Τετάρτη, 22 Ιανουαρίου 2014

ΔΜΩΕΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΗΣΙΟΔΟ



            Ο Ησίοδος θεωρούσε ότι τα πάντα για τον αγρότη ξεκινούσαν από τρία πράγματα «Ένα οίκο, μια γυναίκα και ένα βόδι», δηλαδή είναι αυτό που στην σύγχρονη οικονομία ονομάζουμε «Φύση, Εργασία, Κεφάλαιο», με την έννοια «Οίκος» περιλαμβάνει τα κτήματα και την οικία (σπίτι) διαμονής και ασφαλούς αποθήκευσης. Η γυναίκα ήταν η απαραίτητη βοηθός (εσωτερικές και εξωτερικές), η γυναίκα ήταν αγορασμένη δηλαδή δούλη (δμώα) και ενδεχομένως την κατάλληλη ώρα και κανονική σύζυγος. Το βόδι ήταν το κεφάλαιο σε μηχανικό εξοπλισμό που ήταν απαραίτητο για να βοηθήσει την παραγωγική διαδικασία.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ησίοδο το 730 π.Χ. περίπου
''Το γένος το σιδερένιο είμαστε εμείς; Πότε θα μας ξολοθρέψει ο μεγάλος Δίας , εμας το γένος το λιγόζωο , το τιποτένιο , το χωρίς αιδό και δικαιοσύνη ... (;)
Και πιο γένος θα ακολουθήσει ;''



            Στον κόσμο του Ησιόδου υπήρχαν πλην της μεγάλης κατηγορίας των αγροτών και των  αρχόντων και άλλες κοινωνικές ομάδες, όπως επαίτες, εργάτες ή Ελεύθεροι Ακτήμονες (θήτες), δούλοι (δμώες), τεχνίτες σ αυτούς συμπεριλαμβανόντουσαν και οι  αοιδοί, οι κλέφτες, οι παρείσακτοι ξένοι.


            Οι δμώες (δούλοι) ήταν μια αυτοαναπαραγόμενη κοινωνική ομάδα, τα παιδιά τους γινόντουσαν και αυτά δμώες, τους κρατούσε υπόδουλους, δεν γνωρίζουμε αν κάποιος δμώς μπορούσε κάποτε να κερδίσει την ελευθερία του και αν κάποιος ελεύθερος άνθρωπος μπορούσε να υποδουλωθεί. Στην κοινωνία του Ησιόδου υπήρχαν και αγορασμένοι από ξένο τόπο δούλοι, θύματα πειρατείας, ληστείας ή πολέμου, αυτοί όμως δεν πρέπει να ήταν πολλοί, γίνεται βέβαια λόγος για μια αγορασμένη γυναίκα σε εύπορο νοικοκυριό.


            Το καλοκαίρι οι δμώες κοιμούνταν στο ύπαιθρο για να ξαναρχίσουν αμέσως με το χάραμα τη δουλειά. Μόνο ο χωρικός γυρνούσε το βράδυ στο χωριό, συχνά μετά τη δύση του ηλίου, και για τον χειμώνα έκτιζαν οι ίδιοι ξύλινα καλύβια, πάντως η θαλπωρή του αγροτικού σπιτιού δεν ήταν εγγυημένη για τους δουλοπάροικους ή τους δμώες ούτε καν το χειμώνα. 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : «...ἐπεὶ δὲ τυγχάνομεν σκοποῦντες περὶ τῆς ἀρίστης πολιτείας, αὕτη δ’ ἐστί καθ’ ἧν ἡ πόλις ἃν εἴη μάλιστ’ εὐδαίμων, τὴν δ’ εὐδαιμονίαν ὅτι χωρὶς αρετὴς ἀδύνατον ὑπάρχειν εἴρηται πρότερον, φανερόν ἐκ τούτων ὡς ἐν τῇ κάλλιστα πολιτευομένῃ πόλει καὶ τῇ κεκτημένη δικαίους ἄνδρας ἁπλῶς, αλλὰ μὴ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε βάναυσον βίον οὔτ’ αγοραίον δεῖ ζῆν τοὺς πολίτας (αγενὴς γὰρ ὁ τοιοῦτος βίος καὶ πρὸς ἀρετὴν ὑπεναντίος), οὐδέ δὴ γεωργοὺς εἶναι τοὺς μέλλοντας ἔσεσθαι (δεῖ γὰρ σχολῆς καὶ πρὸς τὴν γένεσιν τῆς ἀρετῆς καὶ πρὸς τὰς πράξεις τὰς πολιτικάς)» (Αριστοτέλης, «Πολιτικά», 7, 1328 b, 35-1329 a, 1).



Ο Ησίοδος τους συμβούλευε να φτιάχνουν έγκαιρα καλύβες μέσα στο χωράφι για να προστατεύονται απ' τους ψυχρούς βορινούς ανέμους. Μόνο οι οικιακές δούλες που βοηθούσαν τη χωρική στην περαιτέρω επεξεργασία των καρπών, την ανατροφή των παιδιών και την υφαντουργία διέμεναν στο σπίτι.  Μια φορά τον μήνα γινόταν επιθεώρηση εργασίας και έπαιρναν την αμοιβή τους, η οποία τους αναλογούσε για να συντηρηθούν. Επειδή λόγω των περιορισμένων ή ανεπαρκών αποθεμάτων του ο χωρικός αναγκαζόταν να υπολογίζει με μεγάλη ακρίβεια τις ανάγκες του σε εργατικό δυναμικό, έπαιρνε στην υπηρεσία του μόνο ανύπαντρους και άτεκνους, δουλοπάροικους και οικιακές δούλες, γιατί δεν είχε τη δυνατότητα να θρέφει και μικρά παιδιά, που δεν μπορούσαν να βοηθήσουν στα χωράφια. Όπως συμβαίνει και σε άλλες αγροτικές κοινωνίες, έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, άμεση απόλυση απειλούσε τη δούλα που έμενε έγκυος. Ακόμη και μετά τον τοκετό, μόνο αν οι γονείς της ή κάποια ξένη τροφός προθυμοποιούνταν να αναλάβουν και να μεγαλώσουν το νεογέννητο, της επιτρεπόταν να γυρίσει στο αγρόκτημα. Έτσι οι εργάτες στα χωράφια, όσο ήταν στην υπηρεσία των χωρικών, ήταν αναγκασμένοι να μην κάνουν οικογένεια. Ακόμη κι αυτό ήταν αποκλειστικό προνόμιο των ευγενών και των χωρικών.

            Οι δμώες στην εποχή του Ησιόδου δεν θα ήσαν τόσο πολλοί. Ο Ησίοδος ονομάζει τους δουλοπάροικους και τις οικιακές δούλες «δμώες» και «δμώαι» αντίστοιχα, γιατί ενσωματώνονταν στον οίκο, πβ. λατινικά «domus». Συχνά συμφωνούσαν και σε μία επιπλέον αμοιβή, όπως για παράδειγμα ρουχισμός ή υποδήματα.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Ο Ησίοδος περιγράφει στο έργο του Έργα και Ημέραι, στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ., την εξέλιξη της δουλείας στην ιδιαίτερη πατρίδα του στη Βοιωτία, στο μικρό χωριό ʼσκρα (Ησίοδος, Έργα και Ημέραι 405-406, 597-608).


Στην καθημερινή ζωή και στην εργασία οι ελεύθεροι δουλοπάροικοι και οι οικιακές δούλες δεν είχαν διαφορετική αντιμετώπιση από τους μη ελεύθερους. Στους οίκους των ευγενών υπήρχε ανοχή ακόμη και για εξωσυζυγικές σχέσεις μεταξύ ελεύθερων και μη ελεύθερων υποτακτικών, και τα παιδιά που προέκυπταν από τέτοιου είδους δεσμούς αναθρέφονταν μαζί με τα παιδιά του κυρίου τους. Οι δουλοπάροικοι, έπειτα από πολλά χρόνια πιστής υπηρεσίας, μπορούσαν να ελπίζουν ακόμη και στο να αποκτήσουν την ελευθερία τους και να τους δώσει ο κύριός τους μια γυναίκα, ένα σπιτάκι κι ένα χωράφι για να το καλλιεργούν οι ίδιοι.





ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ των Δ Ι Κυρτάτα και Σ Ι Ράγκου εκδόσεις το ΒΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου