, 31 Ιανουαρίου 2016

ΑΠΟΣΚΟΤΗΣΟΝ ΜΕ

 

Ο Διογένης γεννήθηκε στη Σινώπη περίπου το 412 π.Χ., (σύμφωνα με άλλες πηγές το 399 π.Χ.), και πέθανε το 323 π.Χ στην Κόρινθο, σύμφωνα με τον Διογένη το Λαέρτιο. Στην Αθήνα παρακολουθούσε μαθήματα κοντά στον ιδρυτή της κυνικής φιλοσοφίας Αντισθένη.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μια ζωγραφική απεικόνιση του Διογένη στο πιθάρι του παρέα με σκυλιά και κρατώντας φανάρι. (Έργο του Ζαν-Λεόν Ζερόμ Jean-Leon Gereme, 1860.)

 

Παροιμιώδης έμεινε η απλότητα, η λιτότητα, το ελεγκτικό και χλευαστικό πνεύμα του απέναντι στους άλλους. Η παράδοση λέει ότι είχε μόνιμη κατοικία του ένα πυθάρι και γυρνούσε στους δρόμους όλη μέρα με ένα φανάρι. Όταν τον ρωτούσαν τι το χρειάζεται το φανάρι την ημέρα, αυτός απαντούσε: «Αναζητώ τον άνθρωπο».

 

Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε πιο φθηνό φαγητό από τις φακές. Όποιος έτρωγε, σήμαινε ότι βρισκόταν σε κατάσταση απόλυτης ανέχειας. Ο  Διογένης  συνέδεσε την ιδιόρρυθμη προσωπικότητά του με την απόλυτη εγκράτεια αλλά και την απόλυτη περιφρόνηση στις καθιερωμένες αξίες τιμής και δόξας και στην προσήλωση σε ιδέες και δόγματα, που καθιστούν τον άνθρωπο δούλο. Ο Διογένης έτρωγε ένα πιάτο φακές, όταν πέρασε ένας απεσταλμένος του άρχοντα του είπε:

«Α, Διογένη! Αν μάθαινες να μην είσαι ανυπότακτος και αν κολάκευες λιγάκι τον άρχοντα, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να τρως συνέχεια φακές».

Ο Διογένης σταμάτησε να τρώει, κοίταξε στα μάτια τον πλούσιο συνομιλητή του και αποκρίθηκε:

«Α, φουκαρά αδερφέ μου! Αν μάθαινες να τρως λίγες φακές, δεν θα ήσουν αναγκασμένος να υπακούς και να κολακεύεις συνέχεια τον άρχοντα».   

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Διογένης ψάχνοντας άνθρωπο  μέσα στους ανθρώπους, έργο του J. H. Tischbein (1780).  



Ενδεικτικός είναι οι διάλογος με τον οποίο ειρωνεύτηκε  τον Πλάτωνα:

 

Πλάτωνος ὁρισαμένου, «Ἄνθρωπός ἐστι ζῷον δίπουν ἄπτερον», καὶ εὐδοκιμοῦντος, τίλας ἀλεκτρυόνα εἰσήνεγκεν αὐτὸν εἰς τὴν σχολὴν καί φησιν, «οὗτός ἐστιν ὁ Πλάτωνος ἄνθρωπος.»

Δηλαδή: Όταν Ο Πλάτωνας όρισε ότι «ο άνθρωπος είναι ζώο δίποδο, άπτερο», χαρούμενος έφερε έναν ξεπουπουλιασμένο πετεινό στη σχολή και είπε «αυτός είναι ο άνθρωπος κατά τον Πλάτωνα».

Αλλά και σε αλλά ευκαιρία ακούστηκε το πιο κάτω χαριτωμένο:

καί ποτε Πλάτωνα εν δείπνω πολυτελή κατανοήσας ελάας αψάμενον, ΄τι΄φησίν, «ο σοφός εις Σικελίαν πλεύσας των τραπεζών τούτων χάριν, νύν παρακειμένων, ουκ απολαύεις;» και ος «αλλά νη τους Θεούς» φησί «Διογένη, κακεί τα πολλά προς ελάας και τα τοιαύτα εγινόμην», ο δε «τι ουν έδει πλειν εις Συρακούσας ή τότε η Αττική ουκ έφερεν ελάας;».

Δηλαδή: Όταν κάποτε σ’ ένα πλούσιο δείπνο συνάντησε τον Πλάτωνα να τρώει ελιές, του είπε: «Πώς εσύ, που πήγες στη Σικελία γι’ αυτά τα πλούσια τραπέζια, τώρα που απλώνονται μπροστά σου δεν τ’ απολαμβάνεις;» κι εκείνος αποκρίθηκε: «Μα τους θεούς, Διογένη, κι εκεί τις περισσότερες φορές , έτρωγα μόνο ελιές ή κάτι παρόμοιο». Κι ο φιλόσοφος: «Ναι, ε; Κι έπρεπε να ταξιδέψεις ως τις Συρακούσες; Ή μήπως τότε η Αττική δεν έβγαζε ελιές;».


 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Απεικόνιση της σκηνής με τον Μ Αλέξανδρο.



Ο  Πλάτωνας δικαιολογημένα τον αποκαλούσε τον αποκαλούσε «τρελό Σωκράτη». Δεν ήταν μόνον, ένας φιλόσοφος, απ ότι φαίνεται πέρασε απ όλες τις βαθμίδες ανηθικότητας και ηθικής,  στα νιάτα του ήταν αλητάκος μιας και  στην Σινώπη εξορίστηκε γιατί παραχάραξε το τοπικό νόμισμα! Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι ακολούθησε στην εξορία τον πατέρα του Ικεσία, επόπτη του νομισματοκοπείου της Σινώπης, όταν αυτός κατηγορήθηκε σαν παραχαράκτης. Όπως και να έχει το πράγμα η οικογένεια κάτι πονηρό έκανε και το πιθανότερο είναι να συμμετείχε και ο φιλόσοφος.

Αλλά ήταν και δάσκαλος. Σ ένα ταξίδι του στην Αίγινα, συνελήφθη από πειρατές και τον έστειλαν στην Κρήτη για να πουληθεί δούλος.

Ο πλούσιος Ξενιάδης, τον αγόρασε, και τον έφερε στην Κόρινθο. Εκεί, του ανάθεσε το νοικοκυριό του και τον επιφόρτωσε με την ανατροφή των δύο γιων του. Ο Εύβουλος στην «πώληση του Διογένη» αναφέρει για τη διαπαιδαγώγησή τους, ότι επέτρεπε να ασκούνται στην ιππασία, την τοξοβολία, τη σφεντόνα, τον ακοντισμό και στην παλαίστρα τόσο, όσο χρειαζόταν για να είναι υγιείς. Τους μάθαινε να αυτοεξυπηρετούνται, να τρώνε λιτά, να πίνουν νερό, να μην είναι καλλωπισμένοι, να μη χαζεύουν στο δρόμο. Συχνά τους πήγαινε για κυνήγι. Δηλαδή δεν ήταν ένας μαλθακός τύπος αλλά γνώριζε καλά τις πολεμικές τέχνες τις οποίες και δίδασκε. Τα παιδιά αυτά τον υπεραγαπούσαν και τον φρόντιζαν.

 

 



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι χαριτωμένες επεμβάσεις του φιλοσόφου Διογένη αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης για τους ζωγράφους. Jacob Jordaens (1593-1687): "Ο Διογένης ψάχνει τον τίμιο άνθρωπο"


Ο Αλέξανδρος όταν βρέθηκε στην Κόρινθο πήγε στο Διογένη και εκεί έγινε ο πιο κάτω διάλογος:

«Είμαι ο Βασιλεύς Αλέξανδρος».

«Και 'γώ είμαι ο Διογένης ο Κύων».

«Δεν με φοβάσαι;».

«Και τι είσαι; Καλό ή κακό;».

«Τι χάρη θες να σου κάνω;».

«Αποσκότησόν με» είναι λογοπαίγνιο δηλαδή από το σκότος, τη λήθη, και δείξε μου την αλήθεια. Αλλά  μπορεί και να εννοηθεί έως: “Σταμάτα να μου κρύβεις τον ήλιο.).

«Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης».

 

ἐν τῷ Κρανείῳ ἡλιουμένῳ αὐτῷ Ἀλέξανδρος ἐπιστάς φησιν, «αἴτησόν με ὃ θέλεις.» καὶ ὅς, «ἀποσκότησόν μου,» φησί.

Ο Διογένης έδωσε στο νεαρό φιλόδοξο, Αλέξανδρο, να καταλάβει, ποιες αρετές πρέπει να έχει ως άνθρωπος, αλλά κυρίως ως βασιλιάς, πραγματικός άρχων. Χαρακτηριστικά του λέει (και του αποκαλύπτει την ύπαρξη της Αμερικής):

«Εάν κατακτήσεις όλη την Ευρώπη, όλη την Αφρική και την Ασία ακόμα, και δεν χαλιναγωγήσεις τα πάθη σου, δεν θα είσαι άξιος να κυβερνήσεις λαούς. Ακόμα και εάν περάσεις τις Στήλες του Ηρακλέους και διανύσεις όλο τον ωκεανό και κατακτήσεις αυτή την ήπειρο που είναι μεγαλυτέρα της Ασίας και δεν υποτάξεις το χειρότερο εχθρό σου, τον εαυτό σου, πάλι δεν θα μπορείς να ωφελήσεις το λαό και να είσαι καλός κυβερνήτης» .

 

 


 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Λαϊς - η ομορφότερη και ακριβότερη εταίρα -  είχε ενοχληθεί από την αδιαφορία του κυνικού φιλόσοφου Διογένη. Η
εταίρα αποφάσισε να των τιμωρήσει, του πρόσφερε να περάσει μία νύχτα μαζί της, χωρίς χρέωση. Ο Διογένης συμφώνησε και πήγε να τη βρει σε ένα σκοτεινό δωμάτιο.
Η Λαΐς, όμως, στην θέση της είχε βάλει μία κακάσχημη και ηλικιωμένη υπηρέτριά της. Ο Διογένης δεν κατάλαβε τίποτα και πέρασε τη νύχτα με την άγνωστη γυναίκα.
Την επόμενη μέρα, η Λαΐς τον ενημέρωσε για το περιστατικό και θέλησε να τον γελοιοποιήσει  σε όλη την Κόρινθο. Η απάντηση του Διογένη, εξέπληξε τους πάντες: «Λύχνου σβεσθέντος, πάσα γυνή Λαϊς», δηλαδή «Στο σκοτάδι, όλες οι γυναίκες σαν τη Λαΐδα είναι».
Η εταίρα εντυπωσιάστηκε απ’ το πνεύμα του φιλοσόφου και του προσέφερε μία πραγματική νύχτα μαζί της, χωρίς να ζητήσει χρήματα.
Πίνακας του John William Waterhouse (1882).
 

Ο Διδύμων, οφθαλμίατρος της εποχής εξετάζει το μάτι μιας κοπέλας. Ο Διογένης τον βλέπει. Ξέρει ο Διογένης ότι ο Διδύμων είναι γυναικάς. Και του λέγει:

«Πρόσεξε Διδύμωνα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, φθείρεις την κόρην».

 

Ρώτησαν  τον Διογένη ποιά στάση να κρατά απέναντι στην εξουσία απάντησε:

 

« όποια και απέναντι στην φωτιά: να μην στέκεσται ούτε πολύ κοντά , για να μην καείς, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσεις».

 

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Έεγο του Νicolas Poussin (1647, Παρίσι, Μουσείο Λούβρου).



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Διογένης Λαέρτιος, Βίοι Φιλοσόφων

Στοβαίος, Ανθολόγιον

Πλούταρχος, Αλέξανδρος, Περί ηθικής αρετής, Περί φυγής

Δίωνας Ο Χρυσόστομος, στο έργο του «Περί βασιλείας» (ΛΟΓΟΙ Α,Β,Γ,Δ).

«Διογένης ο κυνικός», εκδ. Εξάντας- Αρχαίοι συγγραφείς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου