Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ


 
 


 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο μακαριστός Γέρων Γαβριήλ Διονυσιάτης, κατά κόσμον Γεώργιος Καζάσης, γεννήθηκε στη Μεσενικόλα Καρδίτσας το 1886 εκοιμήθη  στις 6 Νοεμβρίου 1983.
 

            Παραθέτω αυτούσια την διήγηση του π Γαβριήλ του Διονυσιάτη (1886 με 1983), ο οποίος ήταν για πολλά χρόνια ηγούμενος της Ι Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους:

 

            « Απομονωμένοι στο ερημικό μοναστήρι της Εικοσιφοινισσας σταυψηλά του Παγγαίου, δεν ξεύραμε  σχεδόν τι γίνεται κάτω στον «Κόσμο», και μόνον τα κανόνια ακούγαμε προς το μέρος του Στρυμώνα και παρφγορούμεθα , ότι δεν μπόρεσαν να περάσουν πέραν προς την Θεσσαλονίκη οι Γερμανοβούλγαροι.

            «Με χαρά δε βλέπαμε να ροδίζουν στους κάμπους των Σερρών και της Δράμας τα ολίγα σπαρτά και ελπίζαμε να λιγοστεύση η φοβερή πείνα , που μάστιζε από έτους σχεδόν την Ανατολική Μακεδονία μας.

            «Ήτο 23 Ιουνίου 1917 και ετοιμαζόμεθα οι 26 Μοναχοί της Μονής και 3 ημείς οι πρόσφυγες Αγιορείται να κοινωνήσωμεν την επομένην, εορτήν του Αγ Ιωάννου, ότε προς το βράδυ έφτασεν στο Μοναστήρι περί τους 15 οπλοφόροι κομιτατζίδες Βούλγαροι και αμέσως απεμόνωσαν τους Πατέρας της Μονής, αρχίσαντες έρευναν στα δωμάτια των δήθεν για όπλα, αλλά δια πραγματικόν ξεγύμνωμα.


 



            Την επομένην πρωί έγινε η Λειτουργία, και δια το άδηλον του μέλλοντός μας συγχωρεθήκαμε όλοι, και νηστεύσαντες και μη νηστεύσαντες μετάβαμεν των αχράντων μυστηρίων, έτοιμοι πλέον δια το ταξείδι μας  προς την Δράμαν ,  όπως μας έλεγαν οι Βούλγαροι, αλλ ίσως και προς αιώνιον τοιούτον, δια το οποίον εξέδιδον καθ ημέραν εισητήρια οι …γενναίοι κατακτηταί.

            «Τα άγια λείψανα και ιερά κειμήλια της Μονής ήσαν κρυμμένα από τετραμήνου, αφότου Βούλγαροι αξιωματικοί μεταμιεσμένοι είχαν συλήσει την βιβλιοθήκην σπανίων χειρογράφων και το Ταμείον της Μονής. Και  δια να καλυφθούν και αποδώσουν τούτο εις ληστείαν αγνώστων, είχον καύσει εις το κέντρον της αυλής μερικές εκατοντάδες νεωτέρων εντύπων, είχον ξυλοκοπήσει μέχρις αναισθησίας τον Ηγούμενον Νεόφυτον και απειλήσαν διά θανάτου τον τυχόν καταδότην της αρπαγής.

            «Δυστυχώς τα παθήματα δεν έγιναν μαθήματα, και οι εν Αρχή εξέβαλαν από τας κρύπτας τα άγια κειμήλια, ίνα τα απασθώμεν αυτά δια υστάτην ίσως φοράν, τα δε λάβωμεν μαζί μας, ίνα τα διασώσωμεν καλύτερον. Άκαιρος ευλάβεια δια τα μεν, ανόητος σκέψις δια τα δε. Οι κομιτατζήδες έβλεπον απαθώς τάχα, έως ότου τα ασπασθώμεν και γίνη και η διαλογή των προτιμητέων δια συναποκόμισιν. Όταν δε ετελείωσε τούτο, ειρηνικώς είπον εις τον παριστάμενον Ηγούμενον και τους συμβούλους του:  «αφήστε τα τώρα, θέλουμε να τα ασπασθώμεν και ημείς σαν Χριστιανοί που είμαστε. Και τα ιερά και οι σταυροί θα μείνουν εδώ, θα τα  βρείτε πάλιν, όταν μετά 5 με 6 ημέρας γυρίσετε».

            «Και μας έδειξαν την Πόρτα της Μονής να εξέλθωμεν, όπου έφεραν εις τον καθένα από 1 με 2 κουβέρτες δια το ταξείδι και τίποτε άλλο, προς εμπαιγμόν δε χτυπήσαν και τις καμπάνες, όταν αγεληδόν μας ξεκίνησαν πεζούς προς τον δρόμον της Δράμας.
 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βούλγαροι αξιωματικοί του Ναυτικού και του Στρατού μετά από επιθεώρηση στο λιμένα του Δεδέγατς περί το 1915.



            «Δύο μέρες πεζοπορία χωρίς ψωμί, και δη με γέροντες 80 ετών, και φορτωμένοι και τα ολίγα έπιπλα μας κατά το τέλος Ιουνίου εις το καύμα και την σκόνη του βάλτου. Και οι ….ευγενείς συνοδοί μας, έφιπποι αυτοί σε ζώα της Μονής, να φωνάζουν διαρκώς «Ναπρέτ σκόρο» (εμπρός γρήγορα). Παρ όλα όμως αυτά είμεθα ευχαριστημένοι , διότι παρά πάσαν ελπίδα φτάσαμε ζωντανοί εις την Δράμα.

            « Εκεί προς το βράδυ στην αυλή του Γυμνασίου βρήκαμε άλλους διακόσιους περίπου Κληρικούς και Μοναχούς. Τους μεν από κάθε μέρος της καταληφθείσης Μακεδονίας,  τους ιερείς, τους δε από την άλλην περίφημον Μονήν, του Αγ Προδρόμου  των Σερρών και την επομένην κατά φάλαγγα ωδηγήθημεν εις τον σταθμόν, απ όπου εις ανοικτά βαγόνια, αυτά που φορτώνουν πετροκάρβουνα, ξεκινήσαμε για το θλιβερό ταξείδι της ομηρείας, μακράν της Πατρίδος, προς την άξενον γη της Βουλγαρίας. Ξεκινήσαμε με την ψυχήν βαρειά για την εγκατάλειψι της φιλτάτης γης, αλλά και με ατσαλωμένη την απόφασιν να μη υποκύψωμεν κανένας εις τις Βουλγαρικές κολακείες και απειλές, αλλά να ζήσωμεν και να πεθάνωμεν σαν Έλληνες.

            «Εις ένα βαγόνι μισοφορτωμένο κάρβουνο, ήμεθα και οι τριακόντα  Μοναχοί  της Εικοσιφοίνισσας. Ομοίως και εις άλλο οι Προδρομίται ανοικτά και τα δύο, ίνα απολαμβάνωμεν καλύτερα τον Ιουλιανόν ήλιον, επειδή μας είχαν προσάψει τον τιμητικόν τίτλον του σφαγέως του Βουλγαρισμού της Μακεδονίας.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το λιμάνι της Καβάλας το 1917.


            «Περί το μεσημέρι της πομένης φτάσαμε με το χαμάλικο τραίνο στο Βουλγαροκροκρατούμενο τότε Σουφλί, εις το οποίον εφημέρευε παρά τον αμιγή Ελληνικόνπληθυσμόν του εξωμότης Έλλην εκ των χωρίων της Δράμας, ούτινος αδελφός ήτο Ιερομόναχος εις την Εικοσιφοίμισσαν. Είχε πληροφορηθεί  τα της μετοικεσίας μας και ήρθεν εις τον σταθμόν να παραλάβη τον αδελφόν του και τον απαλλάξη ούτω της ομηρείας. Και άμα τη σταθμεύσει του τραίνου, ήρχισεν αναζητών αυτόν και φωνάζων εις έκαστον βαγόνι βουλγαριστί «Ποπ Πολυκάρπ οτ γκόθνα Μπρόντα τούκα λη:» (Παπά Πολύκαρπος από την Άνω Βροντού εδώ είναι;).

            «Φαίνεται ότικάποιος γνώστης της βουλγαρικής του ένευσε, ότι μεταξύ ημών ήτο ο αναζητούμενος και ανήλθεν εις το βαγόνι λέγων βουλγαριστί το πρώτον και είτα απτάιστως Ελληνιστό «Είμαι αδελφός του Παπά Πολύκαρπου από την Εικοσιφοίνισσα, που είναι;» Ο γέρων πνευματικός επί τω ακούσματι, έκυψε περισσότερον την κεφαλήν του και ούτε φωνήν, ούτε καν βλέμμα έστρεψε προς τον αναζητούντα. Εκείνος ιδών ότι όλοι προσβλέπομεν προς τον Γέροντα και εννοήσας ότι αυτός ήτο ο αδελφός του επλησίασε και ωθών αυτόν ελαφρώς είπε: «μπράτη».(αδελφέ) «ασάμ Ποπ γκιώργκη» (Εγώ είμαι ο Παπά Γεώργιος)!!  «Φύγε» του λέει αμέσως ο γέρων «εγώ είμαι Έλλην, Βούλγαρο αδελφό δεν έχω, ούτε και τον γνωρίζω». Όλοι μείναμε άναυδοι με την θαυμαστήν απόκρισιν,  ο δε Βούλγαρος αδελφός του χωρίς λέξιν ν αναφέρη κατέβηκε και έφυγεν αμέσως, τις οίδε, ποίαις τύψεσι βασανιζόμενος δια την αρνηπατρισίαν του.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η εισβολή της 2ης Βουλγαρικής Στρατιάς στην Αν. Μακεδονία 17-23 Αυγούστου 1916.

 
Τα τοιάυτα όμως έμμονα και ευθαρσή αισθήματά είχον και τας συνεπείας των. Εκοινολογήθησαν και προεπορεύοντο ημών, και ότε εισήλθομεν εις την Ανατολικήν Ρωμυλίαν, την άλλοτε Ελληνικήν εις γλώσσαν και αισθήματα, οι νέοι γενίτσαροι  του Βουλγαρισμού μας ελιθοβόλουν με πρέτρες με χώματα, με κοπριές βοδιών, ωρυόμενοι  «προκλέτο Γκρέτσι» (άτιμοι Έλληνες), άνδρες και γυναίκες με Ελληνικήν κατανομήν, κάτοικοι πόλεων και χωριών με Ελληνικήν εισέτι ονομασίαν και με στολάς Θρακικάς. Αλλά τι δεν κάμει η φωτιά και το τσεκούρι! Ακόμα κάπνιζε η Ηρωική Αγχίαλο, το Βασιλικό, Σωζοαγαθούπολις και τόσα άλλα ολοκαυτώματα της εμμονής εις τα Πάτρια!
 
Και όταν κάποιος εξ ημών τους είπε Ελληνιστί εις την Γιάμπολη (Ιωαννούπολιν) «Τι σας κάναμε και μας κτυπάτε;» «Είσθε Έλληνες και πρέπει να πεθάνετε» απήντησαν  Ελληνικά και αυτοί. Όταν δε μετά 17 ημέρας φτάσαμε εις τον τόπον της Εξορίας εις το Σεβλιέβον, μεταξύ Πλεύνας και Τυρνόβου εις την Β Βουλγαρίαν, ολίγον προ μεσημβρίας την ημέραν της Αγίας Μαρίνης, ήλθεν ο Φρούραρχος της πόλεως να επιθεωρήσει τους αιχμαλώτους του, και αφού μας παρέταξε, ήρχισε να ερωτά τον καθ ένα πως λέγεται και από πού είναι, άλλους Βουλγαριστί, άλλους Τουριστί και όσους δεν εννοούσαν, Ελληνιστί, διότι κατήγετο εξ άνω Τζουμαγιάς και είχε φοιτήσει εις το Ελληνικόν Γυμνάσιοντων Σερρών. Μεταξύ των άλλων ηρώτησε και τον Εφημέριον  του χωριού Αναστασία της Ζίχνης: «κακ τι ίμετο;» (πως ονομάζεσαι;) Ο ιερεύς γνωρίζων το Βουλγαρομακεδονικόν ιδίωμα του απεκρίθη «Ποπ Χρήστο». Ο δε κολακευτικώς επανέλαβε «μπράβο μπόλγαρσκο ίμε» (εύγε βουλγαρικόν όνομα). Ο Ιερεύς εθίγη στην εθνικήν φιλοτιμίαν του και ευθαρσώς του απήντησεν εις το αυτό ιδίωμα «Μήπως ο Χριστός ήτο Βούλγαρος και είναι το όνομά μου Βουλγαρικόν;» Αυτό ήτο η θρυαλίς να ανάψη το ηφαίστειον, το κόκκινο πανί να εξαγριώσει τον ταύρον! Άρχισε τότε με τον βαναυσότερον τρόπον να υβρίζη παν το Ελληνικόν, να μουτζώνει προς όλους, να απειλή χτυπώντας τις μπότες του. Και αμέσως διατάζει τον επικεφαλής μας Επιλοχίαν να μας βαστάξη επί δύο ώρας γυρισμένους προς τον ήλιον, ήτοι από τας 12  έως τας 2 το μεσημέρι νηστικκούς και πεινασμένους, και να μη επιτρέψη εις κανέναν να καθήση κάτων. Το ένα τρίτο, γέροντες, ασθενικοί, εξηντλημένοι από τις κακουχίες και την πείνα ελιποθήμησαν, και θα απέθνησκον, αν ο Επιλοχίας, Έλλην εκ Διδυμοτείχου , δεν συγκατέβαινε να τους τραβά στον ίσκιο των ακακιών, που ήσαν τρία μέτρα όπισθεν. Αυτά ήσαν η απαρχή διετούς και πλέον μαρτυρικής ομηρείας»



 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το Κίτσεβο Kičevo θεωρείται το
«μέγα νεκροταφείο του Ελληνισμού της Ανατολ. Μακεδονίας»  όπου χάθηκαν 12.000 Μακεδόνες από  τους Βουλγάρους και τους Γενιτσάρους τους.



            Στην συνέχεια ο π Γαβριήλ διηγείται πως τον προσέλαβε ένα Βούλγαρος Δήμαρχος να περιποιείται το αμπέλι του που ήταν καθηγητής της Ελληνικής φιλολογίας και απήγγειλε Όμηρο, Πίνδαρο, Σοφοκλή στην Ελληνική  με στόμφο εγκαυχώμενος για την ελληνομάθειά του. «Γιατί» του έλεγε «δεν τους μεταφράζεται στην Βουλγαρική γλώσσα;» και ο καθηγητής του απαντούσε «ότι η ελληνική γλώσσα είναι σαν μια ωραία μουσική και είναι αναντικατάστατη» και ο π Γαβριήλ κατέληγε «Εμείς εξοστρακίσαμεν την θείαν γλώσσαν μας. Δύσμοιρε ελληνικέ λαέ, σε ξεγύμνωσαν από τους προγονικούς θησαυρούς και αντί για ελληνικά σανδάλια, θέλουν να σου φορέσουν γουρουνοτσάρουχα».

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου