Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

O ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ Κ ΓΑΡΕΦΗ




Ο Κωνσταντίνος Γαρέφης γεννήθηκε στις Μηλιές του Πηλίου το 1874.

Το 1905 ακολούθησε τον Κωνσταντίνο Μαζαράκη-Αινιάν και με κέντρο δράσης το Βέρμιο αγωνίστηκε ως υπαρχηγός του σώματος Μακεδονικού αγώνα. Όταν η δράση του Κωνσταντίνου Μαζαράκη έγινε γνωστή και το αντάρτικο σώμα του έπρεπε να διαλυθεί ο καπετάν Γαρέφης τον αντικατέστησε οργανώνοντας δικό του αντάρτικο σώμα στα τέλη του 1905 και επεκτείνοντας την ακτίνα δράσης αποκατέστησε την ασφάλεια στην περιοχή.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΕΦΗΣ (Μακεδονομάχος) Ι870 - 1906 



Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΑΡΕΦΗ




«Χρυσώνει ο ήλιος της αυγής το πράσινο λημέρι

μοιρολογάει στα κλαδιά το πρωινό τ’ αγέρι…»


Οι Σαρακατσάνοι Σουλτογιάννη  είναι χωρίς αυτιά τους τα είχαν κόψει σύρριζα το 1896 για να τους πάρουν όσο χρυσό είχαν οι Βούλγαροι, σε κάποια ιδιωτική συνομιλία ο τσέλιγκας είπε στον Γαρέφη ότι κρύβει τους κομιτατζήδες όπως και αυτόν, αλλά φοβάται  να προδώσει  τους Βούλγαρους διότι μετά θα τον καταστρέψουν.

Ο Γαρέφης κάθισε με τους Σουλτογιάννηδες και κατέστρωσαν ένα σχέδιο που δεν θα διέτρεχε κίνδυνο το τσελιγκάτο τους, αποφάσισαν λοιπόν να αδειάσει το καλύβι του ο τσέλιγκας από κάθε σκεύος να ψήσει μια στέρφα και να καλέσει τους κομιτατζήδες να φάνε επί τη ευκαιρία που επεσύρθηκαν τα αποσπάσματα από την περιοχή.

Έτσι και έγινε, τα τρία ενωμένα κομιτατζίδικα σώματα του Καρατάσου (Καρατάσωφ) από το Όστροβο (καταγόταν από την Αρναία), του Λούκα (Ιβάνωφ Ποπώφ Λούκωφ ταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού) και του Τσότσου από το Μπάχοβο με το σύνολο των ανδρών τους και την διοίκηση (γραμματικούς, τον ταμία Τζόλη, τον γερό Ρίτσοέσκο και τον γιο του Τσότσο) παρήγγειλαν στον Σαρακατσάνο από τις 30 καλύβες που είχε στο χωριό Γραδένιστα, να αδειάσει 3 για να τους φιλοξενήσει.

Στην μια καλύβα πήγαν οι άνδρες της τσέτας, που από την αρχή άρχισαν το τραγούδι που εξυμνούσε τα κατορθώματα του Καρατάσου, στην άλλη έμειναν οι αρχηγοί Καρατάσος και Λούκας με τους γραμματικούς τους και στην Τρίτη έμειναν οι λιγοστοί άνδρες του Τσότσου.

Η  οικογένεια του σαρακατσάνη διακριτικά λούφαξαν σε ένα ρουμάνι.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :Μακεδονομάχοι του καπετάν Κ Γαρέφη.



Το μακελειό έγινε αργά την νύχτα, οι Έλληνες είχαν πιάσει όλα τα πόστα, χωρισμένοι σε τρία σώματα από 26 άνδρες το κάθε σώμα  και  ο Γαρέφης  πλησίασε στο μέρος που ήταν οι κομιτατζήδες, αλλά τον αντιλήφτηκε ο σκοπός που φώναξε έντρομος «Λε λε μάικο, λε λε τάτκο» (μανούλα μου,  πατερούλη μου), ο Γαρέφης σκοτώνει τον φρουρό και χυμάει στην καλύβα των αρχηγών, αδειάζει δύο σφαίρες στο κεφάλι του αποσβολωμένου Καρατάσου και πυροβολεί τον Λούκα που ( που από χρόνια λυμαινόταν τα βοδενά και τα χωριά Νιάουσταν, ο κομιτατζής εκ του τραύματος πέθανε αργότερα) εν τω μεταξύ ψάχνει να βρει το πιστόλι του, αδειάζει τις υπόλοιπες σφαίρες του στους περίτρομους γραμματικούς και στον γερό Τσότσο (που πληγώνεται στο πόδι) και την ώρα που κυνηγά τον πανικόβλητο Τζόλη δέχεται μια σφαίρα στην κοιλιά και πέφτει στην είσοδο της καλύβας.

Στο μεταξύ το τουφεκίδι έχει ανάψει, όταν τελείωσε η συμπλοκή  τότε εντελήφτηκαν ότι ο καπετάνιος είχε χτυπηθεί βαριά, όλο αυτό το διάστημα τους φώναζε πεσμένος «Χτυπάτε παλληκάρια μου, χτυπάτε λεβέντες». Το πιθανότερο είναι ο Γαρέφης να τραυματίστηκε από φίλια πυρά μέσα στην νύχτα.

Ας δούμε πως τηλεγραφούν τον θάνατο του Γαρέφη το «κέντρο»:

Μοναστήρι 12/25 Αυγούστου 1906

Αριθ Πρωτ 3217

Τηλεγράφημα

Απόρρητον Κωστής Γαρέφης εν επιθέσει αυτού κατά τριών βουλγαρικών συμμοριών, γενομένη παρελθούσαν Κυριακήν πληγωθείς, αφού εφόνευσεν ιδιοχείρως δύο επικινδυνωδεστάτους βοεβόδας, απέθανεν προχθές.

Εχάσαμεν ίσως τον κάλλιστον των μέχρι τούδε νέων αρχηγών….

Οι απόψεις για τις απώλειες των κομιτατζήδων ποικίλουν (από 6 μέχρι 17 νεκρούς) ενώ από ελληνικής πλευράς τραυματίστηκαν 7 άτομα. Στο μεταξύ όσοι Βούλγαροι σώθηκαν, τράπηκαν σε άτακτη φυγή κι η περιβόητη βουλγάρικη τσέτα, μένοντας ακέφαλη, διαλύθηκε λίγες μέρες αργότερα.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η οικογένεια του Σαρακατσάνου Γ.Γιαννακούλα μπροστά στην καλύβα της όπου περιέθαλψε τον Γαρέφη. Σε αυτή την καλύβα ο Μακεδονομάχος μας, άφησε την τελυταία του πνοή...

Κατά τα χαράματα το Σώμα του οπλαρχηγού τράβηξε για τα ψηλώματα, πριν φτάσει στον τόπο της μάχης το τούρκικος στρατός. Ο Γαρέφης, βαριά τραυματισμένος και με φοβερούς πόνους πάνω σε  ένα πρόχειρο φορείο με κλαδιά, πάνω στο οποίο και τον μετέφεραν οι ψυχογιοί του Νάσιος και Γρηγόρης και οι Αριστ. Μπασδέκης και Χρ. Μπιρτζίνος. Έτσι ο πληγωμένος καπετάνιος μεταφέρθηκε στην περιοχή της Πουλτσίστας, όπου βρισκόταν το τσελιγγάτο του Γ. Γιαννακούλα, κι εκεί, στις στερνές επιθανάτιες ώρες του, φιλοξενήθηκε γι’ ασφάλεια και με μεγάλη μυστικότητα, στο φτωχοκάλυβο του Παναγιώτη Παλάσκα.

 Ειδοποίησαν οι μακεδονομάχοι  να ‘ρθει γιατρός εμπιστοσύνης απ’ τα Βιτώλια (Μοναστήρι), η πληγή όμως του Γαρέφη ήταν τέτοια που δεν περίμενε γιατρό. Ο Γαρέφης  έζησε δυο ολόκληρα μερόνυχτα και στις στερνές του στιγμές η φαμίλια του Παλάσκα κι οι Γιαννακουλαίοι των συμπαραστάθηκαν με συγκινητική αφοσίωση κι απαράμιλλη ανθρωπιά.

Ο θάνατός του έγινε γνωστός στην πατρίδα του μόνο κατά τις 19 Αυγούστου 1906 προκαλώντας βαριά θλίψη. Ο Γαρέφης τιμήθηκε μετά θάνατον με αρκετούς αδριάντες τόσο στις Μηλιές όσο και στη Μακεδονία, αρκετοί δρόμοι φέρουν το όνομα του ενώ το χωριό Τσαρνέσοβο μετονομάστηκε σε Γαρέφι.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Προτομή του στο χωριό Τσαρνέσοβο μετονομάστηκε σε Γαρέφι.



Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΝ. ΓΑΡΕΦΗΣ

Βαριά στενάζουν τα βουνά κι ο ήλιος σκοτεινιάζει,

το δόλιο το Μορίχοβο και πάλι ανταριάζει.

Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά, πέφτουν ντουφέκια αράδα,

Κώστας Γαρέφης πολεμάει, μ εξήντα παλικάρια.

« Έβγα βρε Λούκωφ άτιμε, Βουλγαρο-Καρατάσωφ,

μερόνυχτα περπάτησα, εδώθε για να φτάσω.

Μέσα στον ήλιο, στη βροχή, στο κρύο και στην πάχνη,

τρέχω βρε Λούκωφ άπιστε, να μετρηθούμε αντάμα.

Δεν έχεις γέρους άρρωστους, σήμερα δω να σφάξεις,

ούτε κορίτσια ντροπαλά, μήτε εκκλησιές να κάψεις,

παπάδες για να τυραννάς, αγνά αθώα βρέφη,

μον έχεις τώρα σου μπροστά, τον Κώστα το Γαρέφη.

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΝ. ΓΑΡΕΦΗΣ

Τι να σας πω μωρέ παιδιά, τι να σας μολογήσω,

αυτός ο Τάκης Κεχαγιάς κι αυτός ο Γιώργος Μπρέλης,

πυκνά στέλνουν τα γράμματα, μέσα στο Προξενείο.

Ο Λούκωφ στο Μορίχοβο μαζί κι ο Καρατάσωφ,

πολλά κορίτσια πρόσβαλαν, νύφες και παντρεμένες,

πρόσβαλαν και μια παπαδιά, πο μεσ την Καρατζιόβα.

Κώστας Γαρέφης σαν τ άκουσε, πολύ του κακοφάνκε

και τα παιδιά του φώναξε και στα παιδιά του λέει:

« Πάρτε και ζώστε τ άρματα κι αρπάξτε τα ντουφέκια ».

Στο Βάλτο εξημέρωσε, στην Τσέγανη βραδιάζει

και παίρνει αράδα τα μπατζιά κι όλα τα βλαχομπάτζια

και φτάνει στο Τσερνέσοβο, στα βλάχικα καλύβια.

« Που σαι βρε Λούκωφ άπιστε, Βούλγαρε Καρατάσωφ,

τόσον καιρό σας κυνηγώ για να σας ανταμώσω,

να βάψω το μαχαίρι μου, στων τύραννων το γαίμα,

που τυραννούν τ αδέρφια μας και σφάζουν τα παιδιά μας.

 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η ιδιαιτέρα του πατρίδα η Μαγνησία (Πήλιο) τον τίμησε με πολλούς τρόπους.



Τώρα ας δούμε ποια ήταν η συνέχεια για τους Σαρακατσαναίους αντιγράφω μερικά αποσπάσματα από την διήγηση μιας Σαρακατσάνας.

«…στου πεθερού μου το καλύβι σκοτώθηκε, νιόπαντρος ήταν ο πεθερός μου….»

Και αφού συνεχίζει την αφήγηση της μάχης όπως παραπάνω .


«…Η πεθερά μ’ λέει, τα στρώματα που είχα στρωμένα νύφη, ήταν όλο αίμα, τα πέταξα όλα, δεν έμεινε τίποτα, δεν είχα βελέντζα να σκεπάσω τα παιδιά μ’…».


«…Το πρωί ήρθαν οι Τούρκοι, πήραν τον αδελφό του πεθερού μου και τον έκλεισαν φυλακή. Όμως τον αξιωματικό που έκανε ανακρίσεις τον έδωσαν διακόσιες λίρες οι δικοί μας και άλλαξε τις καταθέσεις και τον έβγαλαν ύστερα. Και τον έδωσαν αυτόν το θείο λίγα στρέμματα χωράφια στην Αγχίαλο, ως μακεδονομάχο…».



Και καταλήγει:


«…Και σε λίγες μέρες οι Βούλγαροι πιάνουν του πεθερού μου τον θείο, τον μπάρμπα Νάσιο και τον βγάζουν την ψυχή με τη λόγχη. Και είχε επτά κορίτσια αυτός, αγόρι δεν είχε. Έψαξαν να τον βρούν και πάει και τον βρίσκει ένα σκυλί κι έκατσε και ουρλιόνταν. Τον βρήκαν μετά από δέκα πέντε μέρες. Οι δικοί μας από κει έφυγαν και πήγαν στης Αλβανίας τα βουνά. Οι Καραφυλλαίοι παλιά λέγονταν Γιαννακαίοι αλλά αναγκάστηκαν και άλλαξαν το όνομα. Έφυγαν από δω γιατί τους ζητούσαν οι Βούλγαροι.»






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σαρακατσάνικη κατοικία.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ του Ι Καραβίτη
Κορομηλά Λάμπρου ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1906
Κοντογούρη Φίλιππου ΦΑΚΕΛΛΟΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΟΥ 1906
Μακεδονικός αγών, Δημητρίου Γκαβανά, Θεσσαλονίκη 1971
Κώστας Γαρέφης, ο σταυραετός του Πηλίου, του Κώστα Λιάπη, εκδόσεις Πύλη (Αθήνα 1979)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου