Σάββατο, 1 Ιουνίου 2013

ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΗ (από Κύρου Ανάβαση)


            ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟΝ ΤΙΡΙΒΑΖΟ



            Οι μύριοι στην πορεία τους έφτασαν στην ορεινή και κρύα Αρμενία, κυβερνήτης εδώ ήταν ένας σατράπης ο Τιριβάζος, ([4.4.4] ὁ δὲ τόπος οὗτος Ἀρμενία ἐκαλεῖτο ἡ πρὸς ἑσπέραν. ὕπαρχος δ᾽ ἦν αὐτῆς Τιρίβαζος, ὁ καὶ βασιλεῖ φίλος γενόμενος, καὶ ὁπότε παρείη, οὐδεὶς ἄλλος βασιλέα ἐπὶ τὸν ἵππον ἀνέβαλλεν.) αυτός τους πρότεινε να περάσουν ειρηνικά από την επαρχία του με την προυπόθεση να τους εφοδιάσει με τρόφιμα αλλά να μη καίνε χωρία, έτσι οι μύριοι προχωρούσαν με την συνοδεία της σωματοφυλακής του Τιρίβαζου, η οποία προχωρούσε σε απόσταση ένα μίλι. ([4.4.6] ὁ δὲ εἶπεν ὅτι σπείσασθαι βούλοιτο ἐφ᾽ ᾧ μήτε αὐτὸς τοὺς Ἕλληνας ἀδικεῖν μήτε ἐκείνους καίειν τὰς οἰκίας λαμβάνειν τε τἀπιτήδεια ὅσων δέοιντο. ἔδοξε ταῦτα τοῖς στρατηγοῖς καὶ ἐσπείσαντο ἐπὶ τούτοις. [4.4.7] ἐντεῦθεν δ᾽ ἐπορεύθησαν σταθμοὺς τρεῖς διὰ πεδίου παρασάγγας πεντεκαίδεκα· καὶ Τιρίβαζος παρηκολούθει ἔχων τὴν ἑαυτοῦ δύναμιν ἀπέχων ὡς δέκα σταδίους· καὶ ἀφίκοντο εἰς βασίλεια καὶ κώμας πέριξ πολλὰς πολλῶν τῶν ἐπιτηδείων μεστάς.)



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μετά την μάχη στα Κούναξα και τον θάνατο του Κύρου του νεώτερου. Οι Έλληνες μισθοφόροι έπρεπε να διασχίσουν την Περσική αυτοκρατορία για να φτάσουν σε ασφαλές γι αυτούς λιμάνι.

            Όταν διαπίστωσαν ότι κάτω από δυσμενείς καιρικές συνθήκες η σωματοφυλακή αυτή είχε εξαφανιστεί αποφάσισαν να προφυλαχτούν σε μικρές ομάδες σε σπίτια των χωριών που ήταν μπροστά τους, έτσι η δύναμή τους κατακερματίστηκε, τότε κάποιοι στρατιώτες είπαν στους αξιωματικούς ότι είδαν φωτιές και επειδή δεν έτρεφαν καμιά εμπιστοσύνη στις προθέσεις των Περσών, ξαναμάζεψαν τον στρατό στην ύπαιθρο, πολλοί στρατιώτες φέρθηκαν με βάρβαρο τρόπο στους σπιτονοικοκύρηδες και κάποιοι έκαψαν τα σπίτια που τους φιλοξένησαν. (ἐδόκει δὴ τοῖς στρατηγοῖς οὐκ ἀσφαλὲς εἶναι διασκηνοῦν, ἀλλὰ συναγαγεῖν τὸ στράτευμα πάλιν. ἐντεῦθεν συνῆλθον· καὶ γὰρ ἐδόκει διαιθριάζειν. [4.4.11] νυκτερευόντων δ᾽ αὐτῶν ἐνταῦθα ἐπιπίπτει χιὼν ἄπλετος, ὥστε ἀπέκρυψε καὶ τὰ ὅπλα καὶ τοὺς ἀνθρώπους κατακειμένους· καὶ τὰ ὑποζύγια συνεπόδισεν ἡ χιών· ). Εκεί στην ύπαιθρο που ήταν μαζεμένο το στράτευμα το χιόνι κάλυψε τους στρατιώτες και τα ζώα, ώστε κανένας δεν ήθελε να σηκωθεί γιατί το χιόνι έμοιαζε σαν μια μαλακή ζεστή κουβέρτα. Τέλος πάντων κάποια στιγμή αποφάσισαν να κόψουν ξύλα και άναψαν φωτιές, γύρω από τις φωτιές οι στρατιώτες έτριβαν το κορμί τους με ένα βάλσαμο που τους είχαν υποδείξει οι ντόπιοι, αυτό το βάλσαμο ήταν φτιαγμένο από ξύγκι χοιρινό, σουσαμόλαδο, αμυγδαλόλαδο και νέφτι και είχε μια γλυκιά μυρουδιά.


            Σε αυτές τις συνθήκες αποφασίστηκε να κάνουν ανίχνευση και στείλανε τον οπλίτη Δημοκράτη από το Τέμενος, (ἔπεμψαν νυκτὸς Δημοκράτην Τημνίτην ἄνδρας) αυτός δεν βρήκε πουθενά σημάδια από φωτιές που είχαν δει οι στρατιώτες, αλλά έφερε έναν όμηρο που ήταν οπλισμένος με τσεκούρι και περσικό τόξο και υπηρετούσε στον στρατό του Τιρίβαζου, τον ανακρίνανε και αποκάλυψε ότι ο κυβερνήτης της Αρμενίας Τιρίβαζος είχε μαζί του τακτικό στρατό αλλά και ένα σώμα που είχε φτιάξει από διάφορες φυλές   και σκοπός του ήταν σε κάποιο ορεινό πέρασμα ανάμεσα στον Τίγρη και τον Ευφράτη, να τους επιτεθεί και να τους αφανίσει. (πορευθεὶς δὲ τὰ μὲν πυρὰ οὐκ ἔφη ἰδεῖν, ἄνδρα δὲ συλλαβὼν ἧκεν ἄγων ἔχοντα τόξον Περσικὸν καὶ φαρέτραν καὶ σάγαριν οἵανπερ καὶ <αἱ> Ἀμαζόνες ἔχουσιν. [4.4.17] ἐρωτώμενος δὲ ποδαπὸς εἴη Πέρσης μὲν ἔφη εἶναι, πορεύεσθαι δ᾽ ἀπὸ τοῦ Τιριβάζου στρατοπέδου, ὅπως ἐπιτήδεια λάβοι. οἱ δὲ ἠρώτων αὐτὸν τὸ στράτευμα ὁπόσον τε εἴη καὶ ἐπὶ τίνι συνειλεγμένον. [4.4.18] ὁ δὲ εἶπεν ὅτι Τιρίβαζος εἴη ἔχων τήν τε ἑαυτοῦ δύναμιν καὶ μισθοφόρους Χάλυβας καὶ Ταόχους· παρεσκευάσθαι δὲ αὐτὸν ἔφη ὡς ἐπὶ τῇ ὑπερβολῇ τοῦ ὄρους ἐν τοῖς στενοῖς ᾗπερ μοναχῇ εἴη πορεία, ἐνταῦθα ἐπιθησόμενον τοῖς Ἕλλησιν. [4.4.19]).



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : ο Ξενοφών (427 π.Χ. - 355 π.Χ) Ο Διογένης Λαέρτιος ονόμαζε τον Ξενοφώντα "Αττική Μούσα" λόγω της γλυκύτητας της γραφής του.



            Έτσι αποφασίστηκε μια επιχείρηση, αφήσανε μια γερή φρουρά στο στρατόπεδό τους και μια άλλη δύναμη τράβηξε για τους λόφους με οδηγό τον αιχμάλωτο, εκεί δηλαδή που ήταν το στρατόπεδο του Τιρίβαζου. Το ελαφρό ιππικό των Ελλήνων όρμησε και έπιασε 20 άλογα του εχθρού, κυρίεψε την σκηνή του Τιρίβαζου με τα ασημένια καθίσματα και τα ασημένια σερβίτσια καθώς και όλους τους τραπεζοκόμους και τους φουρναρέους του. (οἱ δὲ βάρβαροι ἀκούσαντες τὸν θόρυβον οὐχ ὑπέμειναν, ἀλλ᾽ ἔφευγον· ὅμως δὲ καὶ ἀπέθανόν τινες τῶν βαρβάρων καὶ ἵπποι ἥλωσαν εἰς εἴκοσι καὶ ἡ σκηνὴ ἡ Τιριβάζου ἑάλω καὶ ἐν αὐτῇ κλῖναι ἀργυρόποδες καὶ ἐκπώματα καὶ οἱ ἀρτοκόποι καὶ οἱ οἰνοχόοι φάσκοντες εἶναι. [4.4.22] ἐπειδὴ δὲ ἐπύθοντο ταῦτα οἱ τῶν ὁπλιτῶν στρατηγοί, ἐδόκει αὐτοῖς ἀπιέναι τὴν ταχίστην ἐπὶ τὸ στρατόπεδον, μή τις ἐπίθεσις γένοιτο τοῖς καταλελειμμένοις. καὶ εὐθὺς ἀνακαλεσάμενοι τῇ σάλπιγγι ἀπῇσαν, καὶ ἀφίκοντο αὐθημερὸν ἐπὶ τὸ στρατόπεδον. [4.5.1]).

            Την άλλη μέρα πέρασαν οι μύριοι από το στενό που λογάριαζε ο Τιρίβαζος να τους επιτεθεί. (ἐφ᾽ ᾧ ἔμελλεν ἐπιτίθεσθαι Τιρίβαζος κατεστρατοπεδεύσαντο.).

 
ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ




            Επί 45 ημέρες ο στρατός προχωρούσε μέσα σε πυκνό χιόνι και άγριο ξεροβόρι, ο στρατός είχε τσακιστεί από την κούραση, ο στρατός ήταν υποχρεωμένος να στρατοπεδεύει στην ύπαιθρο που το έδαφος ήταν καλυμμένο με ενάμιση μέτρο χιόνι, έτσι η κάθε ομάδα ήταν καταυλισμένη σε ένα λάκκο περιτριγυρισμένη από κρυστάλλινο τοίχο και στην μέση είχαν ανάψει μεγάλες φωτιές από τα ξύλα των γύρω δασών (διεγένοντο δὲ τὴν νύκτα πῦρ καίοντες· ξύλα δ᾽ ἦν ἐν τῷ σταθμῷ πολλά·).

            Την ημέρα στην πορεία η οπισθοφυλακή έβρισκε στρατιώτες αναίσθητους από την παγωνιά, κάποιος από τα μέρη εκείνα τους υπόδειξε ότι επειδή το κρύο είναι πολύ δυνατό και οι στρατιώτες είναι εξαντλημένοι, θα έπρεπε να τρώνε κάτι παραπάνω, έτσι μοιράστηκαν τρόφιμα στον στρατό και ο στρατός κατάφερε να σταθεί στα πόδια του.

            Η ακινησία των στρατιωτών ήταν ένα πολύ επικίνδυνο ζήτημα, έτσι οι αξιωματικοί με βρισιές και με χτυπήματα υποχρέωναν τους οπλίτες να είναι σε διαρκή κίνηση. Οι μύριοι αντιμετώπισαν το ζήτημα των κρυοπαγημάτων και πολλοί έχασαν τα δάκτυλα τους διότι τα σαντάλια τους είχαν λιώσει και φορούσαν χοντρά κι ακατέργαστα βοϊδοτόμαρα για παπούτσια που τους κρυστάλλωνε τα πόδια και τα κορδόνια έμπαινε στο κρέας τους,  καθώς και πρόβλημα της τύφλωσης λόγω του χιονιού, έτσι υποδείχτηκε να κρατούν ένα μαύρο ύφασμα μπροστά στα μάτια. ([4.5.12] ἐφείποντο δὲ τῶν πολεμίων συνειλεγμένοι τινὲς καὶ τὰ μὴ δυνάμενα τῶν ὑποζυγίων ἥρπαζον καὶ ἀλλήλοις ἐμάχοντο περὶ αὐτῶν. ἐλείποντο δὲ τῶν στρατιωτῶν οἵ τε διεφθαρμένοι ὑπὸ τῆς χιόνος τοὺς ὀφθαλμοὺς οἵ τε ὑπὸ τοῦ ψύχους τοὺς δακτύλους τῶν ποδῶν ἀποσεσηπότες. [4.5.13] ἦν δὲ τοῖς μὲν ὀφθαλμοῖς ἐπικούρημα τῆς χιόνος εἴ τις μέλαν τι ἔχων πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν ἐπορεύετο, τῶν δὲ ποδῶν εἴ τις κινοῖτο καὶ μηδέποτε ἡσυχίαν ἔχοι καὶ εἰς τὴν νύκτα ὑπολύοιτο· [4.5.14] ὅσοι δὲ ὑποδεδεμένοι ἐκοιμῶντο, εἰσεδύοντο εἰς τοὺς πόδας οἱ ἱμάντες καὶ τὰ ὑποδήματα περιεπήγνυντο· καὶ γὰρ ἦσαν, ἐπειδὴ ἐπέλιπε τὰ ἀρχαῖα ὑποδήματα, καρβάτιναι πεποιημέναι ἐκ τῶν νεοδάρτων βοῶν.).







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η αναζήτηση θάλασσας από τους Έλληνες μισθοφόρους, τους υποχρέωσε να διασχίσουν πολεμώντας όλο τον Μικρασιάτικο χώρο.


            Σε αυτή την κατάσταση του στρατού οι στρατιώτες το πρωί βρισκόντουσαν νεκροί, οι στρατιώτες του Τιρίβαζου που ακολουθούσαν μάλωναν ποιος θα πρωτοπάρει τα ζώα που έμεναν πίσω κι έσφαζαν όλους τους στρατιώτες που τρικλίζανε ξυλιασμένοι ή τυφλωμένοι από το χιόνι. Συνέβησαν δραματικά γεγονότα και οι στρατιώτες του Τιριβάζου από πίσω μάλωναν ποιος θα κατοχυρώσει τα λάφυρα από τις στολές και τα προσωπικά είδη των στρατιωτών των μυρίων.

            Η οπισθοφυλακή για να τελειώνει με αυτή την υπόθεση γύρισε πίσω και έκαναν επίδειξη δύναμης με φωνές και χτυπήματα των ασπίδων με το δόρυ. Οι στρατιώτες του Τρίβαζου φοβήθηκαν και έσπευσαν να κρυφτούν στο χιόνι για να γλυτώσουν, από τότε τους κόπηκε η λαλιά. ([4.5.18] ἔνθα δὴ οἱ ὀπισθοφύλακες, ἅτε ὑγιαίνοντες, ἐξαναστάντες ἔδραμον εἰς τοὺς πολεμίους· οἱ δὲ κάμνοντες ἀνακραγόντες ὅσον ἐδύναντο μέγιστον τὰς ἀσπίδας πρὸς τὰ δόρατα ἔκρουσαν. οἱ δὲ πολέμιοι δείσαντες ἧκαν ἑαυτοὺς κατὰ τῆς χιόνος εἰς τὴν νάπην, καὶ οὐδεὶς ἔτι οὐδαμοῦ ἐφθέγξατο.).

            Όσο συνεχιζόταν η πορεία τόσο περισσότεροι άρρωστοι έμεναν στο χιόνι, χωρίς φωτιά και χωρίς τροφή, έτσι δημιουργήθηκαν αποσπάσματα που περιμάζωναν αυτούς τους οπλίτες.




ΥΠΟΓΕΙΑ ΣΠΙΤΙΑ




            Η εμπροσθοφυλακή κατάφερε να φτάσει σε ένα χωριό και να ξεκουραστεί, έτσι οι οπλίτες αυτοί ξεκούραστοι γύρισαν και μάζεψαν όσους δεν μπορούσαν να περπατήσουν. Το στράτευμα συγκεντρώθηκε και  στρατοπέδευσε στα χωριά. Τα χωριά αυτά ήταν σπίτια κάτω από την γη, υπόγεια δηλαδή που κατέβαινες με σκάλες ανάμεσα από κάτι τρύπες 9όσες το στόμιο ενός πηγαδιού. Τα σπίτια αυτά ήταν ζεστά, ευρύχωρα και βολικά. Εκεί ζούσαν πρόβατα, κατσίκες και πουλερικά μαζί με τους ανθρώπους. Οι μύριοι εκεί βρήκαν άφθονο σιτάρι , κριθάρι , λαχανικά και κρασί από κριθάρι.


            Το κριθαρένιο αυτό κρασί οι ντόπιοι το  έπιναν σε μεγάλη μαστέλα γεμάτη μέχρι επάνω και έβλεπε κανείς τους μισοαλεσμένους σπόρους να πλέουνε στην επιφάνεια, καλάμια , μικρά και μεγάλα, ήταν απλωμένα γύρω από το μαστέλο, κι όταν ήθελε να πιει κάποιος βουτούσε το καλάμι και ρουφούσε. Το κρασί αυτό ήταν πολύ δυνατό και οι οπλίτες το συνήθισαν.







ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τα υπόγεια χωριά δεν είναι κάτι άγνωστο στον Μικρασιάτικο χώρο. Στην Καππαδοκία η υπόγεια πόλη Derinkuyu έχει   οκτώ επίπεδα κάτω από την γη  και 85 μέτρα βάθος. Ο λόγος ύπαρξης αυτών των πόλεων έχει να κάνει με την ασφάλεια των κατοίκων, οι πόλεις αυτές διέθεταν φρέσκο αέρα και καθαρό νερό.


            Βέβαια οι κάτοικοι όταν έβλεπαν να πλησιάζουν οι στρατιώτες, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους συναποκομίζοντας και πράγματα που χρειαζόταν ο στρατός, έτσι η κυρίευαν  αυτά τα χωρία αιφνιδιαστικά, εκεί που έμεινε ο Ξενοφώντας το κυρίευση ο Πολυκράτης ο Αθηναίος, στο χωριό αυτό βρήκαν 17 πουλάρια που οι χωρικοί καλοτάιζαν  για να στείλουν στον Πέρση βασιλιά σαν φόρος της φυλής (φυσικά αυτά τα κράτησαν οι αξιωματικοί), εκεί ήταν και ο φύλαρχος με την κόρη του, που πριν οκτώ μέρες είχε παντρέψει (ο άντρας της είχε πάει να κυνηγήσει λαγούς). Τους κράτησαν τους κατοίκους λοιπόν με υποσχέσεις για δώρα που θα τους έδιναν όταν θα έφευγαν, και εκείνοι ήταν εν αναμονή των δώρων πολύ περιποιητικοί. Η ζωή σε αυτά τα χωριά υπήρξε μια πολύ καλή ανάπαυλα για τον ταλαιπωρημένο στρατό των μυρίων, από εκεί έμαθαν και ποιες φυλές θα έβρισκαν στον δρόμο τους, ακόμα οι ντόπιοι τους έμαθαν τρόπους επιβίωσης στο χιόνι, τους έδωσαν συμβουλές πως δεν θα γλιστρούν τα ζώα στο χιόνι, τυλίγοντας τις όπλες με σακιά. ([4.5.24] ἔνθα δὴ Πολυκράτης Ἀθηναῖος λοχαγὸς ἐκέλευσεν ἀφιέναι ἑαυτόν· καὶ λαβὼν τοὺς εὐζώνους, θέων ἐπὶ τὴν κώμην ἣν εἰλήχει Ξενοφῶν καταλαμβάνει πάντας ἔνδον τοὺς κωμήτας καὶ τὸν κώμαρχον, καὶ πώλους εἰς δασμὸν βασιλεῖ τρεφομένους ἑπτακαίδεκα, καὶ τὴν θυγατέρα τοῦ κωμάρχου ἐνάτην ἡμέραν γεγαμημένην· ὁ δ᾽ ἀνὴρ αὐτῆς λαγῶς ᾤχετο θηράσων καὶ οὐχ ἥλω ἐν τῇ κώμῃ. [4.5.25] αἱ δ᾽ οἰκίαι ἦσαν κατάγειοι, τὸ μὲν στόμα ὥσπερ φρέατος, κάτω δ᾽ εὐρεῖαι· αἱ δὲ εἴσοδοι τοῖς μὲν ὑποζυγίοις ὀρυκταί, οἱ δὲ ἄνθρωποι κατέβαινον ἐπὶ κλίμακος. ἐν δὲ ταῖς οἰκίαις ἦσαν αἶγες, οἶες, βόες, ὄρνιθες, καὶ τὰ ἔκγονα τούτων· τὰ δὲ κτήνη πάντα χιλῷ ἔνδον ἐτρέφοντο. [4.5.26] ἦσαν δὲ καὶ πυροὶ καὶ κριθαὶ καὶ ὄσπρια καὶ οἶνος κρίθινος ἐν κρατῆρσιν. ἐνῆσαν δὲ καὶ αὐταὶ αἱ κριθαὶ ἰσοχειλεῖς, καὶ κάλαμοι ἐνέκειντο, οἱ μὲν μείζους οἱ δὲ ἐλάττους, γόνατα οὐκ ἔχοντες· [4.5.27] τούτους ἔδει ὁπότε τις διψᾐη λαβόντα εἰς τὸ στόμα μύζειν. καὶ πάνυ ἄκρατος ἦν, εἰ μή τις ὕδωρ ἐπιχέοι· καὶ πάνυ ἡδὺ συμμαθόντι τὸ πῶμα ἦν. [4.5.28] ὁ δὲ Ξενοφῶν τὸν ἄρχοντα τῆς κώμης ταύτης σύνδειπνον ἐποιήσατο καὶ θαρρεῖν αὐτὸν ἐκέλευε λέγων ὅτι οὔτε τῶν τέκνων στερήσοιτο τήν τε οἰκίαν αὐτοῦ ἀντεμπλήσαντες τῶν ἐπιτηδείων ἀπίασιν, ἢν ἀγαθόν τι τῷ στρατεύματι ἐξηγησάμενος φαίνηται ἔστ᾽ ἂν ἐν ἄλλῳ ἔθνει γένωνται. [4.5.29] ὁ δὲ ταῦτα ὑπισχνεῖτο, καὶ φιλοφρονούμενος οἶνον ἔφρασεν ἔνθα ἦν κατορωρυγμένος. ταύτην μὲν τὴν νύκτα διασκηνήσαντες οὕτως ἐκοιμήθησαν ἐν πᾶσιν ἀφθόνοις πάντες οἱ στρατιῶται, ἐν φυλακῇ ἔχοντες τὸν κώμαρχον καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ ὁμοῦ ἐν ὀφθαλμοῖς. [4.5.30] τῇ δ᾽ ἐπιούσῃ ἡμέρᾳ Ξενοφῶν λαβὼν τὸν κώμαρχον πρὸς Χειρίσοφον ἐπορεύετο· ὅπου δὲ παρίοι κώμην, ἐτρέπετο πρὸς τοὺς ἐν ταῖς κώμαις καὶ κατελάμβανε πανταχοῦ εὐωχουμένους καὶ εὐθυμουμένους, καὶ οὐδαμόθεν ἀφίεσαν πρὶν παραθεῖναι αὐτοῖς ἄριστον· [4.5.31] οὐκ ἦν δ᾽ ὅπου οὐ παρετίθεσαν ἐπὶ τὴν αὐτὴν τράπεζαν κρέα ἄρνεια, ἐρίφεια, χοίρεια, μόσχεια, ὀρνίθεια, σὺν πολλοῖς ἄρτοις τοῖς μὲν πυρίνοις τοῖς δὲ κριθίνοις. [4.5.32] ὁπότε δέ τις φιλοφρονούμενός τῳ βούλοιτο προπιεῖν, εἷλκεν ἐπὶ τὸν κρατῆρα, ἔνθεν ἐπικύψαντα ἔδει ῥοφοῦντα πίνειν ὥσπερ βοῦν. καὶ τῷ κωμάρχῳ ἐδίδοσαν λαμβάνειν ὅ τι βούλοιτο. ὁ δὲ ἄλλο μὲν οὐδὲν ἐδέχετο, ὅπου δέ τινα τῶν συγγενῶν ἴδοι, πρὸς ἑαυτὸν ἀεὶ ἐλάμβανεν. [4.5.33] ἐπεὶ δ᾽ ἦλθον πρὸς Χειρίσοφον, κατελάμβανον κἀκείνους σκηνοῦντας ἐστεφανωμένους τοῦ ξηροῦ χιλοῦ στεφάνοις, καὶ διακονοῦντας Ἀρμενίους παῖδας σὺν ταῖς βαρβαρικαῖς στολαῖς· τοῖς παισὶν ἐδείκνυσαν ὥσπερ ἐνεοῖς ὅ τι δέοι ποιεῖν. [4.5.34] ἐπεὶ δ᾽ ἀλλήλους ἐφιλοφρονήσαντο Χειρίσοφος καὶ Ξενοφῶν, κοινῇ δὴ ἀνηρώτων τὸν κώμαρχον διὰ τοῦ περσίζοντος ἑρμηνέως τίς εἴη ἡ χώρα. ὁ δ᾽ ἔλεγεν ὅτι Ἀρμενία. καὶ πάλιν ἠρώτων τίνι οἱ ἵπποι τρέφονται. ὁ δ᾽ ἔλεγεν ὅτι βασιλεῖ δασμός· τὴν δὲ πλησίον χώραν ἔφη εἶναι Χάλυβας, καὶ τὴν ὁδὸν ἔφραζεν ᾗ εἴη. [4.5.35] καὶ αὐτὸν τότε μὲν ᾤχετο ἄγων ὁ Ξενοφῶν πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ οἰκέτας, καὶ ἵππον ὃν εἰλήφει παλαίτερον δίδωσι τῷ κωμάρχῳ ἀναθρέψαντι καταθῦσαι, ὅτι ἤκουεν αὐτὸν ἱερὸν εἶναι τοῦ Ἡλίου, δεδιὼς μὴ ἀποθάνῃ· ἐκεκάκωτο γὰρ ὑπὸ τῆς πορείας· αὐτὸς δὲ τῶν πώλων λαμβάνει, καὶ τῶν ἄλλων στρατηγῶν καὶ λοχαγῶν ἔδωκεν ἑκάστῳ πῶλον. [4.5.36] ἦσαν δ᾽ οἱ ταύτῃ ἵπποι μείονες μὲν τῶν Περσικῶν, θυμοειδέστεροι δὲ πολύ. ἐνταῦθα δὴ καὶ διδάσκει ὁ κώμαρχος περὶ τοὺς πόδας τῶν ἵππων καὶ τῶν ὑποζυγίων σακία περιειλεῖν, ὅταν διὰ τῆς χιόνος ἄγωσιν· ἄνευ γὰρ τῶν σακίων κατεδύοντο μέχρι τῆς γαστρός.).






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι Πέρσες σ όλες τις συγκρούσεις  ηττήθηκαν από τους Έλληνες μισθοφόρους.



            Ο Ξενοφώντας δεν παρέλειψε να χαρίσει μερικά χρήσιμα πράγματα στον φύλαρχο όπως και το άλογό του. Ο δε Χειρίσοφος πήρε μαζί του τον φύλαρχο και τον γιό του σαν όμηρο για να είναι βέβαιος ότι δεν θα του έστηναν κάποια παγίδα αλλά και σαν οδηγό, στην πορεία ο Χειρίσοφος φέρθηκε βάναυσα στον φύλαρχο και εκείνος εγκαταλείποντας τον γιό του εξαφανίστηκε, τον γιό του φύλαρχου τον πήρε ο Επισθένης από την Αμφίπολη και τον φρόντισε με μεγάλη στοργή και αφοσίωση, ο νέος αυτός έγινε ένα πιστός και αφοσιωμένος φίλος για τον Επισθένη. ([4.6.1] ἐπεὶ δ᾽ ἡμέρα ἦν ὀγδόη, τὸν μὲν ἡγεμόνα παραδίδωσι Χειρισόφῳ, τοὺς δὲ οἰκέτας καταλείπει τῷ κωμάρχῳ, πλὴν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἄρτι ἡβάσκοντος· τοῦτον δὲ Πλεισθένει Ἀμφιπολίτῃ δίδωσι φυλάττειν, ὅπως εἰ καλῶς ἡγήσοιτο, ἔχων καὶ τοῦτον ἀπίοι. καὶ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτοῦ εἰσεφόρησαν ὡς ἐδύναντο πλεῖστα, καὶ ἀναζεύξαντες ἐπορεύοντο. [4.6.2] ἡγεῖτο δ᾽ αὐτοῖς ὁ κώμαρχος λελυμένος διὰ χιόνος· καὶ ἤδη τε ἦν ἐν τῷ τρίτῳ σταθμῷ, καὶ Χειρίσοφος αὐτῷ ἐχαλεπάνθη ὅτι οὐκ εἰς κώμας ἤγαγεν. ὁ δ᾽ ἔλεγεν ὅτι οὐκ εἶεν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ. [4.6.3] ὁ δὲ Χειρίσοφος αὐτὸν ἔπαισεν, ἔδησε δ᾽ οὔ. ἐκ δὲ τούτου ἐκεῖνος τῆς νυκτὸς ἀποδρὰς ᾤχετο καταλιπὼν τὸν υἱόν. τοῦτό γε δὴ Χειρισόφῳ καὶ Ξενοφῶντι μόνον διάφορον ἐν τῇ πορείᾳ ἐγένετο, ἡ τοῦ ἡγεμόνος κάκωσις καὶ ἀμέλεια. Πλεισθένης δὲ ἠράσθη τοῦ παιδὸς καὶ οἴκαδε κομίσας πιστοτάτῳ ἐχρῆτο.).





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Η διαδρομή που έκαμαν οι μύριοι.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



 ΤΑ ΑΝΔΡΑΓΑΘΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ του GEOFFREY HOUSEHOLD ΕΚΔΟΣΕΙΣ Μ ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗ & ΣΙΑΣ

ΚΥΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ του ΞΕΝΟΦΩΝΤΑ.

            

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου