Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΚΟΡΑΚΟΥ




Στα πόδια του Φέλλου Πετρωτού (Λιασκόβου) Αργιθέας Καρδίτσας, στο συνοικισμό Συκιάς-θέση Πυργάκι ή Σκαλούλα κοντά στα Ξερικούλια και στα πόδια του Κοκκινόλακου των Πηγών (Βρεσθενίτσας) Άρτας (Φράξος- πλαγιά Τσολάκη), όπου ο Αχελώος ή Άσπρος ή Ασπροπόταμος χωρίζει τους δυο νομούς χτίστηκε το 1514-1515 η περίφημη μονότοξη πέτρινη καμάρα « Η Γέφυρα του Κοράκου» ή «το Κορακογιοφύρι » ή ποιητικά «του Κόρακα το γιόφυρο» ή «του Άσπρου το γιοφύρι». Ήταν το  πέρασμα από την Ήπειρο στη Θεσσαλία Τη γέφυρα φρουρούσαν δυο Κούλιες, όπως ονομάζονταν τα τουρκικά φυλάκια, η μία από την πλευρά της Αργιθέας και η δεύτερη στην πλαγιά κάτω από τις Πηγές της Άρτας. Στις Κούλιες, που ήταν πέτρινα διώροφα κτίρια υπηρετούσαν τούρκοι φύλακες, που επόπτευαν το πέρασμα και το προστάτευαν από δολιοφθορά.

 
 

Το ιστορικό γεφύρι χτίστηκε από το Μητροπολίτη των γεφυριών Βησσαρίωνα το Β΄ μητροπολίτη Λάρισας. Όταν επέστρεψε ο Άγιος Βησσαρίωνας στη γέφυρα του Κοράκου βρήκε τους κτίστες στο σημείο που θα έκλειναν το τόξο της γέφυρας. Κατά σατανική σύμπτωση την ημέρα εκείνη έγινε τρομερός σεισμός και η γέφυρα γκρεμίστηκε συθέμελα. Ο πρωτομάστορας απογοητεύτηκε αλλά του Αγίου Βησσαρίωνα η πίστη δεν κλονίστηκε, «ο διάβολος έκαμε τη δουλειά του δια να μας κουράσει περισσότερο» είπε. Πλήρωσε στη συνέχεια τους μαστόρους και τους συνέστησε να ξεκινήσουν και πάλι το κτίσιμο από τα θεμέλια. Οι κτίστες όμως ήταν διστακτικοί, γιατί αμφέβαλαν αν υπήρχαν χρήματα για να πληρωθεί το έργο από την αρχή. Και τότε ο Άγιος που αντιλήφθηκε που οφείλονταν οι δισταγμοί τους, έβγαλε από την τσέπη του μια χούφτα χρυσά νομίσματα και τα πέταξε στην κοίτη του ποταμού. Αυτό ήταν όλο και το έργο ξανάρχισε, ξανάρχισε όμως και ο πονοκέφαλος του Αγίου, ο οποίος δεν είχε ούτε μια δεκάρα πέρα απ' όσα σκόρπισε στο ποτάμι. Καινούργιο ταξίδι επιχειρεί ο Άγιος στην Ουκρανία και Τσεχοσλοβακία αυτή τη φορά και ύστερα από μερικούς μήνες περιοδεία ξαναγυρίζει στο γεφύρι. που δεν τον ενδιέφερε η υστεροφημία για αυτό και δεν έβαλε το όνομά του ως χορηγός παρά την ονόμασε «του Κοράκου» Η ονομασία του γεφυριού οφείλεται στο  ύψος του λέγεται ότι ο  Βησσαρίωνας Β «την ημέρα των εγκαινίων σταθείς εις το μέσον της γέφυρας και ερωτών: "πώς με βλέπετε;", οι μαστόροι του απήντησαν: "σαν κόρακα", αυτός τους είπε: "ε, τότε γέφυρα του Κοράκου να είναι το όνομά της"».

Ήταν τώρα τελειωμένο το έργο και αμέσως όρισε μέρα για τα εγκαίνια στα οποία μαζεύτηκε πλήθος κόσμου από τα γύρω χωριά. Και ο Άγιος αφού πλήρωσε τους μαστόρους παρουσία του πλήθους στάθηκε στο μέσο του τόξου της γέφυρας, έψαλε τον αγιασμό, κι έριξε τον σταυρό στο ποτάμι. Στο λόγο που εκφώνησε εκείνη την ώρα απευθύνθηκε ιδιαίτερα προς τους κατοίκους των Πηγών (Βρεστενίτσης) Άρτας που ήταν οι πλησιέστεροι στο γεφύρι και τους είπε: «Πάντοτε να προσέχετε το γεφύρι, να επιδιορθώνετε τη φθορά του. Καθόλου δεν θέλω από τα έσοδα της εκκλησίας σας στη Μητρόπολη μου. Πάντοτε θα είμαι κοντά σας και θα σας προστατεύω...».
Η δημοτική μούσα ύμνησε αυτό το γεφύρι :


Τ' έχεις καημένε κόρακα και σκούζεις και φωνάζεις;
Μήνα διψάς για αίματα για τούρκικα κεφάλια;
Πέτα ψηλά κατ' Άγραφα στου Άσπρου το γεφύρι
να φας κρέας από κατή και πλατ' από βοϊβόντα.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Άγιος Βησσαρίων Αρχιεπίσκοπος Λαρίσης. Κατά την Τουρκοκρατία, Υπουργεία Πρόνοιας και Δημοσίων Έργων δεν υπήρχαν. ‘Η ‘Εκκλησία φρόντιζε για όλα αυτά. «Και έρχονται σήμερα οι άθεοι υλιστές και ρωτάνε τι έκανε η Εκκλησία τα χρόνια εκείνα!»



Η ΓΕΦΥΡΑ ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ


Από το 18ο κιόλας αιώνα, οι θρυλικοί κλεφτοαρματολοί Μπουκοβαλαίοι έδωσαν άγριες μάχες στα σκαλοπάτια του, ενώ στην τοπική επανάσταση του 1866 αποτέλεσε το μόνιμο θέατρο των συγκρούσεων ανάμεσα στους εξεγερθέντες κατοίκους του Ραδοβιζίου και τους Τούρκους. Οι τελευταίοι μαζί με άτακτους Αλβανούς, ζητούσαν όχι μόνο να αποκαταστήσουν την τάξη στην περιοχή αλλά και να στείλουν ενισχύσεις στα απέναντι Άγραφα όπου ο αγώνας είχε φουντώσει για τα καλά.

Η  Νίτσα Σινίκη-Παπακώστα και στην αναφορά για τη μάχη του Σέλτσου, διαβάζουμε: «Τα περισσότερα γυναικόπαιδα έπεσαν στο γκρεμό. Όσοι μπόρεσαν να φτάσουν μέχρι το ποτάμι, με την ελπίδα να περάσουν απέναντι στη Θεσσαλία, πνίγηκαν ή σκοτώθηκαν από τους Τούρκους που τους περίμεναν στη γέφυρα Κόρακου». Και ο Πουκεβίλ αναφέρει: «Χωρίς αμφιβολία η γέφυρα Κοράκου θα υπενθυμίζει για πολύ καιρό τα τελευταία τέκνα του Σουλίου που χάθηκαν το 1804 στις όχθες του Αχελώου. Οι δύστυχοι! Εδώ θα έπρεπε να έχει στηθεί ένα μνημείο γι ' αυτούς που να υπενθυμίζει τη θυσία και το θάνατο τους. Ωστόσο δεν τους πρόσφεραν τίποτε άλλο παρά μια αιματηρή σελίδα στην Ιστορία της Ελλάδος τον τελευταίο χρόνο».



Από αυτή τη γέφυρα πέρασε ο Καραϊσκάκης το Δεκέμβριο του 1823 ως αρματολός των Αγράφων, επικεφαλής 800 πολεμιστών και διαμέσου Βρεστενίτσας, Γρέβιας και Σουμερούς διήλθε τη γέφυρα Τατάρνας του Βάλτου για να δώσει τη μάχη του Σοβολάκου.

Ας πάρουμε όμως και μία ιδέα από τις πολεμικές συγκρούσεις που έγιναν στη γέφυρα Κοράκου το 1866 κατά την εξέγερση των Ραδοβυζινών εναντίον των Τούρκων κατακτητών, όπως τις περιγράφει ο Δημήτριος Καρατζένης στο βιβλίο του «Αι επαναστάσεις της Άρτης του 1866 και 1878»:

Την 22 Δεκεμβρίου 1866, δύναμη 600 Τούρκων στρατιωτών υπό τον Χατζήν - Εμίν Μπέη και ένα σώμα 400 Αλβανών αναχωρούν από την Άρτα για τη Μπότση, με σκοπό να καταπνίξουν την εξέγερση και εν συνεχεία αφού ελευθερώσουν τη γέφυρα Κοράκου να προελάσουν προς τη Θεσσαλία όπου θα χτυπούσαν το αναπτυσσόμενο καθημερινά επικίνδυνα, Θεσσαλικό κίνημα.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Η γέφυρα του Κοράκου,  ήταν η μεγαλύτερη μονότοξη γέφυρα των Βαλκανίων, καθώς το άνοιγμα στην βάσης της ήταν 48 μέτρα, το μεγαλύτερο ύψος της 26, το πλάτος της2,30 ενώ η απόσταση από την μία άκρη έως την άλλη ήταν 80 μέτρα. Λέγεται ότι ειδικά τις μέρες της βαρυχειμωνιάς το πέρασμα της γέφυρας προκαλούσε φόβο και δέος. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι της περιοχής θυμούνται ότι, σε πολλές περιπτώσεις, όσοι είχαν υψοφοβία τους έδεναν τα μάτια.

Το μεσημέρι της 26-12-1866 ο Εμίν Μπέης φθάνει στη Γρέβια, όπου διασπάται σε δυο τμήματα. Το ένα θα έφθανε μέσω της οροσειράς Νιγκόζι στη Βρεστενίτσα όπου θα έκανε επίθεση, το δε άλλο από παραποτάμια ατραπό θα έφθανε στα Κονάτσια, όπου θα επιτεθόταν στη φρουρά της γέφυρας που την αποτελούσαν 70 άνδρες υπό τον Ιωάννη Κοντονίκα. Ο Εμίν Μπέης πιστεύοντας (από πληροφορίες που είχε) ότι θα εκδηλώνονταν ταυτόχρονη επίθεση του Χαλίλ Πασά από τη Θεσσαλική πλευρά, διατάσσει γενική επίθεση κατά της φρουράς της γέφυρας. Οι επαναστάτες μάχονται γενναία και αποκρούουν όλες τις επιθέσεις. Σε μια στιγμή έπαψαν να πυροβολούν και προσποιήθηκαν υποχώρηση οπότε οι Τούρκοι παίρνοντας θάρρος όρμησαν να περάσουν τη γέφυρα. Μόλις όμως άρχισαν να διέρχονται, δέχτηκαν ομοβροντία πυροβολισμών εκ μέρους των θεσσαλικών τμημάτων που κατείχαν το αριστερό μέρος της γέφυρας υπό τον Γεώργιο Αλεξανδρή, ενώ ταυτόχρονα επαναλάμβανε εκ των όπισθεν την επίθεση η φρουρά του Κοντονίκα. Οι Τούρκοι αιφνιδιασμένοι υποχώρησαν αφήνοντας στη γέφυρα πέντε νεκρούς και εννέα τραυματίες. Από την πλευρά των επαναστατών υπήρχαν μόνο δυο τραυματίες. Η μάχη διάρκεσε επτά ώρες. Αργότερα διαπιστώθηκε ότι κατά τη μάχη τραυματίστηκε ο Εμίν Μπέης. Το τμήμα των Τούρκων που επιτέθηκε κατά του στρατοπέδου της Βρεστενίτσας δεν είχε καλύτερη τύχη. Μετά από πολύωρη άκαρπη επίθεση αντιμετωπίζοντας την αποφασιστικότητα, το θάρρος και τη γενναιότητα των επαναστατών της Βρεστενίτσας, αναγκάστηκαν να τραπούν σε άτακτη φυγή και να επιστρέψουν στη Γρέβια κατά τις νυκτερινές ώρες.

Τα τμήματα τα οποία μετά την οπισθοχώρηση είχαν σταθμεύσει στην περιοχή Γρέβιας - Μηλιανών, την επόμενη μέρα 28-12-1866 πραγματοποίησαν δεύτερη επίθεση κατά των επαναστατών στη γέφυρα Κοράκου, οι οποίοι όμως κατά τη διάρκεια της νύχτας είχαν ενισχυθεί. Από το πρωί έλαβε χώρα, πολύωρη πεισματώδης μάχη, από την οποία οι Τούρκοι βγήκαν ηττημένοι, αναγκαζόμενοι να υποχωρήσουν στη Μπότση, αφού άφησαν στο πεδίο της μάχης πέντε νεκρούς, ενώ δέκα τραυματίες τούς μετέφεραν στην Άρτα.

Οι αποτυχίες αυτές συντάραξαν την Στρατιωτική Διοίκηση Ηπείρου η οποία σε συνεννόηση με το Στρατιωτικό Διοικητή Ηπείρου έστειλε στο Ραδοβύζι 200 εφέδρους και 200 Αλβανούς. Στις 5-1-1867 φθάνει στη γέφυρα Κοράκου ως απεσταλμένος των Μεγάλων Δυνάμεων ο Γάλλος Πρόξενος στην Ήπειρο Σαμπουαζώ (Σιαμπουασώ), με συνοδεία πενήντα Τούρκων ιππέων για να ελέγξει την κατάσταση από κοντά. Η θέση του όμως ήταν σαφής υπέρ των Τούρκων γι' αυτό αναχώρησε χωρίς αποτέλεσμα.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Οι περιοχές Αργιθέας και Τετραφυλλίας και γενικότερα οι νομοί Καρδίτσας - Άρτας, αν και συνορεύουν, αποκόπηκαν ώς το 1961, οπότε και κατασκευάσθηκε η σημερινή αμαξογέφυρα. Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί επιστημονικές ημερίδες, με θέμα την προώθηση του ζητήματος για την ανακατασκευή του γεφυριού.


Η ΑΝΑΤΙΝΑΞΗ ΤΟΥ ΓΕΦΥΡΙΟΥ




Έζησε το γεφύρι  για 434 χρόνια αντέχοντας σε σεισμούς και μανιασμένες κατεβασιές του Άσπρου και έπεσε κι αυτή θύμα του εμφυλίου στις 28 Μαρτίου του 1949.
Στις 28 Μαρτίου 1949 ανατινάχθηκε το γεφύρι από άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού, σε μια προσπάθεια να ανακόψουν την επίθεση που δέχονταν από τον Εθνικό Στρατό.

Ο Β. Αποστολόπουλος  αναφέρει: «Από το Γενικό Αρχηγείο του ΔΣΕ δόθηκε εντολή στις δύο μεραρχίες του ΚΓΑΝΕ να ενεργήσουν διείσδυση προς την Αρτα, για να βοηθήσουν επιθετικό ελιγμό που σχεδίαζε το ίδιο, στο χώρο της Β. Πίνδου. Στις 21 Μάρτη 1949, οι δυνάμεις των δύο Μεραρχιών μας βρίσκονται ανατολικά της Αρτας. Οταν αντιλαμβάνεται ο αντίπαλος πως η Αρτα είναι ο στόχος των ανταρτών, φέρνει 4 τάγματα από την περιοχή της Κόνιτσας και άλλα 4 από την περιοχή της Αμφιλοχίας προς την Αρτα. Τις σημαντικότερες δυνάμεις του, τις κατευθύνει προς το βουνό Πρατίνα, προσπαθώντας να πλευροκοπήσει τα τμήματά μας».


Στις 27 Μαρτίου του 1949 η κυβερνητική πλευρά, με μεγάλες ενισχύσεις και ξεκούραστα τμήματα του πεζικού και ΛΟΚ έχει πιάσει  τα περισσότερα από τα περάσματα του ποταμού είχαν ήδη κλείσει και φυλάγονταν. Η XV μεραρχία από τα ανατολικά προωθούσε όσες δυνάμεις μπορούσε προς τον Αχελώο, με αποτέλεσμα η ηγεσία των ανταρτών του ΔΣΕ να μη γνωρίζει πλέον που βρίσκεται ο εχθρός και ποιο δρομολόγιο παρείχε τη μεγαλύτερη ασφάλεια. Εξάλλου η κατάσταση των ανταρτών του ΔΣΕ άγγιζε τα έσχατα όρια αντοχής. Μετά από πολυήμερες πορείες σε δύσκολο περιβάλλον, συνεχείς μάχες με κατά πολύ ισχυρότερες εχθρικές μονάδες, χωρίς πληροφορίες και ανεφοδιασμό σε έναν εχθρικό χώρο, ελάχιστες από τις δυνάμεις του Κλιμακίου Γενικού Αρχηγείου Νοτίου Ελλάδος (ΚΓΑΝΕ) μπορούσαν πλέον να θεωρηθούν αξιόμαχες. Η δύναμη της απελπισίας ήταν βασική κινητήρια πλέον. Πολλοί μαχητές διέρρεαν και από αυτούς οι περισσότεροι παραδίδονταν στον Εθνικό Στρατό ή συλλαμβάνονταν από αυτόν. Με τον τρόπο αυτό η κατάσταση και οι προθέσεις των ανταρτών ήταν απόλυτα γνωστές στους αντιπάλους τους.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ότι απέμεινε από την γέφυρα του Κοράκου.  Τη γέφυρα φρουρούσαν δυο Κούλιες, όπως ονομάζονταν τα τουρκικά φυλάκια, η μία από την πλευρά της Αργιθέας και η δεύτερη στην πλαγιά κάτω από τις Πηγές της Άρτας. Στις Κούλιες, που ήταν πέτρινα διώροφα κτίρια υπηρετούσαν τούρκοι φύλακες, που επόπτευαν το πέρασμα και το προστάτευαν από δολιοφθορά. Στην φωτογραφία φαίνεται μιά τέτοια Κούλια.




Στις 27 Μαρτίου οι κύριες δυνάμεις των ανταρτών του ΔΣΕ που ανήκαν στο Κλιμάκιο του Γενικού Αρχηγείου Νοτίου Ελλάδος (ΚΓΑΝΕ) βρισκόταν στο χωριό Πηγές, στη δυτική πλευρά του Αχελώου, πάνω από τις απόκρημνες όχθες του ποταμού. Στο βάθος της κοιλάδας υπήρχε το μοναδικό πέρασμα που ο στρατός δεν είχε ακόμα καταλάβει, η γέφυρα του Κοράκου. Στη διάρκεια της νύχτας υπήρξε ένας μικρός δισταγμός στις τάξεις των τελευταίων, καθώς δεν γνώριζαν με βεβαιότητα αν κατεχόταν ή όχι το γεφύρι, αφού ο Εθνικός στρατός ερχόταν πλέον από παντού και καμιά εκτίμηση των θέσεών του δεν μπορούσε να γίνει. Στην περίπτωση δε που το γεφύρι φυλασσόταν και υπήρχαν ενέδρες ολόγυρα, οι αντάρτες κινδύνευαν να βρεθούν κυκλωμένοι στο στενό χώρο της κοιλάδας, με τον εχθρό να δεσπόζει και χωρίς καμιά διέξοδο διαφυγής. Έτσι το πέρασμα του γεφυριού έγινε αναγκαστικά με το φως της μέρας.

Οι αντίπαλοι ανακάλυψαν σχεδόν ταυτόχρονα ότι ο πόρος ήταν ανοικτός. Οι πρώτοι αντάρτες πέρασαν στην αντίπερα όχθη και οργάνωσαν κάποιες στοιχειώδεις αμυντικές θέσεις ενώ το μηχανικό των ανταρτών προετοίμασε την ανατίναξη του, ώστε να μην επιτρέψει τη γρήγορη συνένωση των κυβερνητικών δυνάμεων που δρούσαν στις δυο όχθες του ποταμού. Ταυτόχρονα η αεροπορία, αφού εξακρίβωσε την κατάσταση, έστρεψε προς εκείνο το σημείο όλες τις διαθέσιμες επίγειες και εναέριες δυνάμεις των κυβερνητικών. Πολύ γρήγορα η περιοχή μεταβλήθηκε σε κόλαση. Προς τη γέφυρα κινήθηκαν όλες οι μονάδες του ΔΣΕ, ακόμη και εκείνες που βρίσκονταν σε άλλα σημεία του ποταμού προς αναζήτηση πόρου.

Προς την ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν όλες οι κυβερνητικές δυνάμεις με αποτέλεσμα αδιάκοπες συγκρούσεις με ασαφές περίγραμμα σε ολόκληρη την περιοχή. Η αεροπορία ανέλαβε να καταστρέψει το γεφύρι με πολυβολισμούς και ρουκέτες. Τα ΣΠΙΤΦΑΪΡ πραγματοποίησαν ίσως 150 διελεύσεις με αυτή την αποστολή. Βυθίζονταν βαθιά μέσα στην κοιλάδα πιο χαμηλά από τις θέσεις των ανταρτών που προσπαθούσαν να τα εμποδίσουν χτυπώντας τα με κάθε όπλο, και προσπαθούσαν να πλήξουν τη γέφυρα. Παρά το πείσμα που επέδειξαν και τις άριστες καιρικές συνθήκες δεν κατάφεραν ως το τέλος της ημέρας να πετύχουν το στόχο τους.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Διαμαντής, ο Ορέστης και ο Γιώτης στο βουνό. Ο Διαμαντής περιγράφει την ανατίναξη του γεφυριού με το τηλεγράφημα : «28-03-1949: Τμήματα πέρασαν γέφυρα στοπ / ξεκόφτηκε μια διμοιρία δυτικά του Αχελώου στοπ / αεροπορία στοπ / είχαμε αρκετούς τραυματίες στοπ / λίγους σκοτωμένους στοπ / Γέφυρα ανατινάχθηκε 21.15 στοπ».Ο Διαμαντής σκοτώθηκε στα Μάρμαρα Φθιώτιδας στις 21 Ιούνη 1949.


Ο Κ. Τάτσης, διηγείται: «Περίμενα με αγωνία την αραίωση των πυρών και το σταμάτημα των φωτοβολίδων, μαζί με 15 - 20 άλλους μαχητές και μαχήτριες για να προχωρήσω, για κακή μου τύχη όμως δεχτήκαμε έναν καταιγισμό πυρών όλμων. Το σπίτι δέχτηκε πάνω από 10 βλήματα, ένα από αυτά εξερράγη στην πλευρά του σπιτιού που βρισκόμουν και εγώ. Σε αυτή την πίσω πλευρά του σπιτιού προς τον δρόμο, βρέθηκα και εγώ πεσμένος μπρούμυτα πάνω στο παγωμένο χιόνι και 2 βλήματα από οβίδα όλμου με είχαν τραυματίσει, το ένα από την αριστερή πλευρά (πέρασε μεταξύ 3-4 πλευρών) και κατέληξε τυφλό τραύμα στο συκώτι. Το δεύτερο βλήμα με τραυμάτισε στο κάτω μέρος του καλαμιού, στο αριστερό πόδι, και αυτό το τραύμα, επίσης, ήταν τυφλό.

Η αιμορραγία - συνεχίζει - από το τραύμα στο συκώτι ήταν εσωτερική και μόνο λίγο αίμα βγήκε από την εξωτερική, αριστερή πλευρά, που τρύπησε το βλήμα, ενώ η βασική αιμορραγία γινόταν στην κοιλιακή χώρα και έβγαινε αίμα από το στόμα και τη μύτη. Επίσης το τυφλό τραύμα στο πόδι είχε έντονη αιμορραγία. Μετά από την πρώτη στιγμή του τραυματισμού μου, έχασα τις αισθήσεις μου, και έμεινα πάνω στο παγωμένο χιόνι παραπάνω από 2 ώρες».


Το γεφύρι συχνά βαλλόταν και το πέρασμα από αυτό γινόταν τροχάδην. Στρατιώτες και αντάρτες, ανακατεμένοι, συγκρούονταν σε πολύ μικρές αποστάσεις. Οι πρώτοι προσπαθούσαν να κυκλώσουν και να αποκόψουν τους δεύτερους, να μην τους αφήσουν να πλησιάσουν στο πέρασμα, να τους αιχμαλωτίσουν ή να τους ρίξουν στο ορμητικό ποτάμι. Οι δεύτεροι αντίθετα διεκδικούσαν λυσσασμένα τον μοναδικό δρόμο προς τη σωτηρία. Ολόκληρη την ημέρα της 28ης Μαρτίου γύρω από το γεφύρι του Κοράκου εκτυλίχθηκαν μερικές από τις πλέον τραγικές στιγμές ολόκληρου του Εμφυλίου. Μέχρι το σούρουπο όλα είχαν τελειώσει. Μόλις βράδιασε, ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις είχαν αγγίξει το γεφύρι, το μηχανικό των ανταρτών του ΔΣΕ το ανατίναξε, δίνοντας τέλος στη σύγκρουση. Η ανατίναξη έγινε με 61 κιλά δυναμίτιδας που τοποθετήθηκε στη μέση του γεφυριού και πυροδοτήθηκε μέσα από την κούλια (δηλ. το φυλάκιο), από έναν αντάρτη με το όνομα Καραντάος.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Το όνειρο των κατοίκων της περιοχής είναι να ανακατασκευαστεί «το Κορακογιοφύρι ».


Χαρακτηριστικό είναι το τηλεγράφημα του Καπετάν Διαμαντή (Γ. Αλεξάνδρου) προς το Αρχηγείο Νοτίου Ελλάδος: «28-03-1949: Τμήματα πέρασαν γέφυρα στοπ / ξεκόφτηκε μια διμοιρία δυτικά του Αχελώου στοπ / αεροπορία στοπ / είχαμε αρκετούς τραυματίες στοπ / λίγους σκοτωμένους στοπ / Γέφυρα ανατινάχθηκε 21.15 στοπ».

Όσοι από τους άντρες του ΔΣΕ κατάφεραν να περάσουν σώθηκαν. Οι υπόλοιποι είτε διασκορπίστηκαν στην περιοχή κρυπτόμενοι μέχρι να ανακαλυφθούν, είτε πνίγηκαν προσπαθώντας να περάσουν το ποτάμι, είτε έπεσαν στα χέρια του στρατού.

Σήμερα πια, στην ανατολική όχθη, το διώροφο φυλάκιο του Δερβέναγα (χαλάσματα φαγωμένα και ξεθωριασμένοι πετρότοιχοι, μισογκρεμισμένα αψιδωτά παράθυρα δίχως στέγη), φρουρεί ακόμα το παμπάλαιο μονοπάτι.




 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Η κούλια (δηλ. το φυλάκιο) που στέκει ακόμα να φρουρεί τα ερείπια του γεφυριού του Αρχιεπισκόπου Βησσαρίωνα.

Οι περιοχές Αργιθέας και Τετραφυλλίας και γενικότερα οι νομοί Καρδίτσας - Άρτας, αν και συνορεύουν, αποκόπηκαν ως το 1961, οπότε και κατασκευάσθηκε η σημερινή αμαξογέφυρα. Το Κορακογιόφυρο, όπως είναι επίσης γνωστή η γέφυρα Κοράκου, δεν ήταν απλώς ένα πετρογέφυρο. Αποτελεί θρύλο, ιστορία, πολιτισμό. Ήταν η μεγαλύτερη μονότοξη γέφυρα των Βαλκανίων, καθώς το άνοιγμα στην βάσης της ήταν 48 μέτρα, το μεγαλύτερο ύψος της 26, το πλάτος της 2,30 ενώ η απόσταση από την μία άκρη έως την άλλη ήταν 80 μέτρα. Λέγεται ότι ειδικά τις μέρες της βαρυχειμωνιάς το πέρασμα της γέφυρας προκαλούσε φόβο και δέος. Μάλιστα, οι ηλικιωμένοι της περιοχής θυμούνται ότι, σε πολλές περιπτώσεις, όσοι είχαν υψοφοβία τους έδεναν τα μάτια.


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



Εφημερίδα «Πηγιώτικες Ρίζες» του Νίκος Π. Ζήσης.

ΗΠΕΙΡΟΣ – ΓΕΦΥΡΙΑ της Νίτσας Σινίκη-Παπακώστα

«Το οδοιπορικό ενός ανταρτοεπονίτη στο ΔΣΕ» του Κ. Τάτσης

Β. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ : " Το χρονικό μιας εποποιίας - ο ΔΣΕ στη Ρουμελη "

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου