Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Ο ΤΕΚΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΥ




ΟΙ ΓΝΩΣΤΟΤΕΡΟΙ ΤΕΚΕΔΕΣ

 

 

            Οι τεκέδες στην Αττική ήταν πολλοί, οι περισσότεροι ήταν μέσα σε παράγκες στις φτωχογειτονιές Κοκκινιά, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Πειραιά, Πέραμα κλπ. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς:

 

 



 

- Του Ζουάνου του  Καλοκαιρινού.

 

Μες του Ζουάνου την αυλή

Σκοτώσαν ένα χασικλή.

 

- Tου Περδικάκη ή Μπισμπίρα (Στις εφημερίδες της εποχής, βρίσκουμε αρκετές πληροφορίες για τον «περίφημο τεκέ». Σε άρθρο της εφημερίδας ΣΚΡΙΠ της 6/9/1902 με τίτλο «Ο χθεσινός φόνος εντός χασισοποτείου», διαβάζουμε:

«Εις το τέλος της οδού Ψαρομηλίγκου, παρά την Αγία Τριάδα, εις ένα στενόν που προκαλεί τρόμον, λειτουργεί από πολλού το χασισοποτείον του Περδικάκη ή Μπισμπίρα ή άλλως εις την γλώσσαν των χασισοποτών «Τεκές του Παναγούλια» καλουμένου.»


Ο τεκές αυτός ήταν στην Αθήνα όχι στον Πειραιά, οδό Ψαρομηλίγκου αυτό φαίνεται και από το πιο κάτω δημοσίευμα στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της 13/1/1901:

 «Εις την οδόν Ψαρομηλίγγου από πολλού λειτουργεί υπό το πρόσχημα καφενείου και με τον όχι τόσον εύφημον τίτλον του τεκέ εν καταγώγιον του χειρίστου είδους εντός του οποίου συναγελάζοντο τακτικά όλα τα καθάρματα και τα περιτρίμματα της πρωτευούσης, χασισοποτούντα, χαρτοπαίζοντα και διαπράττοντα παντοίας φαυλότητας.
… Το απαίσιον αυτό κέντρον ήτο γνωστόν εις την αστυνομίαν, η οποία πολλάκις αγεληδόν συνελάμβανε τους τροφίμους αυτού, δια να τους απολύση την άλλην ημέραν.
… Ο αστυφύλαξ της καταδιώξεως Δημήτριος Μπουρλάκος είχεν εντολήν να εισέλθη εις το καταγώγιον. Πράγματι δε φέρων πολιτικήν ενδυμασίαν και ακολουθούμενος παρ άλλου συναδέλφου του, μείναντος έξωθεν, εισήλθεν εις το κατάστημα και με το περίστροφον εις τας χείρας επέταξεν εις τους χασισοπότες να μη κουνηθούν. Προ της απροόπτου αυτής εφόδου του αστυφύλακος οι χασισοπόται και οι λοιποί φαυλόβιοι κατ αρχάς υπεχώρησαν, ιδόντες όμως κατόπιν ότι δεν είχον απέναντί των ή έναν μόνον αστυφύλακα, ερρίφθησαν κατ
 αυτού περί τους εικοσιπέντε φαυλόβιοι, ων τας κεφαλάς δεν είχεν τελείως παραλύσει το κάπνισμα του χασίς, και άλλοι δια μαχαιρών, άλλοι δι  άλλων φονικών οργάνων ετραυμάτισαν τον ατυχή αστυφύλακα πριν ή ούτος προφθάση καν να αμυνθή εις το στήθος παρά την καρδιακήν χώραν, εις την κεφαλήν και εις άλλα μέρη του σώματος.
… Η κατάστασίς του όμως είναι κρισιμωτάτη, ολίγαι δ
 ελπίδαι υπάρχουσι περί της διασώσεως αυτού. Εκ των δραστών η αστυνομία ηδυνήθη να συλλάβη τρεις.
Πλην όμως τούτων παρουσιάσθη χθες μόνος εις το 3ον τμήμα ο πυροβολητής Σωτήριος Μπισμπίκης, αδελφός του ετέρου των διευθυντών του καταγωγίου ο οποίος ήτο εντός αυτού κατά την ώραν της φονικής σκηνής…».


ΚΑΝΑΒΟΥΡΙΑ ΦΥΤΟ


ΦΩΤΟΦΡΑΦΙΑ :
 ΒΑΛΤΕ ΜΟΥ ΔΥΟ ΚΑΝΑΒΟΥΡΙΕΣ
Στιχοι και Μουσικη: Μιχαλη Δασκαλακη
 
Οταν πεθάνω θά(φ)ψτε με
σε μία γωνιά μονάχο
Και δίπλα το μπουζούκι μου – αμάν, αμάν
παρηγοριά μου να ‘χω.
 
Κανείς δε θέλω για να ‘ρθει – βρ’αμάν, αμάν
καντήλι να μ’ανάψει
ούτε κι αυτή που αγαπώ – αμάν, αμάν
για μένανε να κλάψει.
 
Βάλτε μου δύο καναβουριές – αμάν, αμάν
τον ίσχιο τους να ρίχνουν,
όταν φυσάει ο άνεμος – αμάν, αμάν
γλυκά να με δροσίζουν.
 
Βάλτε μου δύο καναβουριές
να κάνουν καναβούρια,
για να ‘ρχονται οι φίλοι μας – κι οι γκόμενες
να γίνονται μαστούρια.

-Του Ζάμπικου (στου Βρυώνη στον δρόμο που πάει για το Ζάνειο νοσοκομείο).

- Του Καρίπη (δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά προς την πλευρά της Δραπετσώνας).

- Του Μάνθου (δίπλα στον παλιό επιβατικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πειραιά προς την πλευρά της Δραπετσώνας).

- Του Κωλομπότη.

- Του Περδικάρη.

 

"Στον τεκέ του Περδικάκι

την μπουκάρισα βραδάκι

λίγο για να μαστουρώσω

και τους μάγκες ν' ανταμώσω.


Πέντε κάθονται τριγύρω

και τον μάπα φέρνουν γύρω

δώσε μου να την τραβήξω

το μυαλό μου να ζαλίσω.


Ώχου


Περδικάκη γέμισέ τον

και το μάπα φούντωσέ τον

να κεράσω 'γω τους μάγκες

να μην κάνουν ματσαράγκες.


Πιάσε και το μπαγλαμά σου

για ν' ακούσω την πενιά σου

να μας παίξεις ζεϊμπεκάκι

να χορεψομε λιγάκι.


Γειά σου Ρίτα μου."

 tekes


 

-Του Φώτη (Ο Κουνάδης λέει πως ο τεκές του Φώτη αναφέρεται και σε κάποιο άλλο τραγούδι με το Ρούκουνα).

 

- Του Μαουνιέρη.

«Τον τεκέ του Μαουνιέρη μας εστήσανε καρτέρι…» γύρω στο 1918.

- Ο τεκές του Γάκη ή Τάκη.

- Ο τεκές του Ροϊδίτη.

- Ο τεκές του Μπάρμπα Σπύρου.

Αφήγηση της Αγγελας Παπάζογλου:



"… Ο τελευταίος ήτανε… Ξέρεις που; Στο πλάι που το λένε τώρα Πρεβολάκι στου Μπεναρδή. Στο πλάι εκεί, πούναι τώρα η εκκλησιά η Παναγίτσα… Εκεί είχε ένα βουνό σκουπίδια…. Και στην κορφή των σκουπιδιών, ήτανε ένας τεκές, μια παράγκα… Τόχε ένας γέρος, μπάρμπα Σπύρος…"


- Ο τεκές του Ντανάκουλη.

- Ο τεκές του Νικήτα.

- Ο τεκές της Μαριγώς.

- Ο τεκές του Μπάρμπα-Γιάννη (στο Πασαλιμάνι).

- Ο τεκές του Μπότακα, ο τεκές του Μαρκεζίνη (τεκέδες στον Πειραιά μετά το 1920).


Γιάννης Μαρκεζίνης: Ο τεκές του (τον οποίο είχε συνεταιρικά με το Γιώργο Κερκυραίο) βρισκόταν στην αρχή της οδού Κρεμμυδαρού, στη Δραπετσώνα, λίγα βήματα πιο πέρα από τη θρυλική σιδερένια γέφυρα του Αδίου Διονυσίου (που υπάρχει  ακόμη και σήμερα και ενώνει τους δύο δήμους - Πειραιώς και Δραπετσώνος).

 

 

- Ο τεκές του Γκότση (στη Φρεατύδα πλάι στου Καλαμπάκα).

- Ο τεκές του Γέρο-Μπλέτσα.

- Του Μίχαλου (Παράγκα στα Χιώτικα, όπου έμενε αυτός με την γυναίκα του, αυτός ήταν ανυπότακτος και τον κυνηγούσαν να πάει φαντάρος ).

 

Χαρμάνης είμαι απ το πρωί

Και πάω να φουμάρω


 




Μες τον τεκέ του Μίχαλου

Πόχει το φίνο μαύρο.

 

- Του Σάλωνα (Παράγκα ξύλινη στο Καστράκι, στον Άγιο Διονύση , στα Βούρλα).

- Tου Μαουνιέρη.

-  Tου Ζαμπίκου (Κεντρικό στον Πειραιά. Παράρτημα στου Ψυρρή).

- Του Αβιγλή (Στα λιπάσματα της Δραπετσώνας).

- Του Σταύρακα ή Σταύρος (Στις γραμμές του τραίνου, στα Καμίνια, κατά τις διηγήσεις του Μάρκου Βαμβακάρη τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί ).

- Του Λυκαδιώτη (μαγαζί σαν καφενείο).

- Tου Μπακ(χ)ούρου.

- Tου Γκότση.
-  Του Μπάρμπα Σπύρου. 
- Tου Σειρηνάκη .
-
T
ου Μπότακα.
-
T
ου Μαρκεζίνη.


 

- Του Γεράσιμου (Στο Γκαζοχώρι).

- Του Γραβαρά ή Γκραβαρά (Στο Μενίδι οδό Αναργύρων, ήταν αριστοκρατικός τεκές που πληρούσε όλες τις προδιαγραφές, σάλα, βρύση, γλυκό, πιάνο και μετά ορχήστρα, εκεί έπαιζε ο Μανόλης ο τούρκος που ήταν «είδωλο της μαγκιάς» χασικλής και αυτός και άλλες ευκολίες).

- Η σπηλιά του Κουλού.

- Του Κυριάκου (στην Ανάσταση στο Κερατσίνι).

Κλπ

Σαν τεκέ μπορούσαν να φτιάξουν οι χασικλήδες κάποια βράχια στην ακτή ή μια σπηλιά στο βουνό, στόχος τους ήταν «Να φουμάρουνε αργιλέ γιαβάσικο» δηλαδή με ησυχία.

Ας δούμε μια αφήγηση του Νίκου Μάθεση:

 

«Τότες ο Πειραιάς ήταν πολύ άγριος…. Παράγκες, τεκέδες, εμπόριο ναρκωτικών στο φόρτε, μπουρδέλα, αγαπητικοί, κακοποιοί, λαθρέμποροι, μάγκες, νταήδες, μπερμπάντηδες, πρεζάκηδες, χασικλήδες, μαχαιροβγάλτες, σκυλόμαγκες, ντερβισόπαιδα, αποφάγια μάγκες…. Όσο για ντεκέδες από την Πειραϊκή, Παναγίτσα, Άγιο Νείλο, Γύφτικα, στο Χατζηκυρειάκειο, στην Τρούμπα και όσο πιο πέρα πήγαινες, Άγιο Διονύση, εκεί φουμάρανε στο δρόμο. …, σε κάθε καταγώγιο και σε κάθε καφενείο έπρεπε να είναι κρεμασμένα 3-4 μπουζούκια και μπαγλαμάδες για το σκυλολόι (πελάτες) που εσύχναζαν μέσα, όχι όμως στα κεντρικά, μόνον στα συνοικιακά. Διότι για να είχες τότε καφενείο, έπρεπε να ήσουν μούτρο, δηλαδή να ήσουν του κουρμπετιού και να είχες εγκληματίσει απαραιτήτως.




Σε αυτά τα καφενεία, δε σταματούσε μέρα-νύχτα το μπουζούκι από τους κοπρόμαγκες και τους γνήσιους μάγκες. Επίσης στου Καραϊσκάκη, στα υπόστεγα στον Πειραιά, στου Τσελέπη, το μπουζούκι ήταν στην ημερήσια διάταξη, πενιές της φυλακής από ανέκδοτους συνθέτες… Μέρα και βράδυ όπου και να πέρναγες, δηλαδή από καφενείο, άκουγες το κελάηδισμα του μπουζουκιού ή του μπαγλαμά και την μυρωδιά της ταλμίρας (χασίς) ή από αργιλέ ή από τσιγαρλίκι.
 


Και αυτός που το έπαιζε δεν ήταν κανά παιδάκι, ήταν άνθρωπος της τούφας και το είχε μάθει στο σχολείο-φυλακή… Δεν υπήρχανε, τότες, μπουζουξήδες επαγγελματίες. Μόνο παλιοί μάγκες έπαιζαν μπουζούκι, παλιοί κατάδικοι, γεροντόμαγκες, παλιοί τεκετζήδες, μόρτηδες και άλλοι της πιάτσας…».

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η γέφυρα του Αγίου Διονυσίου στον Πειραιά, από κάτω περνούσε το τραίνο, η περιοχή εδώ ήταν γεμάτη από τεκέδες και λίγο πιο πέρα λειτουργούσαν τα μπουρδέλα των Βούρλων (αργότερα έγιναν φυλακές και από εκεί έγινε η μεγάλη απόδραση μετά το τέλος του Εμφυλίου). 



 

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΤΕΚΕ

 

            Ο τεκές είχε αλλού χώμα και αλλού σανίδια για πάτωμα, κυρίως όμως είχε χώμα, στον τεκέ ήθελαν απόλυτη ησυχία, όχι μουγγός αλλά ήσυχα, όλα τα κάνει τεκιτζής, όλοι ρούφαγαν από το ίδιο καλάμι του ναργιλέ.

Τα έπιπλα του τεκές είχε καρέκλες (όχι πολλές κάνα δύο), καναπεδάκια, σοφράδες και πολλά σκαμνιά  (αναλυτικά πως είναι ο τεκές θα τον παρουσιάσω στο κεφάλια ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΕΚΕΣ, όχι ότι έτσι ήταν οι τεκέδες στην Ελλάδα, αλλά παίρνεις μια άποψη πως ήταν ο τεκές).

 

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τούρκικο καφενείο με λουλάδες. "τεκές" σημαίνει τούρκικα "ιερό των ντερβισάδων", ντερβίσιδες ήταν μοναχοί μουσουλμάνοι, αργότερα η λέξη πήρε την έννοια του χώρου που μαζευόντουσαν να καπνίσουν χασίσι. 

 

 

ΣΥΝΕΡΓΑ ΤΕΚΕ

 

ΜΑΓΚΑΛΙ :

Απαραίτητο χειμώνα καλοκαίρι εκεί υπήρχαν διάφορα καρβουνάκια (από θυμάρι που τα άφηναν να ξεραθούν, αμύγδαλα, μπαμπάκι κλπ). Το μαγκάλι το είδα μόνο σε μικρασιάτες, ήταν μια φτηνή μέθοδος για ζεστασιά, φτιαχνόταν από λαμαρίνα άβαφη που από την θερμότητα σκούριαζε και καταστρεφόταν γρήγορα, το μαγκάλι του καστανά είναι πολύ επαγγελματικό σε σχέση με αυτά που χρησιμοποιούσαν οι πρόσφυγες.

 Τώρα το άναβαν με κάρβουνα (στην καλύτερη) ή με πιταράκια (αυτά ήταν καρβουνόσκονη και περιττώματα ζώων τα οποί τα ζύμωναν σε σχήμα κεφτέδων (μεγάλων σαν την παλάμη μας).

Το μαγκάλι ήταν επικίνδυνο διότι η καύση γίνεται στον χώρο και γίνεται κατανάλωση οξυγόνου και εκπέμπεται διοξείδιο του άνθρακα, οι χώροι κρατούντο κλειστοί λόγω του κρύου και έτσι υπήρχαν θάνατοι από έλλειψη οξυγόνου.

Στην δεκαετία του 50 και πιο πίσω έβλεπες μαγκάλια στα πεζοδρόμια και ανοικτά παράθυρα για να ανανεωθεί ο αέρας ΑΛΛΟΙΜΟΝΟ αν κάποιος κοιμόταν το βράδυ με μαγκάλι αναμμένο ΔΕΝ ΞΗΜΕΡΩΝΟΤΑΝ.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σμύρνη τούρκικο καφενείο  με γυάλινους λουλάδες.

ΤΕΝΕΚΕΣ :

Υπήρχε ένα τενεκές με νερό για να φτύνουν μέσα οι χασικλήδες όταν τους έπιανε βήχας.

 

ΝΑΡΓΙΛΕΣ:

Ήταν από καρύδα (την έκοβαν και έβγαζαν από μέσα το φαί της , βάζανε καλάμι. Φτιάχναν την ντουμανόπορτα, το σερί ), από σταμνάκι, από τενεκέ του γάλακτος, από πέτρα, από τούβλο (σκαλιστό σαν φλιτζανάκι), ναργιλέδες από γυαλί δεν υπήρχαν, αυτοί υπήρχαν στα καφενεία.

 
 

ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ

 

ΤΟΥΜΠΕΚΙ : Είναι ένα φύλο καπνού που δεν το κόβουν όπως το καπνό, το κόβουν ψιλό με μαχαίρι., οι χασικλήδες κάπνιζαν τα «καήματα του τουμπεκιού» δηλαδή αυτά που έμεναν στους γυάλινους ναργιλέδες των καφενείων (τα οποία δεν είχαν χασίσι)

 

ΤΖΟΥΡΑ : Είναι  «καήματα του τουμπεκιού» αλλά και η ρουφηξιά.

 

ΖΑΦΕΙΡΙΑ :  Είναι οι καπνίλες και τα λάδια, μέσα στο νερό του ναργιλέ.

 

ΤΡΑΒΗΧΤΌ : Είναι το καλάμι από το οποίο ρούφαγαν.

 

ΚΑΙΝΑΡΙ : Αναφερόταν για το καλό χασίσι που γινόταν μέσα από μια ειδική επεξεργασία ο Μάρκος αναφέρει τον τρόπο.

 

ΤΣΙΚΑ : Είναι το μισό δράμι .

 

ΖΟΥΛΑ : Μέρος όπου έκρυβαν τα σύνεργα για να μη τα βρει η αστυνομία (ανοίγανε λάκκους και τα θάβανε, σε κρύπτες στην ντουλάπα, το χασίσι κρυβόταν σε τενεκέδες των σκουπιδιών, στα κεραμίδια κλπ μέρη τυλιγμένο σε λαδόχαρτο.

 

ΤΗΝ ΨΩΝΙΣΑ : Όταν ο χασικλής παθαίνει ζημιά και δεν μπορεί να συνέλθει.

 

ΜΠΑΣ ΧΑΣΙΚΛΗΣ :  Αρχιχασικλής.

 

ΤΕΡΙΑΚΛΗΣ : Παθιασμένος, θεριακλής.

 

ΕΛΚΕΦΗΣ : Πρωτάρης

 

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Κάπως έτσι ήταν ένας αξιοπρεπής τεκές.
 

 

 

Ο ΤΕΚΕΤΖΗΣ

 

            Οι τεκετζήδες συνήθως φουμάρανε και οι ίδιοι και όταν ήταν ο ίδιος μαστούρης έβαζε «υπάλληλο», δηλαδή κάποιο χασικλή που του χρώσταγε να διεκπεραιώνει την δουλειά. Οι σχέσεις τους με την αστυνομία ήταν ύποπτη συμβιβασμού, κατάδοσης και εξαπάτησης. Χαρακτηριστικές περιγραφές για τους γνωστότερους τεκετζήδες.

 

Ο Σάλωνας ήταν ήσυχος άνθρωπος, ντυμένος πολύ καλά με δακτυλίδια, κουστούμι, ήταν Θεσσαλονικιός και η οικογενειάρχης πολύ καλός, στον τεκέ του πήγαιναν οι φουκαράδες χασικλήδες, είχε κάνει φυλακή στην Παλαιά Στρατώνα.

Ο Μίχαλος  είχε τεκέ για «φίνους μάγκες», οι λεφτάδες και λειτουργούσε όλο το εικοσιτετράωρο, δεν είχε καλές σχέσεις με την αστυνομία και γι αυτό τον κυνηγούσανε (φυλακές, εξορία, ξύλο κλπ).

Ο Πολυκαρδιώτης είχε τεκέ για εργαζόμενους χασικλήδες που εξ υπακούετε ότι είχαν και λεφτά.

Ο Αβίγλης δεν έβλεπε καθόλου «ήτανε γκαβός και από τα δύο μάτια», παλιός βουτηχτής, οικογενειάρχης με πολλά παιδιά.

Ο Γραβαράς είχε την φήμη παλικαριού με ψυχή, ήσυχος άνθρωπος, καταγόταν από την Μύκονο και διαρρήκτης πρώτος, είχε κάνει φυλακή στην Παλαιά Στρατώνα.


Ας δούμε τι λέει ο Νίκος Μάθεσης για τους τεκετζήδες:

Οι τεκετζήδες ήταν μάγκες αλλά όχι νταήδες, δεν ήταν σκυλόμαγκες ποτέ. Ένας σκυλόμαγκας που είχε κάνει χρόνια στη φυλακή δεν έκανε αυτή τη δουλειά, να γεμίσει το λουλά, να τον ανάψει και να τον δώσει σ’ αυτόν που παρήγγειλε, σε άνα μαγκάκι που θέλει να βγει κι αυτός κάτι, να του κάνει τον υπηρέτη.


 
 


Φυσικά τα πράγματα δεν ήταν τόσο «ειδυλλιακά» όσο τα παρουσιάζει ο Μάθεσης. Να τι αφηγείται στο Λευτέρη Παπαδόπουλο ο Ιωάννης Κανακάρης υπασπιστής του περιβόητου ενωματάρχη της Ασφάλειας Πειραιώς Γιάννη Γαλιγάλη:
Αρκετές φορές (η αστυνομία συνεργαζόταν με τους τεκετζήδες). Όχι όμως για να πιάνει τους χασικλήδες, αλλά για να συλλαμβάνει τους κλέφτες. … Μόλις, λοιπόν ο τεκετζής έβλεπε στον τεκέ ένα άγνωστο πρόσωπο που είχε πάει για να φουμάρει δήθεν, αλλά στην πραγματικότητα για να κρυφτεί από την Ασφάλεια, …, έκανε το εξής κόλπο: κουνούσε στο παράθυρο του τεκέ μια μικρή σημαιούλα, που την είχε δεμένη μ’ ένα σπάγκο. Κάποιος πιτσιρίκος, που τον είχαμε επιτούτου έξω από τον τεκέ, έβλεπε τη σημαιούλα που κουνιόντα κι έτρεχε αμέσως και μας ειδοποιούσε….

Σημαία κουνούσε ο Σταύρακας, ο Σάλωνας, ο Μίχαλος και πολλοί ακόμα, εξασφαλίζοντας έτσι τα στραβά μάτια της Ασφάλειας….

 





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Προπολεμικό μαγκάλι (τέτοια μαγκάλια είχανε στους τεκέδες, και στους οίκους ανοχής αλλά και τα σπίτια του λαού), σήμερα κυκλοφορούν μαγκάλια πολυτελείας, αλλά μαγκάλι μπορεί να γίνει ακόμα και από βαρέλι σιδερένιο αν το κόψεις. 

 

Ο Μάθεσης ο "τρελάκιας" πάντως λέει κάπως περιφρονητικά για τον σημερινό Πειραιά:

«Σιγά – σιγά όμως ερχότανε στον Περαία η εξέλιξις.
Οργανώθηκε το λιμάνι του Περαία που όλοι οι εργάτες του σχεδόν ήταν κλέφτες. Έγινε ο Οργανισμός, κυκλιδώματα γύρω στο λιμάνι, ατομική που μπαίνεις και που βγαίνεις, καταδότες εργάτες εν δράσει! Καταργηθήκανε οι βαρκάρηδες με αποζημίωση, τα καράβια πλευρίζουνε στο λιμάνι. Πάνε οι μαούνες(φορτηγίδες) που ήταν άσυλο για τους κλέφτες. Επεκτάθη η Αστυνομία Πόλεων!!! Βγήκανε άλλα επαγγέλματα, μηχανικοί, καπεταναίοι, ηλεκτρολόγοι κ.λπ. Τα παιδιά τους δουλεύανε την ημέρα και εσπούδαζαν το βράδυ.
Οι οίκοι ανοχής έκλεισαν. Οι ντεκέδες έσβησαν. Πήραν την σκυτάλη οι τουρίστες, οι αριστοκράτες μας κ.λπ. Οι ταβέρνες έκλεισαν. Αμανές δεν ακούγεται τα βράδια στους κοντινούς δρόμους γιατί είναι φωτισμένοι και μπεκρήδες δεν υπάρχουνε. Οι μπαράγκες των συνοικισμών χάθηκαν και έγιναν διώροφα και τριώροφα σπίτια! Τα κοτέτσια και τα καταγώγια της Δραπετσώνας γκρεμίστηκαν και υψώθηκαν οκταώροφες πολυκατοικίες. Το Κολωνάκι του Πειραιώς! Ο μαραγκός, ο σουβαντζής, ο κάθε εργάτης έχει το αυτοκίνητό του ή την βέσπα του. Και αντί για ούζο ή κρασί, η κόκα – κόλα και η πορτοκαλάδα έχει το λόγο …».

 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Χασίσι συσκευασμένο.



ΕΙΔΗ ΧΑΣΙΣΙ

 

Παρασκευάζεται με διάφορους τρόπους, σε γενικές γραμμές περιλαμβάνουν την αποξήρανση των ανθών, το τρίψιμο και κοσκίνισμά τους, και στη συνέχεια τη συμπύκνωσή τους σε "πλάκες".

Το τελικό προϊόν έχει χρώμα που ποικίλλει από σκούρο πράσινο σε καφέ ή μαύρο, ανάλογα με τη συγκεκριμένη τεχνική παρασκευής του, τον τόπο προέλευσης και την ποιότητά του.

Η σκληρότητά του κυμαίνεται μεταξύ πλαστελίνης και ξύλου, ενώ με ελαφρά θέρμανση, μαλακώνει και θρυμματίζεται εύκολα στο κονίαμα από το οποία προήλθε.

 


 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Καλλιέργεια χασισιού.

  

            Υπήρχαν δύο ειδών

Α. Σα μαστίχα

Β. Τριμμένο (άψητο)



            Υπήρχε το χασίσι στις πιο κάτω μορφές πριν την κατεργασία:

 

α.  Ματζούνι (ο ανθός, για τον ανθό πλήρωναν δύο τάλιρα το δράμι )

β. Φύλλα

γ. Φούντα

 


Ο καλύτερος ήταν αυτός που ήταν σαν μαστίχα. Από άποψης ποιότητας και προέλευσης υπήρχαν οι ποιο κάτω:

 

  1. Προύσας
  2. Ιτέας

 

Έμποροι ήταν οι :

 

Μπάρμπα Βαγγέλης ο Σμυρνιός.

Η Ειρήνη η Σταμπούλου.

 
 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ ΑΠ ΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος

Το βαπόρι απ’ την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόννοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιός τη πληρώνει
Και σ’ αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα

Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια.



ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΥΓΕΙΑ

 

Ένα τσιγάρο χασίς ισοδυναμεί με 20 κανονικά τσιγάρα ως προς τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου του πνεύμονα. Σύμφωνα με έρευνα νεοζηλανδών επιστημόνων.

Στην έρευνα που δημοσιεύεται στην ευρωπαϊκή επιθεώρηση για τα αναπνευστικά προβλήματα, οι νεοζηλανδοί επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η κάνναβη μπορεί να προκαλέσει βλάβη στις αναπνευστικές οδούς μεγαλύτερη απ ότι ο καπνός καθώς περιέχει διπλάσιες τιμές καρκινογόνων ουσιών.

            Το χασίσι προκαλεί τρέλα ένα από τα αδέρφια του Μάρκου Βαμβακάρη τρελάθηκε  από το χασίσι.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο αδελφός του Βαμβακάρη , ο Φραγκίσκος, στην φυλακή.


ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΤΕΚΕΣ

 



            Ιδού μια περιληπτική με δικά μου λόγια παρουσίαση του ανατολίτικου τεκέ και πως απολάμβαναν σε ένα λαϊκό τεκέ οι χασικλήδες της καθ ημάς ανατολής, φυσικά τίποτα από αυτά δεν συνέβαινε στην κυρίως Ελλάδα, ο τεκές ήταν παράγκα του χειρίστου είδους, ο τεκετζής πάμφτωχος και ανήμπορος όπως και οι χασικλήδες που μαζευόντουσαν, οι χασικλήδες πολλές φορές δεν πήγαιναν καν σε τεκέ, αλλά σε σπηλιές , λακκούβες και βράχια δίπλα στην θάλασσα).

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σπάνια φωτογραφία κουτσαβάκη, στην Αθήνα.




            Ανάμεσα Γενή Σεήρ και Ντολάπ Ντερέ ήταν ο τεκές του Χατζή μηνά του Σμυρνιού, στη περιοχή κατοικούσαν κυρίως Έλληνες εργάτες. Σε ένα ισόγειο που δεν το έπιανε το μάτι σου ήταν ο τεκές, δύο σκαλοπάτια μια εξώπορτα τρία παράθυρα , εξώφυλλά ξύλινα βαμμένα μαβιά, από την εξώπορτα έμπαινες σε ένα άστεγο προαύλιο περιτρυγυρισμένο από μια μεγάλη τριανταφυλλιά και μια σκαλκιμιά ( γλυσίνα), δεξιά στο προαύλιο υπήρχε ένα ονταδάκι που κοιμόντουσαν ένα –δύο φιντάνια του τεκέ, συνήθως χασικλήδες αφοσιωμένοι στο Γερό Χατζή Μηνά κάτι σαν «γιαβλερηδες» ( σωματοφύλακες) .

 

            Ο τεκές που ήταν μια σάλα υπήρχαν πάγκοι σανιδένιο, ακουμπισμένοι στον τοίχο, ο χώρος ήταν στενόμακρος, το πάτωμα ήταν στρωμένο με μαρμαρόπλακες και σκεπασμένο με χοντρές ψάθες που έπνιγαν τα βήματα, στις δύο μακριές πλευρές  απ άκρη σ άκρη απλωνόταν  μιντένια και μαλακά μαξιλάρια από  βυσσινιά κιλίμια, μπροστά αραδιαζόντουσαν στρογγυλοί σοφράδες από ξύλο καστανιάς και μισοκυκλυκά στον κάθε σοφρά αντίκρυ στα μιντένια τρεις πλατειές καρέκλες με πλάτη και ακουμπιστήρι για  τα χέρια, απάνω σε κάθε σοφρά ήτανε ένα μπρούτζινο αναφτήρι, σα θυμιατό , με ψιλή θράκα κάτω από την χόβολη και μια μικροσκοπική μασιά, στους ασβεστωμένους με τριανταφυλλί χρώμα τοίχους κρέμονταν κάνδρα από λιθογραφίες  μέσα σε χρυσές κορνίζες, παρίσταναν όμορφες γυναίκες, ξωτικά πουλιά, θάλασσες, καράβια  κυνήγια με άγρια θηρία, δάση με τρεχούμενα νερά, βουνά με κάστρα, λίμνες με βάρκες. Ένα κόσμο χρωματιστό να μαγέψει παιδιά και μεγάλους που έχουν παιδική ψυχή.

            Το ταβάνι ήταν ξύλινο , βαμμένο γαλάζιο και κρεμόντουσαν διάφορα πράγματα άλλα με κορδόνια άλλα με σύρματα (σφαίρες από γυαλί με χρυσαφένιες χρωματωσιές, καθρέφτες που από την μια έδειχναν την μούρη σου κανονική και από την άλλη κωμικά παραλλαγμένη, γιορντάνια με χάντρες  που στην άκρη είχε φυλαχτά  «Το χέρι της Φατμάς», «Το γαλάζιο μάτι» , από κάτι μεγάλες κουβαρίστρες κρεμονταν κλωστές σα ξέπλεκα μαλλιά ), τόσο χαμηλά που αν τέντωνες το χέρι σου θα τα έπιανες. Ανάμεσα σε όλα τούτα πρόβαλλαν άστρα , της θάλασσας ασημωμένα, καβουρομάνες, αράχνες, καύκαλα αστακών, μικρά κοχύλια και άλλα πράγματα που φέρνουν καθώς έλεγαν γούρι. Ανάκατα με όλα τούτα παιδικά παιχνίδια  (Καραγκιόζηδες, Χατζηαβάτηδες, κούκλες με άσπρα πέπλα, διάφορα ζωάκια) αλλά και μικρά κουδούνια που ηχούσαν. Σε πολλές μεριές του ταβανιού ήτανε σκορπισμένα στρογγυλά φαναράκια από γυαλί χρωματιστό, αλλά και κλουβιά με κελαιδοπούλια (φλώρια, σπίνους, καρδερίνες γαλιάντρες).






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι Έλληνες όπου και αν βρισκόντουσαν κουβαλούσαν ένα κομμάτι από τον τρόπο ζωής τους. Το καφενείο "Open Heart" στις ΗΠΑ (Σορτ Λέικ Σίτι) στην περίοδο του μεσοπολέμου, όρθιος ο ιδιοκτήτης Μανώλης Κατσανέβας.



            Ο Γερό Χατζής ο τεκιτζής όλα αυτά τα πουλιά τα αγαπούσε ιδιαίτερα κα μιλούσε μαζί τους μύτη μύτη , ήταν οι πριμαντόνες του κόσμου που γι αυτόν ήταν η Πόλη.

            Στις τέσσερις γωνιές της σάλας και στην μέση αντικριστά ξεκινούσαν αλυσίδες με πλατιούς κρίκους από παρδαλόχρωμα γυαλιστερά χαρτιά που έσμιγαν στο κέντρο, από εκεί κρεμόταν η μοναδική λάμπα πετρελαίου με διπλό φιτίλι. Το χειμώνα ο τεκές ζεσταινόταν με δύο μεγάλα αψηλά μαγκάλια χάλκινα τοποθετημένα στις δύο άκρες της σάλας. Σε μια γωνιά κρεμόντουσαν τα «τσαλγκιά» τα όργανα, ένα ντέφι κι ένα μπουζούκι.

            Στο βάθος του τεκέ υπήρχε μια μικρή ξύλινη πόρτα με μια τρυπούλα που δεν φαινόταν σαν ρόζος στο ύψος του ματιού. Το πισωμάγαζο φωτιζόταν από μια τζομόπορτα που έδινε σε μια αυλή με μελανές μαρμαρόπλακες. Και αρμούς ασβεστωμένους. Στην συνέχεια με το πισωμάγαζο υπήρχε η αποθήκη με τα τρόφιμα και τα σπιτικά είδη και δίπλα η κουζίνα στον όροφο που επικοινωνούσαν με μια μικρή σκάλα που απομονωνόταν με καταπακτή.

            Δίπλα στο σπίτι στη δυτική μάντρα υπήρχε μια ανάερη σκάλα (σαν των καραβιών) που οδηγούσε στο χαγιάτι , από εδώ έμπαινες στο κονάκι του Γερό Μηνά, όπου έμενε η γυναίκα του και η κόρη του, αθώρητες απ του κόσμου τα μάτια, σε αυτό βοηθούσε και η αφθονία αρωματικών φυτών και λουλουδιών. Υπήρχε μόνο μια μικρή τυφλή πόρτα που έβγαζε σ ένα δρομάκο απ όπου τα ίχνη χανόντουσαν  μέσα σε μαιάνδρους από άλλα σοκάκια, από εκεί αυλιζόταν οι γυναίκες για να μην περνάν από το προαύλιο του τεκέ. Στην αντίθετη γωνιά της αυλής ένα κοτέτσι στέγαζε μερικά κατοικίδια, μια κατσίκα της Αγκύρας τέσσερις κότες παρδαλές και  ένας κόκορας το καμάρι του Μπάρμπα Μηνά που τον φώναζε «κιουλάν – μπέη» και τον έβαζε να παλεύει σε κοκορομαχίες και το όνομά του ήταν «Καχραμάν» δηλαδή ήρωας, αν νικούσε γιόρταζε με «αρκαντάσηδες» και στο τραπέζι έβαζε φτερά από τους νικημένους κόκορες και μια ετικέτα έγραφε τα αφεντικά τους και την ημερομηνία της νίκης, όλα αυτά τα ενθύμια τα έκρυβε σαν κειμήλια σε μια κασετίνα , όλη η αυλή σκεπαζόταν από το φύλλωμα ενός γιασεμιού. Στην αυλή ήταν ελεύθερος ο «Γιαμπαντζής» (ο ξένος) , ένα μπάσταρδο τσομπανόσκυλο, ο Χατζής έλεγε «Μόνο η λαλιά του λείπει για να ξεπεράσει τους ανθρώπους», με τον καιρό είχε εγκολπωθεί τη σιχασιά του κυρίου του για τους ανθρώπους που φοράνε στρατιωτική στολή και όποτε τους αντιλαμβανόταν άρχισε να ουρλιάζει λες και είχε πλακώσει κανένα μεγάλο κακό, σταματούσε μόνο όταν ο ένστολος χανόταν στους δρόμους.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τούρκικο καφενείο με λουλάδες.



            Ο τεκές είχε και δύο ακόμα κατοικίδια την ψιψίνα και τον Νιαρνιάρη, δύο γάτες μάνα και γιό που ο δεύτερος γκάστρωνε την πρώτη ταχτικά σκανδαλίζοντας τους αγαθούς χασικλήδες , αλλά ο Γερό Μηνάς έβλεπε το δάκτυλο της «Θείτσας Πρόνοιας».

            Τα αστέρια ήταν εφτά κατάλευκα περιστέρια που όλη την ημέρα πετούσαν ελεύθερα και ερωτοτροπούσαν και στεγάζονταν στο χαγιάτι, μα το μεγάλο θησαύρισμα του Χατζή ήταν το «Ουράνιο τόξο» Ένα παγόνι  αυτό το πουλί πρόσφερε ένα θέαμα που δεν χόρταινε ο Μηνάς, δεν το βόλευε στο κοτέτσι αλλά στο δροσερό χαγιάτι και τον χειμώνα στο ζεστό σπίτι.

            Όλα από το σπίτι μέχρι και το κοτέτσι ήταν πεντακάθαρα, στο κέντρο του μαντρότοιχου μια μαρμαρένια βρύση με λαξεμένο δελφίνι έτρεχε νερό από το στόμα του μέσα σε μια μεγάλη αχιβάδα, δίπλα ήταν χτιστά ακουμπιστήρια , στη μέση της αυλής μια βραγιά φούντωναν «κασκάσια» (κάτι πολύφυλλες παπαρούνες) , απ αυτές ο Μηνάς έβγαζε μόνος του την ποσότητα οπίου για την ιδιαίτερη ετοιμασία του χασίς. Ο κήπος προμήθευε όλο τον χρόνο λουλούδια που στόλιζαν τον τεκέ. Στον κήπο αυτό ο Γερό Μηνάς με «αρκαντάσηδες» φουμάριζε σκέτο προσφέροντας με διάκριση και στους άλλους, αυτό συνοδευόταν από τσίπουρο (πράγμα απαγορευμένο στον τεκέ).

            Σε μια γωνιά του πισωμάγαζου βρισκόταν το «οτζάκι» που είχε θράκα παραχωμένη σε χόβολη εκεί θρόνιαζε το μπρούτζινο «ιμπρίκι» γεμάτο με καθαρό νερό, εδώ παρασκεύαζε το χασίς και ετοιμαζόντουσαν οι λουλάδες κι οι ναργκιλέδες, ο καφές ψηνόταν σε άλλη γωνιά αντίκρυ στο «οτζάκι» σε ένα κατσιβέλικο μαγκάλι σε μια γωνιά που πάνω είχε μια τρύπα για να μη ανακατώνεται η μυρωδιά του καφέ με το άρωμα του χασίς. Για κάθε πελάτη ο Μηνάς  σερβίριζε αχνιστό τσάι , ανάμεσα στο «οτζάκι» και την θέση του  μαγκαλιού ήταν αραδιασμένα σε ράφια φλιτζάνια , κούπες ποτήρια, πήλινα με γλυκό ματζούνι από τριαντάφυλλο και μαστίχα καθώς και μερικές καράφες σερμπέτια (όλα φτιαγμένα από το χέρι της γυναίκας του).

            Τα σύνεργα του τεκέ δεν φαινόντουσαν πουθενά, ούτε αυτά που ετοιμαζόταν το χασίς μήτε οι λουλάδες, ήταν καταχωνιασμένα που μόνο ο Μηνάς ήξερε και τα παρουσίαζε σαν ταχυδακτυλουργός. Ο Μηνάς ήξερα να αποφεύγει τους αιφνιδιασμούς του «Ντεβριέ» είχε καλά οργανωμένη άμυνα, έστελνε φιλικά δωράκια  για να τους κλείνει το στόμα και τα μάτια, σε τέτοιο σημείο που η εξουσία να θεωρεί τον Γερό Μηνά ευεργέτη, έτσι έγκαιρα τον ειδοποιούσαν για τις επερχόμενες επιδρομές που οργάνωναν τα «καρακόλια», ο Μηνάς γνώριζε και ποια μέρα και ποια ώρα θα  ξεκινούσαν την επιχείρηση, μέσα στους ίδιους τους «ντεβριελήδες» είχε δικούς του ανθρώπους, μόλις έπαιρνε την είδηση ο τεκές άλλαζε όψη, έπαιρνε την όψη Κωνσταντινουπολίτικου καφενέ με διάκοσμο πιο κιμπάρικο, ο Χατζής όμως από γεροντική αφηρημάδα «ξεχνούσε» κανένα κομματάκι χασίς πότε στην τσέπη του, πότε δε κανένα «μόμπιλο» για να έχουν τα λαγωνικά του «Ντεβριέ» την ικανοποίηση πως το ανακάλυψαν! Φυσικά η τιμωρία ήταν μικρή  και ο Γερό Μηνάς ομολογούσε «απονήρευτα» πως εκείνο το λιγοστό χασίς το έπαιρνε απ τη «ντρογκερία» για ατομική του χρήση, σα φάρμακο παυσίπονο και υπνωτικό απαραίτητο για τα γεράματά του και οι «ντεβριελήδες» του καναν χαλάλι, διότι είχε και την φήμη του ανθρώπου του Θεού πράγμα που όλοι οι παρευρισκόμενοι χασικλήδες με το χέρι στην φωτιά βεβαίωναν «Βαλαχί! Μπιλαχί………». Αν όμως ανακάλυπταν τα σύνεργα τότε το πράγμα πήγαινε αλλού και βέβαια οι «ντεβριελήδες» θα μεγαλοποιούσαν το γεγονός για να πάρουν μπαχτσίσι από την «προϊσταμένη αρχή»….. Η τιμωρία που θα του επιβάλανε σε αυτή την περίπτωση άρχιζε από κλείσιμο του καφενέ και την φυλάκιση μέχρι την κατάσχεση του τεκέ και την εξορία και επειδή ο τεκές ήταν Ρωμαίικος απαιτείτο μεγάλη τιμωρία για ταπείνωση του «Ουρούμ»  (Ρωμιού) ιδιοκτήτη. Ο Χατζής ήξερε να αποφεύγει τέτοιους εξευτελισμούς και ενεργούσε ώστε η υπόθεση να γίνει «μιντέρ αλτί» (να μπει στο χρονοντούλαπο) , αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να μη πλακώσουν οι «ντεβριελήδες» την ώρα που φουμέρνανε. Η ζωή τον είχε διδάξει να θεωρεί τους «ντεβριελήδες» σαν ανέντιμους χαραμοφάηδες. Αλλά αν από κακή συνεννόηση των «λαδωμένων’ του Καρακολιού ή από άμμεση ξαφνική επέλαση ο Χατζής δεν ειδοποιούταν, τότε ο «βαρδιανοί» μόλις έβλεπαν ύποπτες κινήσεις στα «κόλια» έδιναν σινιάλο κινδύνου με ένα τραγούδι που κάθε τόσο το άλλαζαν, στην στιγμή τα φιντάνια του τεκέ και οι χασηκλίδες έπαιρναν μέτρα κεραυνοβόλα για να εξαφανίσουν ότι θύμιζε τεκέ, οι λουλάδες και κάθε σύνεργο χανόντουσαν τα φιντάνια εξουδετέρωναν την μυρωδιά ρίχνοντας ζάχαρη , λεμονόφλουδες και δύο μήλα ολάκερα. Άλλα φιντάνια ετοίμαζαν καφέδες, τσιμπούκια, τσάγιαναργιλέδες, σερμπέτια και τα μοίραζαν στους σοφράδες, έβαζαν πιατάκια με καβουρντισμένα αμύγδαλα , φουντούκια , φιστίκια και σε άλλα λουκούμια και  μυγδαλωτά.
 
 Οι χασικλήδες είχαν πάρει την θέση τους στα μιντέρια και στις καρέκλες με ύφος κιμπάρικο ραχατλήδων που απολάμβανε τα αγαθά του καφενέ, στο μεταξύ οι «σαμπουκαλήδες» (οι σταμπαρισμένοι) γινόντουσαν άφαντοι από την πίσω πόρτα, ταυτόχρονα η σάλα γινόταν ευχάριστη , κατάλληλη να δεχτεί τους   «ντεβριελήδες», οι οποίοι έβγαζαν το συμπέρασμα ότι ο Γερό Μηνάς είναι «ναμουσλού αντάμ» (τίμιος άνθρωπος). Τα παλικάρια του νόμου αρεσκόντουσαν να κάτσουν λίγο, ενώ ο Γερό Μηνάς παρότρυνε τα «Ανιχνευτικά σκυλιά του Ντεβριέ» (περίπολος)  να κάνουν το καθήκον τους και να ερευνήσουν όλο το «λολάκ» (κέντρο διασκέδασης)  του, και τους συνόδευε πρόθυμα να ψάξουν όποιο κρυφό μέρος ζητούσαν. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι ποτέ σε όλες τις έρευνες δεν βρέθηκε τίποτα, όταν έφευγαν οι «ντεβριελήδες» (οι άντρες της περιπόλου)  ο Μηνάς τους πρόσφερε κατσάκικο καπνό εξαιρετικής ποιότητας και λαθραία τσιγαρόχαρτα και φυσικά λιχουδιές για τα παιδάκια τους, αυτοί φουκαράδες με χρυσά γαλόνια τα δεχόντουσαν ευχαρίστως, σε περίπτωση ύπαρξης κανενός ιδιαίτερου αξιωματούχου  έκανε δώρο ανάλογο του αξιώματός του όπως «κονιάκ Φινόπουλου» ή «Μπαρμπαρέσου»  αυτά που οι τούρκοι έλεγαν με θαυμασμό «Γιουνάν Κονιαι» και συμπλήρωναν «καλκάν τοκμάκ……..» δηλαδή Ρωμαίκο κονιάκ που κάνει χαλάστρα στα κέρδη των Γάλλων.

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η Δραπετσώνα στον μεσοπόλεμο.


            Το πισωμάγαζο ήτανε ο πιο σίγουρος τόπος για να αντιμετωπίσει αιφνιδιασμούς της αστυνομίας που έμοιαζε με «καφέ- οτζάκι» που ο ταπής ετοίμαζε καφέδες , τσιμπούκια , ναργιλέδες, τσάγια  και σερμπέτια……. Στην πραγματικότητα ήταν «τα άδυτό των αδύτων», εδώ ερχόντουσαν να καπνίσουν οι «ελκεφήδες», οι πρωτάρηδες, οι «χαρμανλήδες», οι «μερακλήδες» , οι «τεριακλήδες.

            Η τελετουργία ήταν διαφορετική για τον κάθε ένα, ο Γερό Μηνάς έφτιαχνε μόνος του το χασίς του τεκέ του , αγόραζε απ το «Μισίρ-Τσαρσί» από ένα φίλο του , ένα γερό – τάταρο με πατριαρχική κατάλευκη γενειάδα, διαλεχτή σκόνη από ινδική καννάβι, κίτρινη σαν χρυσάφι, απ αυτή έφτιαχνε δύο ειδών χασίς , καταμέριζε μια ποσότητα με το μάτι την έβαζε μέσα σε ασημένιο σαχάνι και την καβούρντιζε σε σιγανή φωτιά ανακατεύοντας αργά με ένα βεργί από τσιμισίριδύο υλικά που εξασφάλιζε ανάλλαχτες τις ιδιότητες του χασίς και στην ουσία και στο άρωμα, όταν η σκόνη άρχισε να αλλάζει χρώμα την πασπάλιζε με άχνα οπίου και μόσχου, ώστε να δίνουν στο χασίς ευχάριστη γεύση αυτό που ο Μηνάς έλεγε «καρισίκ» (ανάμικτο)  .

            Το άλλο είδος που είχε μόνο αγνό χασίς ήτανε «σαντέ» με το καβούρντισμα η σκόνη σκούρυνε και έβγαζε μυρωδιά που σιγά σιγά βάραινε και έβγαζε ένα πηχτό λάδι που με το ανακάτεμα έπηζε ώσπου γινόταν σκούρα ζύμη (καφετιά), τότε το κατέβαζε από την φωτιά , έπλενε τα χέρια του, τα στέγνωνε στην φωτιά έπαιρνε την κρύα πια  μάζα στην  χούφτα και άρχιζε να την ζυμώνει, μυρίζοντας την κάθε τόσο, όταν έκρινε ότι ήταν έτοιμη την έκοβε σε κομμάτια με τα δάκτυλα και τις παλάμες, κάθε τόσο την ζέσταινε στην φωτιά και την έτριβε σε χοντρά μακαρόνια, αυτά που ήταν για πούλημα τα έκοβε «μασούρια» σαν τσιγάρα, την ποσότητα του τεκέ την τύλιγε «καμιτζέ» και την έκρυβε σε μέρη που δεν ήξερε μήτε η γυναίκα του, και ποτέ κανείς δεν ανακάλυψε, κρατούσε σε μια ιδιαίτερη τσέπη μικρά κομματάκια.

 

            O τεκές άνοιγε το μεσημέρι, αλλά δεν είχε καμιά κίνηση , μόνο λίγοι ηλικιωμένοι πελάτες και νιοί «ντεληκανλήδες». Μετά από λίγο έκλεινε και έμεναν κάνα δύο «φιντάνια» να βοηθήσουν στην τάξη , όταν κουραζόταν ο Χατζής έλεγε «Γκιντεήμι γιαβουμλάρ» και ανέβαινε στο σπίτι να πάρει κανένα ύπνο , το βράδυ όμως όταν σκοτείνιαζε τα «κεπέγκια» μισάνοιγαν και άρχιζε η προσέλευση των πελατών, κάθονταν στους πάγκους του προαύλιου μιλούσαν σιγανά, τούρκοι , Ρωμιοί, χριστιανοί, μουσουλμάνοι, χαιρετιόντουσαν με ένα «Μεραμπά» βάζοντας το χέρι στο στήθος. Μετά έμπαιναν στην σάλα, η κοινωνική θέση του καθένα δεν ένοιαζε κανένα, φτωχοντυμένοι, άρχοντες, επαρχιώτες, με ευρωπαικές φορεσιές, δουλευτάδες, νταήδες, αξιωματούχοι του κράτους, στρατιωτικοί νοικοκυραίοι συγχνοτίζοντο όλοι  «καπανταήδες» και «σαμπουκάληδες» όλοι σεμνά , όλοι καλοδεχούμενοι σε κείνο το ζεστό ήρεμο καταφύγιο. Ο Γερό Μηνάς  αυστηρός και καλοσυνάτος επιβαλλόταν σ όλους .





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τα χασισοποτεία διευθύνουν απόφοιτοι των φυλακών, οι οποίοι λέγονται “ντεκεντζήδες”. Οι χασισοπόται συνήθως καπνίζουν ομαδικώς, πέντε έως δέκα, η δε προπαρασκευή εις το χασισοποτείον του καπνίσματος γίνεται παρουσία των υπό του ντεκεντζή, ο οποίος θεωρείται ο εμπειρότερος χασισοπότης. 


            Όλοι γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, κάποιοι τεριακλήδες που απ το χασίσι ήταν ανίκανοι για κάθε εργασία , το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν το καθισιό και ο ρεμβασμός με μισόκλειστα μάτια, αυτούς εκτός από τζάμπα χασίσι ο Χατζής τους χαρτζιλίκωνε κιόλας, αυτοί ήταν αφοσιωμένοι και ήταν η σωματοφυλακή του Χατζή Μηνά, αντιλαμβανόντουσαν από την πείρα  τους και προλάβαιναν αιφνιδιασμούς της αστυνομίας.

            Κάθε νέος μύστης ερχόταν με ένα παλιό του τεκέ και τους λέγαν «Χος γκελτιν», αυτούς οι «γιαβέρηδες» τους παρακολουθούσαν ιδιαίτερα με την άκρη του ματιού τους. Πελάτης ξένος αποκλειόταν γιατί οι "βαρδιανοί" επαγρυπνούσαν σε διάφορα σημεία γύρω από τον τεκέ.

           

            Τα «κεπέγκια» των παραθύρων σφαλούσαν, η πρόσοψη του τεκέ ήταν σκοτεινή , ενώ στο εσωτερικό άρχιζε μια άλλη ζωή μέσα σε «αρκαντασλίκι» ατμόσφαιρα, όποιος αργοπορούσε έμπαινε από άλλες πόρτες που αυτοί ξέρανε.

            Ο Χατζής τους χαιρετούσε «Μασαλλά!» (δόξα τω Θεώ) και οι χασικλήδες έλεγαν «Χατζή ντολντούρ» (γιόμισε Χατζή) και ο Μηνάς ετοίμαζε τους λουλάδες.

            Όταν όλα ήταν έτοιμα ο Μηνάς έβαζε λίγη θράκα στους λουλάδες και δοκίμαζε αν είναι εντάξει, όταν όλα ήταν εντάξει ο γέρος φυσούσε με τα χείλη στο καλάμι ενός λουλά σα σε σουραύλι και αυτό ήταν το σινιάλο της πρόσκλησης, οι «πιστοί» έμπαιναν  ο ένας πίσω από τον άλλον σα λιτανεία και ο Χατζής έλεγε «Χος γκελντιίζ αζιζλέρ» (καλώς ορίσατε αγαπητοί).

            Άλλοι όρθιοι άλλοι ανακούρκουδα στις φτέρνες, άλλοι κατάχαμα με τα πόδια σταυρωτά και άλλοι γονατιστοί καθόντουσαν όλοι στον μικρό εκείνο χώρο, το φουμάρισμα άρχιζε με λουλάδες «καρισίκ», ο μηνάς πατήκωνε με το χοντρό του δάκτυλο μια στρώση τουμπεκί μετά έβαζε χασίς που είχε μόσχο τέλος έμπαινε λιγοστή φωτιά από ξυλοκάρβουνα καλοθρακιασμένα, ο αριθμός των λουλάδων κανονιζόταν από τον Μηνά, ανάλογα την διάθεση που είχαν οι φουμαδόροι, το νερό των είχε μέσα «νανέ» (δυόσμο), ο συνδυασμός «νανέ» και του «ανάμεικτου μαυράκι» έδινε μια ιδιαίτερη γεύση. Ο Χατζής κάθε λουλά τον στόλιζε με μια μικρή γιρλάντα από χάντρες και μ ένα χαιμαλί που οι χασικλήδες πίστευαν ότι προστατεύει από το κακό μάτι . Στον τεκέ ο Μηνάς δεν επέτρεπε τη χρήση κανενός πιοτού για να μη κάνει κακό στην υγεία των χασικλήδων, βέβαια αυτό στους μωαμεθανούς το μόστραρε σαν τήρηση των εντολών του Αλλάχ, στα τούρκικα καφενεία σερβιρόταν και ρακί και κονιάκ κρυφά…..

 

            Αλλά ας ξανάρθουμε στην κάμαρη, Γερά Χατζής έριχνε μια  ματιά και έλεγε «Μασαλά γιαβρουμλάρ» (σκόρδα παιδιά μου)  τραβούσε μια ρουφηξιά να βεβαιωθεί ότι είναι εντάξει ο λουλάς και πρόσφερε τον λουλά  «Μπουγιουρουν καρντασιμ» (ορίστε αδελφέ μου) , ο λουλάς έκανε τον γύρο των χασικλήδων χέρι χέρι στην αρχή οι ρουφηξιές ήταν περισσότερο χασίς γι αυτό ήταν σύντομες, ο κάθε ένας ρουφούσε την ποσότητα που επιθυμούσε ο οργανισμός του , όσο περνούσε η ώρα οι ρουφηξιές ήταν πιο δυνατές και ηχηρές γιατί λιγόστευε το χασίς και το τεριακλίδι ζητούσε περισσότερο, ο Χατζής κανόνιζε τον αριθμό των λουλάδων ώστε να μένει χρόνος απ τη μια ρουφηξιά στην άλλη για να χαίρεται την ουσία του χασίς. Μερικοί κρατούσαν την καρύδα με το ένα χέρι και το άλλο το καλάμι του λουλά , αυτοί ήταν οι πρωτάρηδες, οι τεριακλήδες χουφτώνανε με τα δύο χέρια την καρύδα και ρουφούσαν μ όλη τους την ψυχή με το κεφάλι τεντωμένο χαμηλά στο στήθος . Σ ε  κάθε ρουφηξιά τα μάγουλα βαθουλώνανε και η όψη παραμορφωνόταν με το αλληθώρισμα των ματιών , βουβοί με τις παλάμες ανοικτές και ένα  μπουνταλάδικο παράπονο, σα να τους έφευγε κάτι πολύτιμο μες απ τα χέρια, έβγαζαν πνιχτά αναφωνητά ευχαρίστησης. Οι ρουφηξιές συνοδευόταν με βήχα και δάκρυα στα μάτια, τα φλέματα τα φτύνανε στο πάτωμα , αυτό συνέβαινε με όσους δεν ήταν μαθημένοι και αισθανόντουσαν ντροπιασμένοι, ο Μηνάς τους έδειχνε πώς να ρουφάνε, όταν ο έβηχαν συγκλόνιζε τους «ζαιφήδες» (καχεκτηκούς) οι άλλοι τους κοίταζαν τρυφερά  και με θαυμασμό.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : "Καφενεία που πωλούν καραμέλες, σοκολάτες, ζαχαρωτά και λοιπά, ή άλλα που- όπως αναφέρει κάποια εφημερίδα - αναγράφουν σε ξεχωριστή ταμπέλα δίπλα στο τζάμι ότι ΠΡΟΣΦΕΡΕΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΦΕΣ, αν και στην πρόσοψη υπάρχει τεράστια ταμπέλα που γράφει ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ".  




            Ο καπνός που έβγαινε από τους λουλάδες και τα στόματα γιόμισε σιγά σιγά το χώρο, σιωπή επικρατούσε και ακουγόταν το νερό στους λουλάδες, όταν το χασίς κόντευε να τελειώσει, οι φουμαδόροι φώναζαν « Χατζή , μπιρ νταά» (Χατζή έναν ακόμα). Ο Μηνάς αφαιρούσε τότε από την καρύδα το σωσμένο λουλά και έβαζε έναν άλλο που είχε ετοιμάσει , η αλλαγή έπρεπε να γίνει γρήγορα, «Αλλάς ιστέρσαν», ανάμεσα στα φουμαρίσματα ο Χατζής πήγαινε να δει αν τα σήματα από τους βαρδιάνους ήταν καλά και αν υπήρχε τάξη , ησυχία και ασφάλεια.

 

            Ύστερα από κάμποσο φουμάρισμα άρχισαν ένας ένας να τραβάνε γρήγορες κι απανωτές , αυτό είναι το γνώρισμα ότι άρχισαν να «μασρουριάζουν»  και να τους συνεπαίρνει ο νταλκάς, μερικοί μόνοι τους πηγαίνουν στην σάλα με βήματα μαλακά σα να μη είχαν κόκαλα, αν κάποιος ήθελε να συνεχίσει ο γέρος τον σίμωνε και χτυπώντας τον φιλικά τον οδηγούσε στην σάλα λέγοντάς του «φτάνει γιαβρουμ». Ο φουμαδόρος υπάκουε χαιρετούσε σιωπηλά βάζοντας την δεξιά παλάμη στο στήθος και σκύβοντας ελαφριά το κεφάλι, πρώτα στου Χατζή και μετά στους άλλους.

            Δεν έλειπαν και αυτοί που είχαν τα χάλια τους και έπρεπε να τους βοηθήσουν να πάρουν τα πόδια τους, εδώ σε αντίθεση με τον μικρό χώρο του φουμαρίσματος που ήταν στριμωγμένοι , μέσα στον φανταστικό διάκοσμο , άνετα θα χαιρόντουσαν τις ποθητές χίμαιρες. Τα πρόσωπα γαλήνια , χαρούμενα ή με μορφασμούς  και με μάτια ανοιγμένα σα γυάλινα , άλλων κλειστά και βαθουλωμένα , κάποιοι με το στόμα μισάνοιχτο , οι περισσότεροι όμως με το στόμα κλειστό για να συγκρατήσουν το ευωδάτο υγρό του χασίς, το κατάπιναν με σπασμούς λόξιγκα τους τράνταζε το κορμί, σιγά σιγά άρχιζαν να συνέρχονται σα να ξυπνούν από λήθαργο . Τότε μπαίνει ο Χατζή Μηνάς ρίχνει σε όλους ένα βλέμμα εγκαρδιωτικό «Μάσαλλα Αφερίμ Βάι Βάι καρνταλσάρ γιαβρουμλάρ» (Δόξα τω Θεώ , μπράβο αχ αδέλφια , παιδιά μου), με την βοήθεια των φιντανιών ανάβει τα πολύχρωμα φαναράκια στο ταβάνι και τέλος ανοίγει τους φεγγίτες της πρόσοψης. Το ρεύμα του αγέρα σείει τα αντικείμενα της οροφής που βγάζουν ήχους , η πολύηχη μουσική του ταβανιού επιτείνεται με την βοήθεια της απαλής κίνησης στα αντικείμενα από το χέρι του Χατζή, με την συναυλία η σάλα παίρνει άλλη όψη, οι άνθρωποι που ήταν σε νάρκη μπαίνουν σε κίνηση , ηλεκτρίζονται τα νεύρα , ζωντανεύουν τα μέλη , μοιάζουν σα να ξαναγεννιούνται ……… και ακούγονται τότε αναστενάγματα , αναφωνητά , αναφιλητά, κραυγές πνιγμένες, ο «Γκιόκ Ντουνιας» ( ουράνιος κόσμος) προκαλεί ποικίλες αντιδράσεις διαφορετικές στον κάθε ένα . Ο χατζής είναι σε επιφυλακή για αυτούς που με «χασίς κακό» ετοιμάζονται να  κάνουν κακό στον εαυτό τους και στους άλλους, εκεί με σίγουρο χέρι και με χαστούκι στα μάγουλα , ρακί στο πρόσωπο τον συνεφέρνει, ο γέρος για να μη ντραπεί ο χασικλής με λόγια, καμώματα, αστεία τον εγκαρδιώνει τον φιλά στο κούτελο λέγοντας «Περαστικά σου δεν είναι τίποτα γιαβρούμ».



 
            Μερικοί θέλουν να φουμάρουν τσιγάρο ή τσιμπούκι , ο γέρος επιτρέπει με μαλακό τρόπο το τσιγάρο και το ανάβει ο ίδιος και το πάει «ρουφηξιά σου –ρουφηξιά μου» για να μειώσει στο ελάχιστο την αρνητική επίδραση του καπνού στον οργανισμό τους και να μη κόψει την κανονική επενέργεια του χασίς. Ποτά κι τα πιο ελαφριά δεν επιτρέπονται στον τεκέ του Χατζή Μηνά και όλοι το σεβόνταν .

            Στο σημείο αυτό έκλειναν τα φιντάνια του τα πορτοπαράθυρα  και έμπαζε μέσα τα «χαϊβάνια» του (ζώα) την κατσίκα τις κότες τα περιστέρια , τις γάτες, τον σκύλο που περπατούσαν στα πόδια, τα κεφάλια  των χασικλήδων, μια χαρούμενη οικειότητα ζώων και ανθρώπων, ο Μηνάς μοιράζει λίγα φαγώσιμα σε κάθε «χαϊβάνι» , μερικοί θέλουν να κρατήσουν τα ζώα αλλά υτά σαν δασκαλεμένα φεύγουν και πηγαίνουν σ άλλους, λες και θέλουν να δοκιμάσουν όλων τα χάδια. Μόνο η γυναίκα και η κόρη του, σαν βέρος και φανατικός ανατολίτης , δεν άφηνε να φανούν πουθενά στον τεκέ, κανείς δεν μπορούσε να πει ότι τις είδε έστω για μια φορά .

            Τα «χαϊβάνια» κάτω από τις ανάσες των χασικλήδων μασμουριάζουν και αυτά , κουτουλούν σκοντάφτουν, τα πουλιά κειλαδούν δυνατά , οι χασικλήδες που συνέρχονται νοιώθουν ένα ψυχικό κορεσμό , αυτή την στιγμή ο Μηνάς την θεωρεί από τις ομορφότερε, βγάζει τα «χαϊβάνια» και ρίχνει στα μαγκάλια βαλσαμόλυρα που αρωματίζουν και καθαρίζουν την ατμόσφαιρα και ο γέρος με την βοήθεια των φιντανιών του φέρνει πεντακάθαρα όλα τα καλά λιχουδιές που είχε το «λολάκ» του, σερμπέτια και σιρόπια, τσιμπούκια με μυρωδάτο καπνό της Ξάνθης , ναργιλέδεςμε τουμπεκί Ισπαχάν, φρέσκα φυστίκια, αμυγδαλωτά Χίου, καραμελάτους «ακιντέδες», «σεκερτζίδικα» της Πόλης , λουκούμια, γλύκό τριαντάφυλλο, όλα αφθονα λιμπιζόταν η καρδιά του χασικλή και οι χασικλήδες έβγαζαν απανωτά «Μμ, Ωχ Αμάν» , πολλοί υποδεχόντουσαν με παλαμάκια κα ακουγόντουσαν σαν τραγούδι τα λόγια του γερό Μηνά :

 

«Χοπ – Χοπ γιαβρουμλάρ

Μπουγιουρούν αρκαντασλάρ,

Γέιν ίτσιν καρντασλάρ»

 

(Εμπρός παιδιά μου , ορίστε σύντροφοι , φάτε , πιέτε αδέλφια) και άρχιζε το φαγοπότι από τους χασικλήδες αργά αργά για να απολαύσουνε , ο Μηνάς περνούσε από την σάλα να πει ένα αστείο στον καθένα να ευφράνει την ψυχή του, καλόκαρδο πρόσχαρα και να έβλεπε κάποιο λεβέντη του έδινε μια παλαμιά στην πλάτη Ασίκ ντελικανλή σενί» (ερωτιάρικό μου παλικάρι εσύ), αν ήταν κανένας «ζαίφης» του χάιδευε το κεφάλι «Εδώ είμαστε γιαβρούμ».. Σόλα τα φαγώσιμα και τα πιόσιμα και τον καπνό και το τουμπεκί ο Χατζής έβαζε μια ελάχιστη ποσότητα χασίς σαν αντίδοτο, ώστε οι οργανισμοί να βρουν την ισορροπία τους και τρώγοντας η χλωμάδα υποχωρούσε από τα πρόσωπα , ξανάβρισκαν τις δυνάμεις τους , το κέφι τους. Τότε ο γέρος έφερνε το παγόνι του, αυτό άνοιγε τα φτερά του και γέμιζε με θάμβος η σάλα. Το παγόνι καμαρωτό και γυρνούσε αργά αργά , τέλος ο Χατζής το έκανε άφαντο αφήνοντας ένα θεσπέσιο όραμα στους χασικλήδες.

 

 

            Τώρα πια ο γερό Μηνάς άρχιζε να μιλά στους χασικλήδες και να τους λέει για τα έργα του Θεού που τα χαίρετε ο άνθρωπος , τους ξυπνούσε την φαντασία με ήρωες, έπιανε λακριντί με στίχους και εδάφια από τοΚοράνι και την Αγία Γραφή , γνωμικά και παροιμίες της ανατολής, ανέκδοτα μικρά και εύθυμα , παρότρυνε τους λογάδες στο «γκεβεζελίκι», έτσι έμπαιναν σε μια κανονική ζωή, σε περιβάλλον ζεστό , και τα φιντάνια του έφερναν και άλλα φαγώσιμα κι «ενταλίδικα». Ο Χατζής είχε και τον εύγλωτο παραμυθά του και του έλεγε «Νακλ ετ καρτάσιμ Αμάν!» (διηγήσου αδελφέ μου) , και αυτός άρχιζε την περιγραφή των ταξιδιών του Σεβάχ του θαλασσινού, ιστορίες του Νασρεντίμ Χότζα, αστεία από τον Καραγκιόζη, παραμύθια ελληνικά αράβικα, αρμένικα αλλά και επινοήσεις του παραμυθά που ευχαριστούσαν τους χασικλήδες. Το μόνο που δεν υπήρχε στον τεκέ ήταν άσεμνα υπονοούμενα, βρισιές , προστυχόλογα, αχρεία φερσίματα λες και είχαν εξαγνιστεί αυτοί οι άντρες, που και που κάποιο σιγανό τραγούδι ένας αμανές ακουγόταν και τότε ξεκρέμαγαν το μπουζούκι , το ντέφι  και τα εμπιστεύονταν σε αυτούς που ήξεραν, η φωνή του τραγουδιστή απαλή σε ανατολίτικους ρυθμούς, χωρίς αγριοφωνάρες, ζειμπέκικα, όχι τσιφτε-τέλια και καρσιλαμάδες και τότε κάποιος χορευτής σηκωνόταν και ενθουσίαζε τους «αρκαντάσηδες» που βάραγαν παλαμάκια και ακουγόταν κάποιο «Γιασά μπαμπαίτ» (γειά σου λεβέντη).






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ατμόσφαιρα της εποχής του μεσοπολέμου στις λαϊκές συνοικίες, όπου ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια τα χασισοποτεία.



Στο μεταξύ οι ώρες κυλούσαν, περασμένα μεσάνυχτα πια, σίμωνε η αυγή και τότε ο γέρος έλεγε « Καρντασλάρ γιαβρουμλάρ, ογλουρλάρ ολσού» (αδέλφια, παιδιά μου ώρα σας καλή). Ένας ένας σηκωνόντουσαν αλληλοχαιρετιόντουσαν «Αλλάχ ισμαλαντί» (στο καλό του Θεού)  και έφευγαν συντροφιές συντροφιές με βήμα βαρύ, μερικοί που ήθελαν ναμείνουν και άλλο τους συνέφερνε ο Χατζής «παιντός , αζιζλέρ. Ντεντίκ για» (τέλος αγαπητοί το είπαμε).

            Φεύγοντας ο καθένας έριχνε το μερτικό του σ ένα δίσκο που ο γέρος είχε βάλει στην πόρτα, ο Μηνάς τα λογάριαζε όλα μαζί , λουλάδες, πιοτά φαγώσιμα, οι φουκαράδες έριχνα ρεφενέ , μα ο Χατζής και όταν δεν είχαν αρκετά ή και καθόλου τους τα έκανε χαλάλι, οι παραλήδες έριχναν πάντα κάτι παραπάνω. Κανένας μεγαλουσιάνος έλεγε δυνατά «Χατζή Μπαμπά, όλα δικά μου» και τότε όλοι οι «Μπας χασικλήδες» του έλεγαν «Ο Θεός να σου τα δίνει μπερεκετλίδικα».

            Έτσι έπαιρνε τέλος η μυσταγωγία του χασισιού στην ανατολή, ο Μηνάς πήγαινε στο πισωμάγαζο τους λουλάδες και τους εξαφάνιζε………… και τα φιντάνια του τακτοποιούσαν το τεκέ ώστε με τον ήλιο να είναι καθαρός και έτοιμος.

 

 


 ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η φτώχεια δημιούργησε σε όλο τον κόσμο την διάδοση των φτηνών ναρκωτικών και  φυσικά την δημιουργία της ομαδικής χρήσης τους. 


 
 
ΚΑΤΟΧΗ ΚΑΙ ΧΑΣΙΣΙ
 
 
 
            Κατά την περίοδο της κατοχής, το χασίσι ήταν ελεύθερο και  «πουλιόταν αβέρτα», ο Μάρκος αναφέρει ότι: «…..στην κατοχή μ έπιασαν σ ένα τεκέ και μ άφησαν…..».
 
 
 
      

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : "Όταν  πρωτοάρχισα εγώ να καπνίζω  έδινες δύο τάλαρα και φούμαρες έναν ναργιλέ. Τώρα όμως ανέβηκε πάρα πολύ. Τώρα δεν υπάρχει ναργιλές." Μάρκος  Βαμβακάρης.
     
 
 Μετά την κατοχή η ασφάλεια εκμηδένισε τους τεκέδες και κυνήγησε τους χασικλήδες.
            Τώρα το χασίσι έφυγε από τις λαϊκές συνοικίες και ανέβηκε στα περίχωρα (αυτά βέβαια μέχρι το 1967.
 
Την περίοδο 1941-1949, Κατοχή και εμφύλιος πόλεμος, τα τραγούδια που γράφτηκαν κατατάσσονται σε 8 κατηγορίες που μας δίνει ο Δαμιανάκος έχουμε:
 
ερωτικά:39%(91 τραγούδια)
παραπονιάρικα, θλίψης, διαμαρτυρίας 23% (54 τραγούδια)
του σιναφιού 7%(16 τραγούδια)
εργασία, φτώχεια 7% (16 τραγούδια)
ονειρικά 5% (13 τραγούδια)

της φυλακής 1 τραγούδι.
χασικλίδικα 5% (12 τραγούδια).
 
Από τα χασικλίδικα μόνο ένα είναι της εποχής του εμφυλίου όλα τ άλλα είναι πιο πριν. Αυτό το γεγονός χρήζει κοινωνιολογική ερμηνεία, πως δηλαδή σε περίοδο τόσο μεγάλης φτώχιας και απογοήτευσης δεν ευδοκίμησε αυτό το τραγούδι!!!!!
 
Σημειώνω την καμπάνια της ΕΠΟΝ ενάντια στη χασισοποτεία. Είχε το χαρακτήρα ενημέρωσης και καλέσματος στο λαό, για προβληματισμό και ανυπότακτη στάση ζωής. Σε προχωρημένες συνθήκες του Πολέμου συναντούσε κανείς στις ανακοινώσεις της, εξαγγελίες όπως "...θα διαλύσουμε τους τεκέδες..". Ήταν αναγκαίο σίγουρα... Η χασισοποτεία έφτανε και στην παιδική ηλικία, και οι έμποροι είχαν ξεσαλώσει στους δρόμους. Επίσης, τη στιγμή που κυνηγιόντουσαν οι λέσχες των επονιτών από τους δωσίλογους, άνοιγαν τεκέδες….. το αντιστασιακό κίνημα κήρυξε ανελέητο πόλεμο και ενάντια στο χασίς... οι χρήστες συγκριτικά άντεχαν πολύ λιγότερο στις κακουχίες της Κατοχής……
 


 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :
 

Το Χάρο τον αντάμωσαν
πεντ έξι χασικλήδες
να τον ρωτήσουν
πώς περνούν
στον Άδη οι μερακλήδες.























Πες μας, βρε χάρε,
να χαρείς
το μαύρο σου σκοτάδι:
Έχουν χασίσι,
έχουν λουλάοι βλάμηδες στον Άδη;

Πες μας αν έχουν μπαγλαμάμπουζούκια
 και γλεντάνε.
Έχουν τεκέδες,
έχουν τσαρδίπου παν’ και την τραβάνε;


Πες μας αν έχουν γκόμενες
μανίτσες και γουστάρουν
τον ναργιλέ να κάνουνε
ντουζένι να φουμάρουν.
 
Πες μας, βρε χάρε, να χαρείς:
Τι κάνουνε τ’ αλάνια, 
βρίσκουν νταμίρα, έχουν λουλά
για κάθουνται χαρμάνια;

Πάρε δυο δράμια Προυσαλιό
και πέντε μυρωδάτο
και δώσε να φουμάρουνε
τ’ αδέλφια μας κει κάτω.
..........

 
 
ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
 
 
 
 
Παραθέτω μια διήγηση από τον Λύσανδρο Πιθάρα, ο οποίος έκανε μια εξαιρετική δουλειά πάνω στο ρεμπέτικο για τη βρετανική τηλεόραση αυτή  εμφανίζει την μυσταγωγία που οδηγούσε στον τεκέ:
 
 
«Το 1935, σ’ ένα λαϊκό αθηναϊκό μαγαζί. Απ’ έξω το μαγαζί έμοιαζε με ερείπιο, αλλά στο εσωτερικό η ατμόσφαιρα ήταν έντονη. Μέσα στον πυκνό καπνό των
ναρκωτικών και του λιβανιού, μια μικρή μπάντα ήταν καθισμένη στη σκηνή. Ο μπουζουξής – με μάτια μισόκλειστα – παίζει ένα αργό σόλο (ταξίμι), αναφωνώντας «αμάν…». Ξαφνικά, οι υπόλοιποι οργανοπαίχτες χτυπάνε τα πόδια τους κι αρχίζουν να παίζουν έναν σκληρό, ακατάπαυστο ρυθμό, όσο η φωνή του τραγουδιστή αντηχούσε γρατζουνιστά:

Τσοντάρησ’ αδερφούλα μουΝα πιούμε τσιμπουκάκι
Μαζί να μαστουριάσουμε,
Να παίξ’ το μπουζουκάκι.
(Μάρκος Βαμβακάρης, Αλανιάρης, 1935)

Το πλήθος, αποτελούμενο από φτωχούς ανθρώπους, κυρίως άντρες, ανταποκρίθηκε δείχνοντας την επιδοκιμασία του. Ένας απ’ αυτούς, γερμένος στο πλάι και με το σακάκι του να κρέμεται από τον έναν ώμο, σηκώθηκε στην πίστα. Με μάτια κλειστά και κορμί να ταλαντεύεται, χορεύει φέρνοντας το χέρι μια στο μέτωπό του, μια στο πάτωμα, ενώ όλη την ώρα κρατά το ρυθμό της μουσικής χτυπώντας ρυθμικά τις σόλες των παπουτσιών του. Αυτός είναι ο χορός του μάγκα, γνωστός κι ως ζεϊμπέκικο. Η μουσική που χορεύει είναι το ρεμπέτικο».
 
 
XAΣΙΣΟΛΟΓΑ
 
Είμαι γκον : Είμαι μαστούρης (λέγεται κα για το μεθύσι)
Κάνω γκλάβα, έκανε τετράγωνο κεφάλι (είναι ανάλογες με την παρά πάνω έκφραση).
 
Πλάκωσαν τα φαραόνια : αναφέρεται στους αστυνομικούς αλλά και στους τελωνοφύλακες (ιταλικό faraona γαλλικό pharaon).
Γυναίκα, πούστης και πρεζόνι δεν μπαίνει σε τεκέ : Γνωμικό  
Χασίς ελ φοκαρά : Το χόρτο των φτωχών.
Πίνω, φουμάρω, τραβώ, καπνίζω σημαίνουν την χρήση του χασίς,.
 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : "Αφού όπως σας είπα είχα παρασυρθεί στην αλητεία, άρχισα να ζω κι όλες τις κακοπάθειές της. Και μια μέρα, με τσακώνουνε μέσα στον τεκέ του Σωτηράκη με πέντε άλλους και μου δίνουνε τον αργιλέ και τα καλάμια και τα χασίσια και τα τουμπεκιά στα χέρια, και δεμένον με περνούσαν, μαζί με τους άλλους, απ’ την παραλία του Πειραιώς, της Ζέας, και μας πηγαίνανε για το τρίτο που ήταν στην οδό Ρετσίνα. Κάτι ξυλιές, κάτι κλωτσιές, και την άλλη μέρα για το πλημμελειοδικείο. Τότε μάς έδινε δυο τρεις μέρες κράτηση, και όσες φορές κι αν μας πιάναμε το ίδιο."  Μ Βαμβακάρης. 

 
ΤΡΟΠΟΙ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΑΣΙΣ
 
            Υπάρχουν χασισοπότες , χασισοφάγοι και χασισοκαπνιστές.
            Το χασίς λαμβάνεται :
 
 
Α. Με καφέ (ρίχνουν σκόνη ωμού χασίς).
 
Β. Σαν ματσούνι ( αναμιγνύεται με σιρόπι , ξερά σύκα και μοσχοκάρυδα).
 
Γ.  Σαν τσιγάρο. 
 1. Σφήνα (ανοίγουν με σπίρτο τρύπα στο τσιγάρο και εκεί χώνει χασίσι).
 2. Τσιγαριλίκι  (γίνεται με τσιγαρόχαρτα που στρίβονται σε κωνικό σχήμα, εκεί βάζουν χασίς ) Τζιβάνα (είναι το πρώτο μέρος του τσιγαριλικιού που γίνεται από χαρτόνι, είναι αυτό το μέρος που βάζουν στο στόμα) απ εκεί που το ανάβουν λέγεται φουρφούνι.
 
Δ. Με αργιλέ (ναργιλέ προήλθε από την περσική ναργκιλέλ που σημαίνει ινδοκαρύδα, οι τούρκοι τον λένε αργιλέ σισέχ δηλαδή μπουκάλι)  ο αργιλές είναι ένα σύστημα σωλήνων μπηγμένων σ ένα σφαιρικό δοχείο με νερό . Ο κάθετος σωλήνας είναι το σερίκαι φτάνει μέχρι τον πάτο του αργιλέ και περνά ελεύθερα το νερό και ο αέρας. Πάνω από το σερί στηρίζεται ο λουλάς(συνήθως είναι από πέτρα Μάλτας αλλά μπορεί στην ανάγκη να γίνει και από πατάτα) στον λουλά τοποθετούν τον καπνό ή το χασίς , πάνω από το χασίς βάζουν δύο τρία αναμμένα καρβουνάκια, την φωτιά αυτή ονομάζουν ρουφιάνα, στα πλάγια υπάρχει ένα καλάμι το τραβηχτό και απ εκεί ρουφά ο χασικλής. Με το ρούφηγμα ο καπνός κατεβαίνει από το σερί και μετά ανεβαίνοντας υπό μορφή φυσαλίδων από το νερό , δια του ρουβηχτού καταλήγει στο στόμα του χασικλή, το νερό παίζει τον ρόλο του φίλτρου. Στο πάνω μέρος του αργιλέ υπάρχει το γιούφ η αλλιώς η ντουμανόπορτα , είναι μια μικρή τρύπα που στο φουμάρισμα την κλείνουν  με το δάχτυλο για να εξισορροπούν οι πιέσεις. Μετά από την χρήση καθαρίζουν τον λουλά και τον αργιλέ μέσα σε ένα κουβά με κρύο νερό, γιατί αλλιώς πιάνει ζαφείρια. Μερικοί κατεβάζουν τον κουβά με τον αργιλέ σε ένα πηγάδι για να καθαριστεί καλύτερα .


 
            Τώρα οι μπατίρηδες χασικλήδες μεθούν εισπνέοντας ομαδικά χασίς που το βάζουν σε μαγκάλι με χωνεμένα κάρβουνα, αυτό προϋποθέτει πολύ μικρό δωμάτιο (μια τρύπα στην πραγματικότητα) και πολλοί χασικλήδες που στοιβάζονται σαν σαρδέλες στον χώρο αυτό, οι χασικλήδες αυτοί λέγονται ντουμανάκηδες.
 
            Στην φυλακή φουμάρουν το τσιγαριλίκι κουκουλωμένοι με μια κουβέρτα, για να εισπνέουν τον καπνό πολλές φορές, επειδή όμως το χασίς είναι λίγο ανακατεύουν το χασίς με καπνό και παίρνουν μερικές ασπιρίνες.
 
            Σπάνιος τρόπος καπνίσματος είναι ο ποτηράτος , όταν αντί για ναργιλέ χρησιμοποιούν ποτήρι και μια κοινή πίπα τσιγάρου καθώς και το γιουδάτο όπου το χασίς καίγεται σε ένα λιβανιστήρι και ο χασικλής εισπνέει το καπνό με πίπα.
 
 
 

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΧΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΧΑΣΙΣ

 

            Το χασίς είναι στην περίοδο πριν τον Β ΠΠ στα λαϊκά στρώματα , ας δούμε τι γράφει ο Πετρόπουλος :

 

«… Έξαρση της χασιποτίας σημειώνεται σε εποχές συμφορών ( 1897, μικρασιατική καταστροφή, κατοχή, ανταρτοπόλεμος). Οι περισσότεροι μη εγκληματίες , χασικλήδες είναι άεργοι (και άνεργοί)……….».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει:

«……… Η χρησιμοποίηση του χασισιού………είναι ο τεχνητός αληθινά αναντικατάστατος , επί γης παράδεισος των απελπισμένων……….  Γι αυτό φουμάρουν το χασίσι οι φτωχοί που παρασύρονται και οι ευαίσθητοι……….Φουμάρουν οι ερωτευμένοι αφού τα πάντα τελειώνουν με πίκρα……….. Να φουμάρω να μπαφιάσω και τις πίκρες να ξεχάσω. Ακόμη πίνουν χασίσι όσοι θέλουν να κοιμηθούν χωρίς να σβήσουν, όποιοι θέλουν να αυτοκτονούν εφ όρου ζωής………» .




ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΧΑΣΙΣ

 
            Το χασίς είναι γνωστό από την αρχαιότητα. Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Έλληνες δεν το χρησιμοποιούσαν.

            Το νηπενθές του ομήρου βότανο αιγυπτιακής προελεύσεως πιθανά να είναι το χασίς μπορεί όμως να είναι και το όπιο.

            Από το 1000μχ αρχίζει η μεγάλη διάδοσή του και οι φορείς που το διαδίδουν είναι οι μωαμεθανοί.

            Στην κυρίως Ελλάδα διαδόθηκε από την ανατολή το 1880 μχ από τους φυλακισμένους της Σμύρνης, της Προύσας και της Αραπιάς, το 1890 βγήκαν οι πρώτες απαγορευτικές διατάξεις για την χρήση του χασίς.

            Το 1923 άρχισε να τιμωρείται και η χρήση του χασίς στην Ελλάδα, μέχρι τότε μόνο οι χασισέμποροι τιμωρούντο. Από το 1925 το κράτος έχει το μονοπώλιο του χασισιού.

 
GCWBFS00

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  : Η Μικρασιατική καταστροφή ήταν η μαμή που γέννησε την άνθιση της χρήσης χασίς, όχι μόνο από εξαθλιωμένους πρόσφυγες αλλά και από πληθυσμούς που είδαν ιδανικά μιας φυλής να αιματοκυλούνται στον βωμό πολιτικών συμφερόντων.


 

ΤΕΚΕΔΕΣ ΣΤΗΝ ΥΠΟΛΟΙΠΗ ΕΛΛΑΔΑ

 

Ο τεκές του Σιδέρη (στην Θεσσαλονίκη υπάρχει και σχετικό τραγούδι του Τσιτσάνη).

 

ΤΑ ΧΑΣΙΚΛΙΔΙΚΑ

 

            Πριν παραθέσω κάποια χασικλίδικα τραγούδια θα πρέπει να πω ότι στα δημοτικά τραγούδια δεν αναφέρετε το χασίς.

 
Το «χασικλίδικο» αποτελεί πια ένα κομμάτι της ελληνικής μουσικής ιστορίας.

Μέχρι το 1922 έχουν καταγραφεί περίπου 200 τραγούδια με θέματα σχετικά με τις ουσίες. Απο το 1925 μέχρι το 1937 γύρω στα 150 τραγούδια.

Ενδικτικά :

Ο Τούντας από σύνολο περίπου 250, έγραψε γύρω στα 8.

Ο Σκαρβέλης απο σύνολο 100 μόνο 5.

Ο Περιστέρης γύρω στα 15 από τα 70.

Ο Βαμβακάρης 31 στα 70.

Ο Μητσάκης μόνο ένα σχετικό με το χασίς το 1946

Ακόμα 150 έγραψαν οι υπόλοιποι άγνωστοι συνθέτες της εποχής.

Να αναφέρω ότι ο Παπαιώαννου, ο Χατχηχρήστος δεν έγραψαν κανένα τραγούδι με ουσίες. Τα τραγούδια που είχαν σχέση με ηρωίνη ήταν κυρίως ειρωνικά περιγελαστικά και όχι ενθαρρυντικά. ( «Εσύ νόμιζες πως έχεις τίποτε κορτάκηδες / ούτε πιτσιρίκια έχεις, μήτε και πρεζάκηδες» ). Το μόνο τραγούδι που εξυμνεί τη χρήση ηρωίνης. Το ξανάπε, αλλαγμένο, η Χαρούλα Αλεξίου το 1976: «Ούζο όταν πιεις...». Γράφτηκε από τον κορυφαίο Μικρασιάτη μουσικό Σώσο Ιωαννίδη και τον Αιμίλιο Σαββίδη που έγραψε στίχους για τη «Ζεχρά» και για άλλα του ελαφρού αλλά και για μερικά υπέροχα χασικλίδικα, μέχρι να κυνηγηθεί από την λογοκρισία του Μεταξά ( δίωξη εμφανίστηκε στην δεκαετία του '80 επί ΠΑΣΟΚ,  ο υπουργός τύπου Μαρούδας κατέθεσε ένα νομοσχέδιο για την απαγόρευση των ρεμπέτικων-χασικλίδικων).!

Ο Πετρόπουλος μας παραθέτει 234 τραγούδια.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η δικτατορία του Ι Μεταξά ξεκίνησε απαγορεύσεις και εκτοπίσεις για να καταπολεμήσει τα ναρκωτικά, στην Ίο εκτοπίστηκε ο Μ Γενίτσαρης και ο Ανέστος, ο Γενίτσαρης περίγράφει τις προσπάθειες για να βοηθήσει τον Ανέστο Δελιά να κόψει την πρέζα.


 

ΔΕΡΒΙΣΗΣ (1920)

Στίχοι του Καρίτση

Στης παναγιάς την αμμουδιά που 'χε το τεκεδάκι
κι ερχόμουνα κάθε πρωί κι έσπαγα νταλκαδάκι
δυο χανουμάκια έμορφα μαστούρια τα καημένα
συνάντησα ένα πρωί στην άμμο καθισμένα


Πλησίασε δερβίση μου και κάθισε κοντά μας
άκου τραγούδια έμορφα βγαλμένα απ' την καρδιά μας


Να σου πατήσω ναργιλέ με τούρκικο σπαγάνι
στου μπάρμπα-Γιάννη τον τεκέ μεσ' το πασαλιμάνι


Πλησίασε δερβίση μου και κάθησε κοντά μας
παρ' το μπαγλαμαδάκι σου μαζί μας να φουμάρεις
.


 

* *

 

 

Ο Μάρκος περιγράφει τις συνθήκες της ημιπαράνομης χρήσης στην προ Μεταξά περίοδο:

«Γεια σου πόλισμαν λεβέντη, ασ' τον αργιλέ να καίει…».

 

* *

 

 

 

Απ τον καιρό που άρχισα την πρέζα να φουμάρω

Ο κόσμος μ απαρνήθηκε δεν ξέρω τι να κάνω.

Απ τις μυτιές που τράβαγα άρχισα το βελόνι

Και το κορμί μου άρχισε σιγά σιγά να λύώνει.

Τίποτε δεν μ απόμεινε στον κόσμο για να κάνω

αφού  η πρέζα μ έκανε στους δρόμους να πεθάνω.

 

Γράφτηκε για τον Ανέστο Δεληά.

 

* *

 

 

 

Βρε Πασαλιμανιώτισσα,
τσαχπίνα ζωντοχήρα
πως μ' έριξε στα χέρια σου
η άτιμή μου μοίρα

Μου 'χεις ανάψει μια φωτιά
και ντέρτι στο κεφάλι
και μια πληγή που δεν μπορεί,
να γίνει πιο μεγάλη
Μέσα στα χασικλίδικα
φουμάρω ολοένα
γιατί έχω ζωντονχήρα μου
καρασεβντά με σένα

Ζωντοχήρα μου εσύ με τρέλανες!...

Τον μπαγλαμά μου παίζοντας
τον πόνο μου σου λέγω
Βρε Πασαλιμανιώτισσα
σου τραγουδώ και λέγω

Άκου με τι παράπονο
το ντέρτι μου φωνάζω
αφού για σένα τραγουδώ
και βαριαναστενάζω
Μέσα στα χασικλίδικα
φουμάρω αλοένα
γιατί έχω ζωντοχήρα μου
καρασεβεντά με σένα

Ζωντοχήρα μου εσύ με τρέλανες!...

 

Oι στίχοι είναι του Π Τούντα

 

* *

 

 

Μερικοί σκόρπιοι στίχοι από διάφορα τραγούδια:

 

 

Μη χειρότερα , θεέ μου,

Έσπασα τον αργιλέ μου .

Κυρ λοχαγέ,  κυρ λοχαγέ

Έσπασες τον αργιλέ.

 

* *

Μεσα στου Μανθου τον τεκε
πινουν οι μαγκες αργελε(αργιλε)

Αργελεδες και τσιγαρο με χασισι
Προυσας μαυρο

 

* *

 

Δε μου λέτε, δε μου λέτε

Το χασίσι που πουλιέται

Το πουλούν οι ντερβισάδες

στους απάνω μαχαλάδες.

 

* *

 

Η μάνα μου με έστελνε

Σκολιό για να πηγαίνω

Μαγω τραβούσα στο βουνό

Με μάγκες να φουμαίρνω.

 

* *

Δε ντρέπεσαι Μανόλη

Κορόιδο να πιαστής

Τον αργιλέ να δόσεις

Στην φυλακή να μπεις

 

* *

Στου μπάρμπα Λάμπρου την αυλή

Σκοτώσαν έναν χασικλή

Κι η μπάρμπα Λάμπρενα , η καημένη

Είναι τώρα παραπονεμένη.




 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Δημοσίευμα του 1908, τα Βούρλα στον Άγιο Διονύση ήταν πορνείο σαν στρατόπεδο, φυσικά γινόταν χρήση ναρκωτικών ( εδώ έκαναν πρεζάκια τον Α Δελιά) και μετά την κατοχή έγινε τόπος φυλακής.




* *

 

Μεγάλη επιτυχία είχε σημειώσει το επιθεωρησιακό νούμερο «Εφοδος στον τεκέ» των Γιάννη Καμβύση και Πέτρου Κυριακού, το 1933. Ο τελευταίος, αλησμόνητος μάγκας της επιθεώρησης, μεταξύ άλλων λέει και το εξής τετράστιχο:

 

«Αδερφάκι, κάνε μόκο

 μαύροι πλακώσαν για μπλόκο

 τώρα στη γωνιά τούς είδα

 κάνε ζούλα την καρύδα

 θα μαγκώσουν τα ντερβίσια

 θα μας πάρουν τα χασίσια

 τα καλάμια θα μας βρούνε

 και τις ζούλες θ' ανθιστούνε».


 

* *

Το 1928 είχε ήδη κυκλοφορήσει ένα χασικλίδικο τανγκό, όπως σημειώνει ο Παναγιώτης Κουνάδης, το «Χασίς», σε μουσική Σ. Ζουμπέρ

 

«ρε όποιος στην καρδιά μαράζι

 αγάπης έχει και φωτιά

μέσα στου χασίς τη ζάλη

 κάποια θα βρει λησμονιά»

 

 * *

 

Που ʼσουνα και ήλθες πάλι
ρουφιανιά του Γαλιγάλη.
Η πουστιά μας του Μαρούδα
άσπρα μούρα μαύρα μούρα.

ή

Πουστιά του Μαρούδα
και ρουφιανιά του Γαλιγάλη
έφυγες και ήλθες πάλι.

 

  * *

 

Δεν το 'λπιζα Μανόλη κορόιδο να πιαστείς
και το λουλά να σπάσεις στη φυλακή να μπεις
Αν είσαι φίνος μάγκας πού 'ν' τα μπεγλέρια σου
αν είσαι και σερέτης πού 'ν' τα μαχαίρια σου

Εγώ είμαι φίνος μάγκας και φίνος χασικλής
κι όταν θα τη φουμάρω βρε να ξομολογηθείς
Έλα βρε Μανωλάκη να τα λιμάρουμε
να στρώσουμε κουβέρτα μωρε να τους τα πάρουμε

Για σένα ρε Μανόλη τα ρούχα μου πουλώ
και παίρνω μπαγλαμάδες και παίζω και γλεντώ
Έλα βρε Μανωλάκη να παίξεις μπαγλαμά
να κάνουμε κεφάλι στον ψεύτικο ντουνιά

 




 

* *

 

 

Της μαστούρας ο σκοπός
Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος πρώτη εκτέλεση Σ. Παγιουμτζής, Σ. Κερομύτης

 

Γιατί ρωτάτε να σας πω
αφού σας είναι πια γνωστό
όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε
πίνουν οι μάγκες αργιλέ (γλεντούν οι μάγκες με καημό)

Φωτιές ανάβει στο μυαλό
ένα ζεϊμπέκικο γλυκό
αυτοί χορεύουνε κι εγώ σφυρίζω
της μαστούρας το σκοπό (της αγάπης τον σκοπό)

Η νύχτα φέρνει την αυγή
κι ο μπαγλαμάς μου κελαηδεί
ένα κελάηδισμα το ίδιο πάντα
στης μαστούρας το σκοπό (στης αγάπης το σκοπό).

 

Η πρωτότυπη ερμηνεία του Στράτου  έχει ως εξής:

 

Γιατί ρωτάτε να σάς πω

 αφού σάς είναι πια γνωστό

 όταν συμβεί στα πέριξ φωτιές να καίνε

πίνουν οι μάγκες αργιλέ  Δις

 

Με την σειρά μου θα τον πιω

 τώρα τις τσίλιες μου κρατώ

 αυτοί τον πίνουνε κι εγώ σφυρίζω

 της μαστούρας το σκοπό Δις

 

 Τριγύρω όλοι στις φωτιές

 και βόλτα φέρνει ο αργελές

μ ένα κελάηδημα το ίδιο πάντα

 στης μαστούρας το σκοπό Δις

 

* *

 

 

«Ο ξέμαγκας» του Παπάζογλου, τραγούδι του 1935

 

 

«…Φύγε από με κουτόχορτο
χάσου κι εσύ τσιμπούκι
ν' ανοίξω τα ματάκια μου
από το μαστουρλούκι

Γιατί όσο τη φουμάριζα
έπεφτα και στο ζάρι
μπροστά με λέγαν έξυπνο
και πίσω παλαβιάρη…»

 

* *

 

 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Δημοσίευμα  του 1904 που αφορά επιδρομή της αστυνομίας σε τεκέδες.

   

 

«Πέντε Μάγκες» (1936).

 

«Πέντε μάγκες του Περαία πέρναγαν απ' τον τεκέ

 ένας είπε απ' την παρέα: "Πά' να πιούμε έν' αργιλέ"».

 

 

Του Γιοβάν Τσαούς (Ιωάννη Εϊτζιρίδη), που δεν έκανε χρήση ουσιών.

 

* *

 

 

«Η διαθήκη του χασικλή»

(Κωμικόν άσμα, 1931, μουσ. Γ. Καμβύση, στιχ. Π. Κυριακός).

 

«Αντε ρε σαν πεθάνεις, άντε ρε το λουλά τι θα τον κάνεις».

 

Στίχοι του Αιμίλιου Σαββίδη

 

«…Σαν μαστουρωθείς
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς, δικτάτορας,
Θεός και κοσμοκράτορας.
Πρέζα όταν πιείς
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στον κόσμο ρόδινα θε να τα δεις…»

 

* *

 

 «Το Χασίς» (1933). Σε ρυθμό ΤΑΓΚΟ

 

«Μες του χασίς τα πλάνα χάδια

 βρίσκεις στιγμές ηδονικές

περνάς ονειρεμένα βράδια

 και νύχτες μαγικές (ρεφρέν)

το πιο γλυκό μεθύσι

 το βρίσκεις στο χασίσι,

μ' αυτό καθείς ξεχνάει την κάθε συμφορά».
Από την ομώνυμη οπερέτα, με μουσική του κορυφαίου συνθέτη του ελαφρού Ιωσήφ Ριτσιάρδη και με στίχους του Σύλβιο (Σμυρνιός με πραγματικό όνομα Α Παπαδόπουλος), γιου του ποιητή και λογοτέχνη Κώστα Παπαδόπουλου. Υμνητικό για το χασίς.

 

 

ΤΟ ΒΑΠΟΡΙ ΑΠ ΤΗΝ ΠΕΡΣΙΑ

 

Στις 8 Ιανουαρίου του 1977, οι λιμενικές αρχές εντόπισαν στο υπό κυπριακή σημαία μότορσιπ «Γκλόρια», το οποίο είχε αποπλεύσει από τη Βηρυτό του Λιβάνου, με προορισμό την Αμβέρσα , 11 τόνους κατεργασμένου χασίς. Η ποσότητα αυτή χασίς είχε κρυφτεί μεταξύ κεντημάτων και ήταν από τις μεγαλύτερες που κατασχέθηκαν ποτέ στα παγκόσμια χρονικά. Η είδηση έφτασε και στ’ αυτιά του σπουδαίου στιχουργού και συνθέτη Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος σύντομα δημιουργεί το πολύ γνωστό λαϊκό τραγούδι «Το βαπόρι από την Περσία».

Οι λιμενικές αρχές συνέλαβαν τον πλοίαρχο Νίκο Ξανθόπουλο και τους ναυτικούς του πλοίου, όλοι Έλληνες εκτός δύο που ήταν Τούρκοι υπήκοοι. Οι άντρες του λιμενικού έκαναν χρήση καπνογόνων προκειμένου να ξετρυπώσουν τους κρυμμένους ναυτικούς. Στο «Γκλόρια» εντοπίστηκαν επίσης 2 πιστόλια τύπου Μπράουνινγκ και 500 σφαίρες.

Σύμφωνα με στοιχεία που ήρθαν στο φως αργότερα, ο πλοίαρχος του «Γκλορια», Νίκος Ξανθόπουλος ή «Κάπταιν Νικ», φέρεται να ήταν συνεργάτης των αμερικανικών υπηρεσιών δίωξης ναρκωτικών DEA, και η σύλληψη του «Γκλόρια» να ήταν «στημένη» υπόθεση -όπως επισημαίνει και ο Τσιτσάνης στο τραγούδι του - η οποία ήρθε σε πέρας σε συνεργασία με τα ανώτερα κλιμάκια του υπουργείου. Οι αρχές φρόντιζαν ούτως ώστε η σύλληψη των φορτίων να γινόταν με αληθοφανή τρόπο, ούτως ώστε να μην εκτεθεί ο Κάπταιν Νικ και έτσι, τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του.

Το Υπουργείο Οικονομικών όρισε ως αμοιβή για τη μεγάλη επιτυχία 7.800.000 δρχ., από τα οποία Κάπταιν Νικ πήρε 1.500.000 δρχ. και τα υπόλοιπα μοιράστηκαν μεταξύ αξιωματικών.

Το τραγούδι του Τσιτσάνη έγινε εμπορική επιτυχία πριν καν κυκλοφορήσει σε δίσκο, αφού παρουσιαζόταν στο πάλκο του «Σκοπευτηρίου» όπου εμφανιζόταν τότε ο Τσιτσάνης με την Λιζέτα Νικολάου. «Το βαπόρι απ’ την Περσία» ήταν η τελευταία μεγάλη επιτυχία του αγαπημένου συνθέτη, ο οποίος πέθανε το 1984.

Το τραγούδι

Το βαπόρι απ’ την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόννοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιός τη πληρώνει
Και σ’ αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια
Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ’ στο κόλπο ήταν μπλεγμένα
Τώρα κλαίν’ όλα τ’ αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια.

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης, Βλάχος

 
Picture


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μεταπολεμική επιτυχία της αστυνομίας που έγινε το γνωστό τραγούδι, εν τω μεταξύ, το χασίσι  αντικαταστάθηκε από σκληρότερα και χειρότερα ναρκωτικά.

  

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  1. ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ  ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ  εκδόσεις ΠΑΖΗΣΗ επιμέλεια Αγγελική Βέλλου Κάιλ
  2. Σ ΑΥΤΟΝ ΤΟΝ ΨΕΥΤΙΚΟ ΝΤΟΥΝΙΑ  εκδόσεις ΔΗΜΟΥ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ 2008.
  3. ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΝΤΑΗ – ΣΤΑΒΡΗ του ΠΑΝΟΥ Ν. ΤΣΕΛΕΠΗ  εκδόσεις ΤΡΟΧΑΛΙΑ.
  4. ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΚΟΣΜΟΥ Εκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ του ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  5. ΡΕΜΠΕΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ Εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ του ΗΛΙΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
  6. ΠΕΙΡΑΙΑΣ & ΣΥΝΟΙΚΙΣΜΟΊ των  Δρ ΧΑΡΗ ΜΙΧ ΚΟΥΤΕΛΑΚΗ  και ΑΜΑΝΤΑ Μ. ΦΩΣΚΟΛΟΥ Εκδόσεις Εστία Αθήνα 1991.

 

 

 

 


 
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου