Τρίτη, 21 Αυγούστου 2012

ΜΙΧΑΛΗΣ ΣΟΓΙΟΥΛ (1906 - 1958)




            Ο Μιχάλης Σουγιουλτζόγλου γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας  /11/1906, ήλθε στην Ελλάδα μετά το 1922, πέθανε. 16/10/1958  στην Αθήνα.


            Ο Μιχάλης Σουγιουλτζόγλου, όπως είναι το πραγματικό όνομά του, ήταν το πρώτο παιδί μιας εύπορης οικογένειας που τον προόριζε να ασχοληθεί με το εμπόριο. Όταν το 1920 η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, ο Μιχάλης άρχισε σιγά σιγά να ασχολείται με τη μουσική και συγκεκριμένα με το πιάνο, ώσπου ένα τυχαίο γεγονός, το 1924, έγινε αφορμή να του προτείνει ο ιδιοκτήτης ενός κέντρου στην Τρίπολη, όπου παραθέριζε με την οικογένεια του, να αναλάβει επαγγελματικά τον ρόλο του πιανίστα. Ίσως αυτή να ήταν και η καθοριστική στιγμή που ο νεαρός Σουγιουλτζόγλου ένιωσε ότι ήταν γεννημένος για τη μουσική. Ακολούθησε μια λαμπρή μουσική πορεία με πολλούς ρόλους, που καθιέρωσαν τον συνθέτη και δημιούργησαν, θα λέγαμε, ένα μύθο γύρω από το όνομα του. Συνεργάστηκε με την ορχήστρα του διάσημου Αργεντινού συνθέτη Εντουάρντο Μπιάνκο, έγραψε τραγούδια για γνωστές επιθεωρήσεις της εποχής, τραγούδια για κινηματογραφικές ταινίες, τραγούδια για τη δισκογραφία. Ταυτόχρονα ήταν παρών στα νυχτερινά κέντρα της εποχής φτιάχνοντας τα προγράμματα και συνοδεύοντας τους καλλιτέχνες με το ακορντεόν του. Όλοι οι συνεργάτες του μιλούσαν για τη μεγάλη ευκολία με την οποία έγραφε τραγούδια.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Μ Σουγιούλ το 1943  με αφιαίρωσή του.




ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Ο M. Σουγιούλ εμφανίστηκε στη δισκογραφία το 1931 με το τραγούδι «Ψυχή πονεμένη», που ερμήνευσε ο Κ. Μυλωνάς. Μέχρι το 1941, οπότε σταμάτησαν να πραγματοποιούνται ηχογραφήσεις στην Ελλάδα, ηχογράφησε γύρω στα εβδομήντα πέντε τραγούδια, τα περισσότερα από τα οποία ανήκουν στο λεγόμενο ελαφρό τραγούδι. Συνεργάστηκε με σημαντικούς στιχουργούς, όπως ο Πολ Μενεστρέλ, ο Αιμ. Σαββίδης, ο Κ. Κοφινιώτης, ο Κώστας Μάνεσης, ο Κρέων Ρηγόπουλος, ο Κώστας Κιούσης, ο Νίκος Φατσέας, ο Χρήστος Γιαννακόπουλος, ο Αλέκος Σακελλάριος, και μαζί τους έγραψε τραγούδια όπως:

·         «Άσε τον παλιόκοσμο να λέει»
·          «Παιδιά της Ελλάδος παιδιά»
·          «Απόψε μελαγχόλησα»
·          «Μας χωρίζει ο πόλεμος»
·          «Για μας κελαηδούν τα πουλιά»
·          «Ζεχρά»
·          «Του Γιάννου η φλογέρα»
·          «Γιατί μου τη θυμίσατε γιατί»
·          «Κάτι με τραβά κοντά σου»
·          «Ψυχή πονεμένη»
·         «Ας ερχόσουν για λίγο»
·         «Το τραμ το τελευταίο»
·         «Άρχισαν τα όργανα»
·         «Τα παιδιά μας που τ΄ άρπαξαν»
·         «Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου»
·         «Πάμε σαν άλλοτε»
·         «Τρανπαρίφας»
·         «Την παλιό παρέα»
    
     Που τα ερμήνευσαν ο Νίκος Γούναρης, η Σοφία Βέμπο, ο Πέτρος Επιτροπάκης, η Αγγέλα Λυκιαρδοπούλου, ο Κώστας Μανιατάκης, ο Αλκης Παγώνης, η Κίτσα Κορίνα, η Κάκια Μένδρη, η Δανάη, η Χρυσούλα Στίνη, η Νίτσα Μόλλυ, η Aννα και η Μαρία Καλουτά και τόσοι άλλοι.
Θα τροφοδοτήσει με ρομαντικά τανγκό και βαλς την Ελλάδα του Μεσοπολέμου, θα υμνήσει το έπος του ’40 και θα γλεντήσει “αρχοντορεμπέτικα” το μουσικό θέατρο, τις πίστες και τον κινηματογράφο της πρώτης μεταπολεμικής δεκαετίας.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Σουγιούλ υπήρξε σεμνός καλλιτέχνης που άφησε το αποτύπωμά του  στην μουσική ιστορία του τόπου.

     Μέσα σε διάθεση ευρύτερης αποδοχής των τραγουδιών αυτού του ρεύματος βρίσκει την Ελλάδα η Μικρασιατική Καταστροφή και η εγκατάσταση των εξ Ανατολής Ελλήνων ως προσφύγων πλέον. H έκπτωση του βιοτικού επιπέδου και της οικονομικής κατάστασής τους που συνεπάγεται η προσφυγιά, δεν σημειώθηκε και στον πολιτισμό, λόγω των ισχυρών αντιστάσεων που διέθεταν στους τομείς της παιδείας και της ψυχαγωγίας.

     Έτσι σε λίγα χρόνια σπουδαίοι μουσικοί, εξ Ανατολής προερχόμενοι, άρχισαν να ορίζουν το παιγνίδι στα κέντρα, στα θέατρα και στη δισκογραφία, που αναπτύσσεται από το 1924 και μετά. Δίπλα στα ονόματα των παλαιών και νεότερων της οπερέτας και του αθηναϊκού τραγουδιού, του Σακελλαρίδη, του Xατζηαποστόλου, του Λαυράγκα, του Λουδ. Σπινέλλη, του Σπ. Kαίσαρη, των πρόωρα χαμένων Xρ. Στρουμπούλη και N. Kόκκινου, του παλαίμαχου Σπ. Ξύνδα, του Δημ. Pόδιου, των Aντ. και Λ. Bώττη, του Παν. Γλυκοφρύδη, του Tάκη Mαρίνου, του Iω. Oικονομάκου, του Eρμή Πόγγη και των εξ Aνατολής ευρωπαϊστών Tιμόθεου Ξανθόπουλου, Bασ. Σιδερή, Παν. Bαϊνδιρλή και άλλων πολλών εμφανίζονται τα ονόματα αυτών που θα πάρουν στα χέρια τους την ελληνική δισκογραφία και θα δημιουργήσουν το «θαύμα του Mεσοπολέμου». Παν. Tούντας, Iω. Δραγάτσης ή Oγδοντάκης, Δημ. Σεμσής ή Σαλονικιός, Σπ. Περιστέρης, K. Σκαρβέλης, Mίνως Mάτσας είναι τα πρόσωπα κλειδιά που θα αναλάβουν την τύχη της δισκογραφίας, μαζί και με άλλους συνεργάτες τους, ερμηνευτές και οργανοπαίκτες, που όλοι μαζί θα εργαστούν για την «έκρηξη» -επαναστατική ως ένα βαθμό- που ακολούθησε.
     O κατάλογος θα εμπλουτιστεί εκατέρωθεν στα επόμενα χρόνια, όταν στον χώρο του τραγουδιού θα επιβληθούν οι εκπρόσωποι του ρεμπέτικου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το ελαφρό τραγούδι δεν έδωσε εκπληκτικούς δημιουργούς και ερμηνευτές. Δίπλα στους «λαϊκούς» που προαναφέραμε, οι ευρωπαϊστές έχουν να επιδείξουν επίλεκτα στελέχη: Στάθης Mάστορας, Γρηγόρης Kωνσταντινίδης και Kώστας Γιαννίδης, Mιχάλης Σουγιουλ(τζόγλου), Aγγ. Mαρτίνο, Xρήστος Xαιρόπουλος, Σ. Iωαννίδης, Γ. Bιτάλης, Iω. Kυπαρίσσης, Aντ. Φαρούγγιας, K. Mπέζος - και, στην κορυφή, ο Kλέων Tριανταφύλλου, ο Aττίκ.
Συνέθεσε 45 επιθεωρήσεις.


 
 
ΚΡΙΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ




«Ο Μιχάλης Σουγιούλ μαζί με τον Γιαννίδη είναι αυτοί που έγραψαν πραγματική ελληνική μουσική, πραγματικό ελληνικό τραγούδι, πραγματικά ελληνικές μελωδίες, γεμάτες πρωτοτυπία και έμπνευση... Εγώ σαν μουσικός, λοιπόν, πρέπει να άντλησα από αυτές τις μελωδίες ένα πολύ μεγάλο κομμάτι από τη ρίζα της έμπνευσης μου... Περιέργως, στα τελευταία μου τραγούδια, αυτά που λέω «Λυρικός βίος»,... γυρίζω με νοσταλγία προς εκείνες τις μελωδίες. Δηλαδή είμαι πολύ περισσότερο επηρεασμένος πια από τον Σουγιούλ και τον Κώστα Γιαννίδη, παρότι στα προηγούμενα έργα ήμουν επηρεασμένος από το λαϊκό τραγούδι, το δημοτικό τραγούδι κ.λπ. Κατά κάποιον τρόπο, γυρίζω στις ρίζες μου και είμαι ευτυχής που μου δίνεται η ευκαιρία σήμερα, να αποκαταστήσω μια μεγάλη αλήθεια και να εκπληρώσω ένα χρέος»
Είπε ο Μίκης Θεοδωράκης μιλώντας για το ελαφρό τραγούδι.

«Ο Μιχάλης Σουγιούλ,... είναι από αυτούς που επηρέασαν εξίσου τη μουσική μου παιδεία, τη μουσική μου αγωγή με όλα τα μεγάλα κινήματα. Το δημοτικό τραγούδι, τη βυζαντινή μουσική, τους συμφωνικούς συνθέτες... Αυτό, ίσως, δεν το συνειδητοποίησα αμέσως γιατί ήταν τόσο οικείος, είχα τόσο πολύ ζήσει με τα τραγούδια του, που τα θεωρούσα αυταπόδειχτα. Όπως κανείς δεν εκτιμά το οξυγόνο, γιατί είναι τόσο άφθονο και μόνο όταν το χάσει καταλαβαίνει την αξία του».
                                                                                         Μίκης Θεοδωράκης

«... έφερε μαζί του, από τον τόπο της καταγωγής του... τους καημούς της χαμένης πατρίδας. Με το ακορντεόν του έτσι καθώς ανοιγόκλεινε, αναστέναζε. Και τ' αναστενάγματά του άγγιζαν τις καρδιές όλων μας. Ακόμα και στα πιο κεφάτα τραγούδια του θα βρει κανείς μια κάποια μελαγχολία. Ο Σουγιούλ κι όταν ακόμα γελούσε, γελούσε με δάκρυα στα μάτια. Δεν ξέρω αν πέρασε άλλος συνθέτης στην Ελλάδα με την ευχέρεια, το πηγαίο ταλέντο και την ευαισθησία του».
                                                                                         Αλ. Σακελλάριος

«έγραφε με έναν τρόπο εκπληκτικά εύκολο. Μπορούσες να του δώσεις μια σελίδα απ' την Καινή Διαθήκη και του πεις να στην κάνει ταγκό και το 'κανε ή να στην κάνει βαλς και το 'κανε».
                                                                                         Αλ. Σακελλάριος

«Ήταν αφάνταστη η ευκολία με την οποία ο Σουγιούλ έγραφε τα ωραία και μπορούμε να πούμε κλασικά του τραγούδια».
                                                                                         Χρ. Γιαννακόπουλος


 
 
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ



* ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΑΙΔΙΑ [Μ. ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ - Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΛ] (Σ. Βέμπο) (1941, COLUMBIA DG 6575).



«Μεσ' τους δρόμους τριγυρνάνε
οι μανάδες και κοιτάνε
ν' αντικρίσουνε,
τα παιδιά τους π' ορκιστήκαν
στο σταθμό όταν χωριστήκαν
να νικήσουνε.

Μα για 'κείνους που 'χουν φύγει
και η δόξα τους τυλίγει,
ας χαιρόμαστε,
και ποτέ καμιάς μη κλάψει,
κάθε πόνο της ας κάψει,
κι ας ευχόμαστε:

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.

Λέω σ' όσες αγαπούνε
και για κάποιον ξενυχτούνε
και στενάζουνε,
πως η πίκρα κι η τρεμούλα
σε μια τίμια Ελληνοπούλα,
δεν ταιριάζουνε.

Έλληνιδες του Ζαλόγγου
και της πόλης και του λόγγου
και Πλακιώτισσες,
όσο κι αν πικρά πονούμε
υπερήφανα ασκούμε
σαν Σουλιώτισσες.

Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά,
που σκληρά πολεμάτε πάνω στα βουνά,
παιδιά στη γλυκιά Παναγιά
προσευχόμαστε όλες να 'ρθετε ξανά.

Με της νίκης τα κλαδιά,
σας προσμένουμε παιδιά».



- Σημειώσεις:
1. Τραγουδιέται πάνω στο σκοπό του ανατολίτικου «Ζεχρά», των ιδίων δημιουργών.
2. Πρωτοτραγουδήθηκε από τη Βέμπο, από τη σκηνή του θεάτρου και μάλιστα από το χαρτί (!), το ίδιο βράδυ που γράφτηκε, μπροστά σ' ένα κοινό που παραληρούσε από ενθουσιασμό και συγκίνηση, και που το μεγαλύτερο μέρος αποτελούνταν από τους πρώτους τραυματίες που είχαν έρθει από το μέτωπο.

 

 


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Εξώφυλλο παρτιτούρας του Μιχάλη Σουγιούλ.




* ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ Ο ΠΟΛΕΜΟΣ [Κ. ΚΟΦΙΝΙΩΤΗ - Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΛ] (Σ. Βέμπο) (1941, COLUMBIA DG 6575).



«Ούτ' ένα δάκρυ από τα μάτια ας μη κυλήσει,
στου χωρισμού μας το πικρό τώρα φιλί,
πρέπει ο καθείς μας τώρα πια να πολεμήσει,
αφού η γλυκιά μας η Πατρίδα το καλεί.

Είναι στιγμές που κι η αγάπη γονατίζει,
για τα μεγάλα της φυλής ιδανικά,
για μας η πιο όμορφη σελίδα τώρα αρχίζει,
ναι, πίστεψέ με, κι έλα γέλασε γλυκά.

Μας χωρίζει ο πόλεμος,
μα θεριεύει η ελπίδα,
πως για τη γλυκιά πατρίδα
φεύγω τώρα εκδικητής.

Μας χωρίζει ο πόλεμος,
μα αν με νιώθει η ψυχή σου,
φέρνε με στην προσευχή σου,
                                                     να γυρίσω νικητής».



- Σημείωση:
Το τραγούδι ο Μιχάλης Σουγιούλ το συνέθεσε στο φυλάκιο που υπηρετούσε την εποχή εκείνη και το μαθαίνει στη Βέμπο απ' το τηλέφωνο, με το ακορντεόν του!



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Αγάπη μου για σένα. Του Σουγιούλ.



* ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΠΟΥ Τ' ΑΡΠΑΞΑΝ [ΜΙΜΗ ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ - ΜΙΧΑΛΗ ΣΟΥΓΙΟΥΛ] (Σοφία Βέμπο) (1947;).

Το τραγούδι αυτό το απλό, το πικρό, το λυπημένο,
είναι αφιερωμένο στα παιδιά μας που τ' αρπάξαν
κάποια μαύρη νύχτα οι Σλάβοι,
στα παιδιά μας που δεν γίναν
και ούτε θα γινούνε σκλάβοι. (Πεζός λόγος, Πρόλογος)

«Εσείς που μπήκανε και σας αρπάξανε μια μαύρη ώρα,
που να 'στε τώρα, που να 'στε τώρα;

Εσείς που οι μάνες σας σάς νανουρίζανε με παραμύθια,
που να 'στε αλήθεια, που να 'στε αλήθεια;

Εσείς που τρέχετε τώρα ξυπόλυτα, γυμνά, μονάχα,
εσείς που μείνατε χωρίς χαμόγελο, που να 'στε τάχα;

Εσείς που φύγατε και μαύρα εφόρεσε όλη η χώρα,
που να 'στε τώρα, που να 'στε τώρα;

Σας περιμένουμε νύχτα και μέρα,
παιδιά που μείνατε χωρίς μητέρα,
κι η Ελλαδούλα μας η πονεμένη,
νύχτα και μέρα σας περιμένει.

Και το φωνάζουμε, πως τα Ελληνόπουλα π' αργοπεθαίνουν,
Έλληνες είναι, κι Έλληνες μένουν».

- Σημείωση:
Συγκλονιστικό, πικρό και λυπημένο τραγούδι για το επαχθές και ξενοκίνητο Παιδομάζωμα.





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Μιχάλης Σουγιούλ (1906-1958): ο συνθέτης με τις τρεις καριέρες.

* ΚΑΝΕ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΕΛΛΑΔΑ ΜΟΥ [Μ. ΤΡΑΪΦΟΡΟΥ - Μ. ΣΟΥΓΙΟΥΛ] (Σ. Βέμπο) (1946, HMV AO 2731).



«Ποιος το περίμενε στ' αλήθεια,
να βγουν ψευτιές και παραμύθια
και να ξεχάσουν τώρα πια τα λόγια εκείνα τους,
που μας τα 'λέγαν κάθε βράδι απ' τα Λονδίνα τους.

Μα δεν πειράζει, δεν πειράζει,
δεν θα το βάλουμε μαράζι
και δεν θα κλάψουμε που πάλι μας ξεχάσατε,
γιατί δεν είν' πρώτη φορά που μας τη σκάσατε
και στην υγειά σας μια οκαδούλα εμείς θα πιούμε
και στη μικρή την Ελλαδούλα μας θα πούμε:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις.

Σε κάθε χιονισμένη ράχη,
σαν πολεμούσαμε μονάχοι,
όλοι λαγούς με πετραχήλια μας ετάζατε
και μεσ' στα μάτια με λατρεία μας κοιτάζατε.

Μα ξεχαστήκαν όλα εκείνα,
η Πίνδος και η Τρεμπεσίνα,
ίσως μια μέρα εμάς που τόσο αίμα εχάσαμε,
να μας καθήσουν στο σκαμνί, γιατί νικήσαμε.

Μα φυσικό θα μας φανεί κι αυτό ακόμα
και στην Ελλάδα μας θα πούμε μ' ένα στόμα:

Κάνε κουράγιο Ελλάδα μου
κι όσο μπορείς κρατήσου
και στα παλιά παπούτσια σου,
γράψε όσα λέν' οι εχθροί σου.

Κι αν μας τη σκάσανε με μπαμπεσιά,
οι σύμμαχοι στη μοιρασιά,
κάνε κουράγιο Ελλάδα μου, να μη μας αρρωστήσεις,
γιατί το θέλει ο Θεός να ζήσεις και θα ζήσεις».





- Σημειώσεις:
     1.  Το τραγούδι αποτυπώνει ανάγλυφα τη δόλια στάση των συμμάχων κατά της Ελλάδας. Για μια ακόμα φορά στην Ιστορία φάνηκε περίτρανα πως όλοι αυτοί οι ξένοι (κυρίως οι Αγγλοσάξωνες) είναι όλο υποσχέσεις και μάθανε μόνο να παίρνουν και όχι να δίνουν.

     2.  Ο Τσώρτσιλ, μετά τις απίστευτες νίκες του περήφανου Ελληνικού Στρατού στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο, έλεγε από το Λονδίνο: «Κάποτε λέγαμε πως οι Έλληνες πολεμούν σαν Ήρωες, τώρα θα λέμε πως οι Ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες!». Φαίνεται όμως πως τότε είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του!!
    
3.  Τραγουδήθηκε μετά την απελευθέρωση στο θέατρο «ΚΕΝΤΡΙΚΟ», στην ομώνυμη επιθεώρηση.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Πρώτη σελίδα από την παρτιτούρα "ΑΣΤΑ ΤΑ ΜΑΛΑΚΙΑ ΣΟΥ"



* ΔΥΟ ΑΓΑΠΕΣ [ΚΩΣΤΑ ΚΟΦΙΝΙΩΤΗ - ΜΙΧΑΛΗ ΣΟΥΓΙΟΥΛ] (Σοφία Βέμπο) (1941, COLUMBIA 7218F).



«Δυό αγάπες στη καρδιά μου έχω κλείσει,
η πατρίδα η μια, κι η άλλη εσύ,
δυό αγάπες που με έχετε μεθύσει,
με της δόξας και του πόθου το κρασί.

Τώρα όμως που η πατρίδα με γυρεύει
και στον πόλεμο η φωνή της με καλεί,
η αγάπη μου για 'κείνη περισσεύει
και σ' αφήνω, έχε γειά μ' ένα φιλί.

Μη δακρύσεις που σ' αφήνω και στον στον πόλεμο θα πάω,
μη ζηλέψεις που την άλλη πιο πολύ την αγαπάω.

Φίλησέ με δίχως λύπη,
διώξε κάθε καρδιοχτύπι,
κάθε πόθο σου τρελλό
και σαν γνήσια Ελληνίδα
μια και πας για την πατρίδα,
με τη νίκη στο καλό.

Την Ελλάδα αγαπώ αλλά και σένα
μ' ένα έρωτα μεγάλο αληθινό,
τα γαλάζια σου τα μάτια τα θλιμμένα
το γαλάζιο της θυμίζουν ουρανό.

Μη θαρρείς ότι δεν με νοιάζει που σε χάνω,
μα σαν Έλληνας τον όρκο μου κρατώ
κι αν για 'κείνη σκοτωθώ εκεί επάνω,
πρέπει να 'σαι υπερήφανη γι' αυτό.

Μη δακρύσεις που σ' αφήνω και στον στον πόλεμο θα πάω,
μη ζηλέψεις που την άλλη πιο πολύ την αγαπάω.

Φίλησέ με δίχως λύπη,
διώξε κάθε καρδιοχτύπι,
κάθε πόθο σου τρελλό
και σαν γνήσια Ελληνίδα
μια και πας για την πατρίδα,
με τη νίκη στο καλό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου