Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

Ο ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΜΕΡΛΙΝ



………….
Οι Γερμανοί και τα Τάγματα Ασφαλείας ερχόντουσαν κάθε βράδυ και κοίταζαν να βρουν μέσα στα μπουζουξίδικα ανθρώπους του βουνού. 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Από αριστερά: ένας φίλος του Μάρκου, η αδελφή του Γράτσια με το παιδί της, η αδελφή του Ρόζα, η μητέρα τους Ελπίδα. Το όρθιο παιδί πίσω είναι ο Αργύρης, αδελφός του Μάρκου. Δεύτερος από δεξιά ο Μάρκος σε ηλικία περίπου 40 ετών, και τελευταία δεξιά μια φίλη του.



Λοιπόν ένα βράδυ στην Άμφισσα ήρθε η κομαντατούρα, δηλαδή η γερμανική αστυνομία, και μέσα σ αυτούς ήταν και ένας Έλληνας που μίλαγε την γλώσσα, γερμανικά. Αυτός μιλούσε με τον αξιωματικό και λεγόταν και αυτός Μάρκος. Ήταν το δεξί χέρι των Γερμανών. Αυτός τα κανόνιζε όλα. Αυτός εκυνήγαγε τις γυναίκες ελευθέρων ηθών, αυτός εκυνήγαγε τους αντάρτες οι οποίοι κατέβαιναν από το βουνό, δηλαδή αυτός ήτανε ο άνθρωπος  που βοηθούσε τους Γερμανούς σε ότι ήθελαν. Δηλαδή ήταν ο φόβος και ο τρόμος.


Έκλεισε τις πόρτες του μαγαζιού και δεν μπορούσαν να βγούνε ούτε να μπούνε μέσα, ούτε έξω. Ένας σκοπός έκατσε εκεί και εφυλούσε και οι άλλοι έψαχναν μες το μαγαζί και όποιον τον έβλεπαν ότι ήταν ύποπτος τον έπαιρναν και  τον επήγαιναν στην οδό Μέρλιν, στο Κολωνάκι. Εκεί ήταν η κομαντατορα και εκεί τους εκαθάριζαν. Όταν έψαχνα, έκανα τι κάνανε, βρήκαν ποιον να πάρουνε, έρχεται ο αξιωματικός μαζί μ αυτόν τον Μάρκο, και μου λέει.

 Αύριο θα έρθεις κατά τις εννιά το πρωί στην οδό Μέρλιν.
Εγώ τι να με κάνεις; Τι με θέλεις εμένα; Τι δουλεία έχω εγώ εκεί;






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: To αρχηγείο των S.S. στην οδό Μέρλιν, στο κέντρο της Αθήνας. Ο Μάρκος γράφει: "Είδα κάτι αίματα στα ντουβάρια από δάκτυλα ανθρώπων, αίμα ανθρωπινό, και μου φώναζαν μερικοί ότι γύρισε, έλα από εδώ να σου πούμε, για να πας στα σπίτια μας, να πεις ότι αύριο θα μας τουφεκίσουν.".



 Και ξέρεις ήταν επίφοβα τότες, γιατί ήτανε και κομμουνισμός. Ετρέχανε οι άνθρωποι να πούνε εναντίον των Γερμανών. Και μη τα ρωτάς τι στεναχώρια είχα. Να με θέλουνε εμένα τώρα να πάω αύριο στην οδό Μέρλιν 6, που εκεί ήτνε σφαγείο. Από κει επαίρνανε τον κόσμο και τον πηγαίνανε τον εσφάζανε. Τον έπαιρνανε σε διάφορα άγρια μέρη και τους σκοτώνανε. Όταν επήγαινες, δύσκολα έβγαινες από κει. Ήσουνα δικασμένος να πεθάνεις.

Ήρθα σπίτι, το έλεγα στην γυναίκα μου, και δεν είχαμε κοιμηθεί εκείνο το βράδυ διότι ο νους μου έβανε τόσα πολλά κακά.

Το πρωί λέω της γυναίκας μου. Πάω Βαγγελιώ μου να ιδώ τι με θέλουν. Και εξεκίνησα. Στο δρόμο επορπάταγα σάμπως να επήγαινα στην καρμανιόλα για να με καρατομήσουν. Τι να κάνω; Έκανα καρδιά. Έκανα την καρδιά μου πέτρα και έφτασαν στην οδό Μέρλιν 6. Εκεί πέρα το λοιπόν, μόλις εμπήκα, ήτανε γύρω γύρω σκοποί που ήταν κομμουνιστές. Ακόμη μπορεί και να φυλάγανε και να τανε σκοποί των Γερμανών και να ήτανε καρφιά των άλλων, των κομμουνιστών. Και μόλις με είδανε στο πρόσωπο, με φωνάξανε  Μάρκο, Μάρκο, τι θες εδώ πέρα σ αυτό το μέρος; Τι θέλεις; Τι να τους πω τώρα εγώ; 






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Σπάνιο ντοκουμέντο που απεικονίζει τοίχο κρατητηρίου στο κτήριο της οδού Μέρλιν. Αποκαλύφθηκε τυχαία στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν γκρεμίστηκε μεσοτοιχία με τα παρακείμενα γραφεία της ΔΕΗ (φωτ. αρχείο Δ. Λούκα). Πηγή ιστοσελίδα του Δήμου Χαϊδαρίου.

Καμιά φορά άνοιξε ο Γερμανός, μ έβαλε μέσα για πρώτη φορά που άνοιξε.
Καθώς μπήκα έτρεμα σαν το ψάρι. Ήταν δύο πορτάκια, μα πολύ μυστηριώδεις, με σίδερα, με λουκέτα, και άνοιξαν και μπήκα μέσα. Στο ένα χέρι ήταν ένα υπόγειο πολύ μεγάλο και είχε δωμάτια μικρά, κλειδωμένα , πλημμυρισμένα από κόσμο. Καθώς επήγαινα για να ανέβω τις σκάλες μου εφώναζαν Μάρκο, εσύ εδώ τι θέλεις; Έλα πιο κοντά. Αλλά δεν ημπορούσα, είχα φοβηθεί τόσο πολύ που ενόμισα ότι ήταν σφαγή. Είδα κάτι αίματα στα ντουβάριααπό δάκτυλα ανθρώπων, αίμα ανθρωπινού, και μου φώναζαν μερικοί ότι γύρισε, έλα από εδώ να σου πούμε, για να πας στο σπίτι μας, να πεις ότι αύριο θα μας τουφεκίσουν. Να μου φιλήσεις τα παιδιά μου, τη γυναίκα μου. Εγώ ο φουκαράς τους ελυπόμουνα που άκουγα αυτά τα πράγματα και που ήξερα ότι κάθε μέρα ετουφέκιζαν δεκαπέντε και είκοσι.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Βασανιστήρια, χαρακτικό της Βάσως Κατράκη (λεπτομέρεια).«Κατά τας ώρας της εργασίας οι φρουροί δεν περιορίζοντο μόνον εις δαρμούς και ύβρεις, αλλά επέβαλλον εις τους κρατούμενους ενίοτε και τους χειρότερους εξευτελισμούς. Αρκεί να αναφέρω, ως παράδειγμα, ότι εγώ αυτός ηναγκάσθην μίαν ημέραν να εγκαταλείψω την εργασίαν μου εις τα συρματοπλέγματα και V ακολουθήσω τον φρουρόν, όστις, αφού με οδήγησε εις υπαίθριον αποχωρητήριον, με εξηνάγκασε να μαζεύω ακαθαρσίας με τα χέρια και να τας μεταφέρω εις παρακείμενον λάκκον». Μαρτυρία Κ. Βατικιώτη.

Τέλος πάντων έφτασα σε μια πόρτα μεγάλη. Ο Μάρκος με περίμενε.
Ήρθες;
Ήρθα.
Κάτσε να δω τον αξιωματικό, αν είναι ώρα να σε παρουσιάσω.

Ήταν κάποιος άλλος μέσα, και περίμενα σ ένα καναπέ. Καμιά φορά ετελέιωσε και μπαίνουμε στο σαλόνι και βλέπω για πρώτη φορά έναν υπολοχαγό του γερμανικού στρατού, πολύ γελαστόν, ο οποίος μου μιλούσε γερμανικά, αλλά εγώ δεν ήξερα από αυτά ουτε λέξη. Δηλαδή ήταν  ευδιάθετος και έλεγε με τον Μάρκο το τι θέλουν να μου ειπούν. Με έσκασαν ώσπου να ακούσω τι με θέλουν. Είδα και έπαθα τέλος πάντων.

Πρώτα πρώτα, μου λέει θα σου κάνουμε ένα καφέ ναι πιείς. Καφέ είχα να πιώ δύο τρία χρόνια. Που να πιείς. Δεν υπήρχε. Οι Γερμανοί είχαν καλό καφέ. Μου κάνει ένα καφέ. Ήπια τον καφέ. 

Λοιπόν, μου λέει ο διερμηνεύς, άκου  να δεις Μάρκο γιατί σ έχουν φέρει. Εδώ που ήρθες, θα μας βοηθήσεις.

Τι; Τι  βοήθεια θα σας κάνω εγώ, ένας που παίζω μπουζούκι; Παραπάνω από το να παίζω μπουζούκι; Τι να κάνω; Θέλετε να ρθω να πάμε καμιά γιορτή, να με πάρετε μαζί σας να διασκεδάσετε; Εντάξει. Μπορώ.
Όχι αυτό μου λέει.

Ε, τι θέλετε;

Εσύ μουλέει. Έρχεται πολύς κόσμος τα βράδυα κει που παίζεις, και χορεύουνε και μεθάνε, και μπορείς να τους γνωρίσεις.

Ποιανούς;

Αυτούνους που κατεβαίνουν από τα βουνά. Διάφοροι κομμουνιστές, ξέρω γω τι. Πρέπει να τους ξέρεις.

Που να τους ξέρω εγώ παιδί μου; Μπορεί να τους ξέρω; Και εκείνο το βράδυ που ήρθανε εκεί πέρα στην Άμφισσα και κάνανε και ξέρανε , μη τα ρωτάς τι ξύλο δώσανε μιανού και τον πήρανε. Και ήτανε δυνατός άνθρωπος. Χάθηκε απ τα μάτια. Εκείνο το βράδυ που μου πανε, την άλλη μέρα να έρθεις τον πήρανε τον μισερώσανε απ το ξύλο. Γκεστάπο.  

Αυτό θα μας κάνεις. Θα μας τα λες όλα, θα σου δίνουμε ότι γουστάρειςνα τρως σπίτι σου. Ψωμιά, φαγιά, μυστήρια και θα σε πληρώνουμε.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Το μνημείο στο κτήριο της οδού Μέρλιν 6.

Τι να πω; Ότι μου λέγανε, ναι έλεγα με το κεφάλι, δεν μπόραγα να πω διαφορετικά. Ναι, ναι, ναι, ναι Μέχρι να τελειώσω να καθαρίσω, να φύγω.

Κατόπιν είχα μελετήσει να δώσω των εματιώ μου, διότι μπορούσα να κάνω εγώ αυτά τα πράγματα; Αφού εμένα μ αγαπούσαν όλοι οι Έλληνες ανεξαρτήτως κόμματος. Ερχόντουσαν και μου έδιναν λεφτά και καμιά φορά και πράγματα για το σπίτι μου. Αφού μια φορά μου εχάρισαν ένα αυτοκίνητο τριών τόνων σταφύλια, ακαι εγώ τα χάρισα στον κόσμο.

Αφού ετελέιωσε ο διάλογος με την Γκεστάπο, με έβγαλαν από άλλο δρόμο, όχι από τον ίδιο που επήγα. Καθώς έφευγα, ο σωφέρ αυτουνού του Γερμανού ήταν κομμουνιστής. Του Γερμανού του ίδιουνε. Μου λέει. Πως ήρθες εδώ πέρα, βρε παιδί μου; Ποιος σ έφερε εδώ πέρα ρε μάνα μου εσένα;

Τι να με φέρει; Μ έφερε αυτός ο Μάρκος. Εκεί που παίζω κάθε βράδυ εγώ, ήλθε και με βρήκε και μου είπε να ρθω το πρωί, το οποίο ήρθα.

Τέλος πάντων σηκώνομαι, φεύγω.εκεί που καθόμουν με το γέρο. Επήρα την απόφαση να πάρω δρόμο, να σηκωθώ να φύγω από την Αθήνα. Ευτυχώς που ήταν οι ημέρες της κατάρεύσεως των Γερμανών. Κι όταν έφυγα γω και κατέβηκα κάτω στο σπίτι της γυναίκας μου, εδώ πέρα στον Πειραιά, δεν επέρασε και δύο μέρες τρεις, και παίρναν δρόμο και φεύγανε. Τρέχανε να φύγουνε, να σωθούνε.

 Κι έτσι εγλύτωσα απ αυτό το νταραβέρι που με τάξανε να με κάνουν οι Γερμανοί. Την ημέρα που έφυγαν έγραψ ένα τετράστιχο.

Ημέρα Πέμπτη ήτανε
Δώδεκα Οκτωβρίου
Που σπάσανε την κεφαλή
Του άγριου θερίου.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : 12 Οκτωβρίου 1944.
Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής. Όλο το βράδυ, μικρές φάλαγγες γερμανικών αυτοκινήτων ξεκινούσαν προς το Βορρά και στις 6:30 το πρωί άρχισε η αποχώρηση του κυρίως σώματος. Στις 8, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, όπου σε μία βιαστική τελετή, ο στρατηγός Φέλμι κατέθεσε στεφάνι.
Το μόνο που απέμενε ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ένας στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα χωρίς καμία επισημότητα στις 9:15, σημαίνοντας το τέλος της κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες και την αρχή ενός τρελού πανηγυριού στους δρόμους της Αθήνας. Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη».


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ της Αγγελικής Βελιού Κάιλ εκδόσεις ΠΑΠΑΖΗΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου