Τρίτη, 20 Αυγούστου 2013

ΤΑΒΑΝ ΤΑΜΠΟΥΡΟΥ



Απόσπασμα από  το βιβλίο «Ματωμένα Χώματα»
της Διδώς Σωτηρίου

 
Στους καφενέδες γινότανε κάθε βράδυ πρωτοφανέρωτος συνωστισμός, μαζεύονταν ρεσπέρηδες, μαστόροι, επαγγελματίες, δημογερόντοι, παπάδες και σιγοκουβεντιάζανε. Άσκημα τα νέα. Το τούρκικο γκουβέρνο δεν είχε μπιστοσύνη –σου λέει– στους χριστιανούς, τους στράτευε όλους, μα όπλο δεν τους έδινε, μ’ ούδε στολή. Σκάρωσε επί
τούτο κάτι Τάγματα πού τα βάφτισε Αμελέ Ταμπουρού (Τάγματα Εργασίας) μα πιο σωστό θε να ’τανε να τα πει Τάγματα θανάτου.

Στ’ Αμελέ Ταμπούρια, σου λέει, τους βασανίζουνε χειρότερα κι απ’ το χειρότερον οχτρό. Οι αιχμάλωτοι μπροστά τους είναι μπέηδες! Πείνα, ψείρα, βρόμα, δουλειά βαριά, να μη σηκώνεις κεφάλι δεκάξι με δεκοχτώ ώρες και σα  λιποθυμάς ή αντιστέκεσαι, καμτσίκι και βασανιστήρια! Το μόνο που τους δίνει το κράτος είναι ένα συσσίτιο κι αυτό δεν κάνει, σου λέει, μήτε για σκυλιά. Δέκα είκοσι νοματαίοι τρώνε μαζί, μέσα στη βρόμικη λεγένη όπου πλένουνε τσι ψείρες και τα σώβρακά τους. Και τι τρώνε; Μαυροζούμια σιχαμερά και ψοφίμια. «Όσοι προκάνουμε, πατέρα, μου ’γραψε το παιδί μου, κουταλίζουμε, ειδέ και σε πιάσει σιχασά πας χαμένος, λιμάζεις και τότε σου ’ρχεται να σκοτώσεις το διπλανό σου για να τ’ αρπάξεις απ’ το στόμα την μπουκιά που σιχαινόσουνα!».



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : υποχρεωτική κατάταξη Ελλήνων στα τάγματα εργασίας amele taburları [σκαπανέων] του τουρκικού στρατού.



– Τ’ Αμελέ Ταμπούρια, είπε ο παπα-Ζήσης είναι σύνεργα του διαβόλου. Στον πόλεμο του 12 δεν ηγινήκανε τέτοια αίσχη. Ποιός τον πονήρεψε τον Τούρκο;
– Το συμφέρο του κι ο Γερμανός, αποκρίθηκε ο Γιάκωβος ο φαναρτζής.


.............................................................


Όσοι φτάνανε απ’ τα αμελέ Ταμπούρια, σκαστοί ή με άδειες, διηγόντανε ιστορίες που δύσκολα τις πίστευε άνθρωπος. Χωριά και πολιτείες γεμίσανε φυγόστρατους και λιποτάχτες. Η λιποταξία ήτανε μια λύση απελπισίας. Κανείς δε θα μπορέσει να περιγράψει πόσο σκληρή ήταν η ζωή των κρυμμένων παλικαριών. Φκιάχνανε κρυψώνες κάτω από τη γη, μέσα σε πηγάδια, σ’ οχετούς και σε ταβάνια. Ταβάν Ταμπουρού τα λέγανε. Μένανε χρόνια κλεισμένοι ακόμα και χτισμένοι σε τοίχους.
Μόλις έπιανε να σουρουπώσει, ένας γυναικείος στρατός έδινε μάχη στο χωριό: Ήταν οι μανάδες που είχαν κρυμμένα τα παλικάρια και τους άντρες τους. Τέσσερα χρόνια οι γυναίκες αυτές ύπνο δε χορτάσανε, ψωμί ήσυχο δε φάγανε. Πολλές περνούσανε τις νύχτες τους στην καρέκλα με τ’ αφτί τεντωμένο, με την ψυχή αλαφιασμένη. Αφτιάζονταν κάθε λεφτό: «Έρχουνται! Έρχουνται!».
Έτσι τρελάθηκε η γυναίκα του τελάλη, του Κοσμά Σαράπογλου. Έκρυβε τρεις λεβέντες, ψηλούς ίσαμε το ταβάνι. Που να καταχωνιάσεις τέτοια ντερέκια, μέσα σε μια μπουκιά σπίτι! Κι όμως έπρεπε, γατί ’χε άλλα δυό παιδιά στ’ Αμελέ Ταμπούρια κι είδηση δεν έλαβε αν ζούσαν ή αν πέθαναν. Τα βράδια, όταν γίνονταν μπλόκα, οι τρείς γιοί του Κοσμά σερνόντανε από λαγούμια και υπονόμους και ξεφεύγανε τη σύλληψη. Η μάνα τους, τότε, άνοιγε την πόρτα, σταύρωνε τα χέρια στο στήθος, μη λάχει και χοροπηδήσουν από τρεμούλα, και περίμενε τους αστυνόμους.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η εξόντωση του Ελληνικού πληθυσμού της Μ Ασίας έγινε μεθοδικά και με κρατική μέριμνα.


– Ψάχτε όπου θέλετε, έκανε ψύχραιμα και αδιάφορα.
– Που κρύβονται οι γιοί σου;
– Σάματις ξέρω; Λόγο θα μου δώσουνε!
– Θα τους πιάσουμε! Που θα μας πάνε; Και τότε, να, μπροστά στα μάτια σου θα τους σφάξουμε! Να το ξέρεις...
Ύστερα φεύγανε οι τζανταρμάδες βρίζοντας. Η καρδιά της χτυπούσε να σπάσει, ίδρωνε, πάγωνε. Όταν έβλεπε τα παιδιά της να ξαναγυρίζουνε στο σπίτι, την έπιανε το παράπονο, σιγόκλαιγε, γονάτιζε κι έκανε την προσευχή της. Μια νύχτα όμως, αντί να την πιάσει κλάμα, την έπιασε γέλιο. Τ’ αγόρια στην αρχή τα ’χασαν. Κοιτάχτηκαν στον καθρέφτη, είδαν λάσπες στο πρόσωπό τους και ματωμένες γρατζουνιές, χαμογέλασαν, πλύθηκαν, κάθισαν στο τραπέζι για φαγητό. Μα η μάνα τους δεν έλεγε να σωπάσει. Χαχάνιζε όλο και πιο φωναχτά, έτσι που σ’ έπιανε φόβος να την ακούς. 




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μεταφορά πληθυσμών με βαγόνια για μεταφορά ζώων.


Ο άντρας της έχασε την υπομονή του:
– Σκάσε, π’ αναθεματισμένη! ούρλιαξε κι έδωσε μια γροθιά στο τραπέζι! Τι διάολο σ’ έπιασε, μωρή, και σκούζεις έτσι! Δεν καταλαβαίνεις πως θα γυρίσουν πίσω οι τζανταρμάδες;
Εκείνη τίποτα. Δεν άκουγε, δεν καταλάβαινε• είχε χάσει τα λογικά της κι αναγκαστήκανε να τήνε δέσουνε για να μην πάει στο Καρακόλι και προδώσει τους γιούς της!
Τα βράδια με τα μπλόκα ήταν όλο τρόμο. Όταν οι χωροφυλάκοι και οι σουβαρήδες πιάνανε λιποτάχτη, τον δέρνανε, τον βασανίζανε και καμιά φορά τον σκοτώνανε. Τότε, μέσα στη νύχτα, ακούγονταν θρήνοι κι αλυχτίσματα σκυλιών. Όλα τα σπίτια αγρυπνούσανε και περιμένανε...


ΒΙΒΙΟΓΡΑΦΙΑ




ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ της Διδώς Σωτηρίου εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου