Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

ΜΠΑΡΜΠΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΝΑΤΑΣ






(Ο Βούλγαρος κατάσκοπος που τον αγάπησαν οι Έλληνες)



Στο τραγουδάκι του Μπαρμαπαγιάννη, οι μεν στίχοι διαμορφώθηκαν από τον κόσμο στην Αθήνα, ενώ η μελοποίηση έγινε από στρατιωτικό μουσικό. Η μελωδία του τραγουδιού προέρχεται από πολύ παλιό ιταλικό τραγούδι, την οποία έκανε γνωστή στο αθηναϊκό κοινό ο αρχιμουσικός της Βασιλικής φρουράς Ανδρέας Σάιλερ.


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Δίσκος του Πέτρου Επιτροπάκη με θέμα τον "Μπαρμαπαγιάννη"

Η τελική μορφή του τραγουδιού, όπως διαδόθηκε και έφτασε στις μέρες μας, οφείλεται στον τενόρο της λυρικής Πέτρο Επιτροπάκη, ο οποίος το κυκλοφόρησε σε δίσκο το 1934 με τεράστια επιτυχία. Ως προς τους στίχους, όμως, σύμφωνα με νεότερα στοιχεία το τραγούδι «ο μπαρμπα-Γιάννης, ο κανάτας», καθώς και άλλα δίστιχα και τετράστιχα, ήταν δικής του εμπνεύσεως, και τα τραγουδούσε ο ίδιος στους δρόμους που περιφερόταν, πουλώντας με τον γάιδαρο του κανάτια. Ο ίδιος, δε, δημοσίευσε σε εφημερίδα του 1873 δεκαπέντε τετράστιχα με γενικό τίτλο «Το ιπποτικόν τραγούδι όπερ είπον εις την Σύρον». Ανάμεσα στους δημοσιευμένους εκείνους στίχους είναι και αυτοί που γνωρίζουμε στις μέρες μας.




Μπαρμπα-Γιάννη με τις στάμνες

και με τα σταμνάκια σου

να χαρείς τα μάτια σου.



Κι αν φορείς ψηλό καπέλο

και παπούτσια λάστιχο

μπαρμπα-Γιάννη κανατά.



Πρόσεξε μη σε γελάσει

καμία όμορφη κυρά

μπαρμπα-Γιάννη κανατά.



Και σου πάρει το γαϊδούρι

και σ' αφήσει την ουρά

μπαρμπα-Γιάννη κανατά.



Μπαρμπα-Γιάννη σε λατρεύω

θα σε αγαπώ πιστά

μπαρμπα-Γιάννη κανατά.




http://www.youtube.com/watch?v=Z9ChNm3dD9c













ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σκίτσο του μπαρμπα-Γιάννη κανατά.




Ο μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς ήταν από τους χαρακτηριστικότερους Αθηναίους της σύγχρονης περιόδου της περιόδου έζησε στην Αθήνα την εικοσαετία 1860 - 1880. Ο μπαρμπα-Γιάννης ήταν πλανόδιος πωλητής κανατιών και κατοικούσε στην Πλάκα (συνοικία Σκαγιάννη), επί της οδού Υπερείδου, σε ένα δωματιάκι. Στην αυλή του σπιτιού υπήρχε στάβλος, όπου άφηνε τον ξανθοκόκκινο γάιδαρό του. Εκεί στην αυλή τοποθετούσε επίσης, το ένα δίπλα στο άλλο, τα αιγινίτικα κανάτια όπως και άλλα προϊόντα αγγειοπλαστικής.

Από το πρωί ο μπαρμπα-Γιάννης γύριζε στους αθηναϊκούς δρόμους και διαλαλούσε την πραμάτεια του. Εκείνο όμως που τον έκανε διάσημο ήταν το γεγονός ότι, ενώ όλες τις μέρες της εβδομάδας τριγυρνούσε στην πόλη φορώντας βρόμικα ρούχα και έχοντας στο κεφάλι του χειμώνα καλοκαίρι ένα αχυρένιο σιφνέικο καπέλο, τις Κυριακές και τις γιορτινές μέρες έκανε την εμφάνιση του ντυμένος στην τελευταία λέξη της μόδας...







            Στον «ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗ» τον περιγράφουν ως εξης:

«….Ένας άντρας ψηλός, με φαρδιά ξανθά μουστάκια, γέμισε με το μεγάλο μπόι του την πόρτα. Ήταν φτωχοντυμένος και ξυπόλυτος και στο κεφάλι φορούσε ένα παλιωμένο πλατύγυρο καπέλο. Στα μαλλιά και στα μουστάκια πολλές άσπρες τρίχες γυάλιζαν, μα ήταν ήρεμο το πρόσωπο του και είχε αρχοντιά η στάση του, καθώς στηρίζουνταν στη μαγκούρα του…»



Τις Κυριακές όμως φορούσε ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά, κρατούσε μπαστουνάκι με λαβή ασημένια και κυκλοφορούσε σε μέρη όπου μόνο πλούσιοι μπορούσαν να συχνάζουν. Φαίνεται πως με τα κανάτια είχε κάνει λεφτά τα οποία επένδυε σε αυτήν την οιονεί πρωτεϊκή μεταμόρφωσή του.

Τις Κυριακές μετά τη λειτουργία έβγαινε από την εκκλησία σαν Άγγλος αριστοκράτης. Κατόπιν πήγαινε στο καφενείο «η ωραία Ελλάς» ή στο «Σολώνειον» -και τα δύο ήταν κέντρα των ανώτερων τάξεων των Αθηνών. Το απόγευμα παρακολουθούσε τη μουσική της φρουράς που παιάνιζε στην πλατεία Συντάγματος και, πριν δύσει ο ήλιος, έκανε τον περίπατο του στην οδό Πατησίων, στην οποία μπορούσε να συναντήσει κανείς ολόκληρη την πόλη. Η κυριακάτικη μεταμόρφωσή του τράβηξε την προσοχή των Αθηναίων, με αποτέλεσμα ο μπαρμπα-Γιάννης, να γίνει κοινό θέαμα. Οι εφημερίδες της εποχής, κυρίως οι σατιρικές, γέμιζαν πολλές στήλες σημειώνοντας κάθε του κίνηση και κάνοντας τον γνωστό σε ολόκληρη την Ελλάδα.



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς τις καθημερινές περιφερόταν σους δρόμους με το γαιδουράκι του και πουλούσε την πραμάτεια του.



Ο κόσμος είχε ξετρελαθεί μαζί του. Η στρατιωτική ορχήστρα ­ που ως γνωστόν εκτελούσε, τις αργίες, διάφορα φημισμένα κομμάτια στο Σύνταγμα ­ μόλις εμφανιζόταν ο μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς σταματούσε οτιδήποτε και άρχιζε να παίζει το δικό του εμβατήριο, ενώ ο μπαρμπα-Γιάννης χαιρετούσε βγάζοντας το ψηλό καπέλο του, οι γυναίκες προσπαθούσαν να τον κάνουν να τις προσέξει, οι άντρες τον χαιρετούσαν με τέτοιον τρόπο ώστε να φανούν οικείοι του, τα παιδιά χοροπηδούσαν γύρω του και ούτω καθ' εξής.

Αυτός παρέμενε ατάραχος: ψηλός, ευσταλής, με ευγενή χαρακτηριστικά και έμφυτους καλούς τρόπους, απολάμβανε τις εκδηλώσεις λατρείας των συμπολιτών του, χωρίς όμως να εκτρέπεται σε διαχύσεις.

Πράγματι, δεν έδινε αφορμή σε σκάνδαλα και κουτσομπολιά: είναι βέβαιο ότι διατηρούσε σχέσεις με διάφορες δεσποινίδες και κυρίες αλλά ουδέποτε εξέθεσε καμία ­ και μάλιστα στην κοινωνία της εποχής.

Το πιο χαρακτηριστικό όμως ήταν η στάση του βασιλιά. Αυτόν ενδομύχως ενοχλούσε η «ανάκρουση» από τη στρατιωτική ορχήστρα ειδικού εμβατηρίου μόλις εμφανιζόταν ο μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς, διότι τούτο αποτελούσε προνόμιο βασιλικό. Έτσι, είρων καθώς ήταν, ευχαρίστως θα έβαζε στη θέση τους με δυο τρία καλοδιαλεγμένα λογάκια τόσο τον μπαρμπα-Γιάννη όσο και κάποιους από τους ένστολους θαυμαστές του. Φαίνεται όμως πως τον ανησυχούσε η προοπτική μιας τσουχτερής απάντησης από την πλευρά τού τελευταίου· προτιμούσε λοιπόν να του δείχνει συμπάθεια αλλά χωρίς πολλά πολλά. Από την πλευρά του ο μπαρμπα-Γιάννης σεβόταν τον ηγεμόνα εμφανώς αλλά χωρίς δουλικότητα και καιροσκοπισμό: οι δυο άντρες είχαν καταλάβει ο ένας τον άλλον.




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :  Η Πηνελόπη Δέλτα στο βιβλίο της "Ο ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ" μας παρουσίασε πολλά στοιχεία που αφορούν τον Μπαρμπαγιάννη.


Η Πηνελόπη Δέλτα αναφέρει ένα διάλογο του Γεωργίου Α με τον Μπαρμπαγιάννη:

«….Μα ο Γιάννης είπε:

- Και σε ποιον δε μιλά αυτός; Ακόμα και στο βασιλέα λέγει«εσύ».

Ο Αντώνης πήδηξε χάμω.

- Αλήθεια; έκανε. Και πώς τον λέγει; Γεώργιε;

- Όχι, μπούφο! Τον λέγει, σαν όλους, «μεγαλειότατε». Μα τον λέγει «εσύ».

- Πώς το ξέρεις; ρώτησε θαυμάζοντας η Αλεξάνδρα.

- Τον άκουσα. Μια μέρα που περνούσε αυτός και στέκουνταν ο βασιλέας στον ανήφορο, ρώτησε ο βασιλέας: «Γιατί δε φορείς σήμερα ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά, Μπαρμπαγιάννη;»

 Κι εκείνος του αποκρίθηκε: «Τα φορώ, όπως και συ το λοφίο σου, μεγαλειότατε, στις μεγάλες περιστάσεις!»

Και γέλασε ο βασιλέας.

 Όλα μαζί τ' αδέλφια θαύμασαν.

- Αλήθεια, στις εορτές φορεί ο βασιλέας λοφίο, Γιάννη; Ρώτησε η Αλεξάνδρα. Μα τη διέκοψε ο Αντώνης.

- Αλήθεια είναι πως φορεί ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ψηλό καπέλο και παπούτσια γυαλιστά; ρώτησε.

- Βέβαια, κάθε Κυριακή. Όλη την εβδομάδα τον βλέπεις κουρελιάρη και ξυπόλυτο. Μα την Κυριακή το απόγεμα γίνεται κύριος, βάζει σκούρα ρούχα, ψηλό καπέλο και λουστρίνια, παίρνει στο χέρι ένα μπαστούνι με ασημένιο χερούλι και κάνει τη φιάκα του στο Ζάππειο………………».




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τα σπίτια του Τσίλερ στον Πειραιά, που διαδραματίστηκαν οι σκηνές με τον "ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗ".



ΒΟΥΛΓΑΡΟΣ ΚΑΤΑΣΚΟΠΟΣ!



            Η βόμβα έσκασε ευθύς μετά τη λήξη του Ρωσοτουρκικού Πολέμου των ετών 1877 - 1878: ο μπαρμπα-Γιάννης Κανατάς εξαφανίστηκε εν μιά νυκτί και μόνη από την πρωτεύουσα ­ και ταχύπτερος τότε διαδόθηκε η φήμη, στην Αθήνα και στον Πειραιά, πως αυτός ο μοναδικός, αξιαγάπητος άνθρωπος ήταν... Βούλγαρος και μάλιστα κατάσκοπος!

 Προφανώς η όχι και τόσο συνήθης αξιοπρέπεια του χαρακτήρα του τον είχε φέρει σε σύγκρουση με τις οθωμανικές αρχές και είχε αναζητήσει καταφύγιο στην Αθήνα. Μόλις όμως η πατρίδα του απελευθερώθηκε, το 1878, επέστρεψε και έζησε ήρεμα στη Σόφια ­ όπως λέγεται ­ ως τον θάνατό του.

Η Αθήνα τού είχε δώσει την ευκαιρία να εκδηλώσει πτυχές του χαρακτήρα του που ίσως και ο ίδιος αγνοούσε. Όσο όμως και αν είχε καταλήξει να αισθάνεται εν πολλοίς περισσότερο Έλληνας από τους Έλληνες, ένιωθε την ανάγκη να ξαναζήσει και να πεθάνει εκεί όπου είχε γεννηθεί ­ έστω και αν ό,τι ωραιότερο στη ζωή του το είχε βιώσει στη σκιά της Ακρόπολης και κοντά στις παραλίες του Πειραιά.



Μπαρμπαγιάννης με την ιδιότητα του "κανατά" μπαίνει σε κάθε ελληνικό σπίτι, από το Παλάτι μέχρι τα εξοχικά της Καστέλας και μαθαίνει τα πάντα. Επιπλέον κοιμάται με τις πιο πλούσιες και ισχυρές γυναίκες της εποχής και ουδέν κρυπτόν υπό του κανατά.

            Η επιστημονική τεκμηρίωση ή, αντιθέτως, απόρριψη της παραπάνω φήμης περιμένει ακόμη τον ρηξικέλευθο νεοέλληνα ερευνητή· και βέβαια το όλο θέμα δεν είναι «περιθωριακό», όπως ανεξέλεγκτα θα νόμιζε κανείς, αλλά μεγάλης σπουδαιότητας. (άλλες πληροφορίες όμως  θέλουν τον μπαρμπα-Γιάννη να κατάγεται από την Κύθνο).



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο Βασιλιας Γεώργιος ο Α και η Βασίλισσα Όλγα.


Ο ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΑΡΜΠΑΓΙΑΝΝΗΣ





            Στο βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα «Ο ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ» υπάρχει μια χαρακτηριστική διήγηση για τον μπαρμπα-Γιάννη τον Κανατά που περιγράφει πολύ γλαφυρά την όλη φυσιογνωμία αυτού του  μικροέμπορα.

            Ο ήρωας του βιβλίου λοιπόν έκανε μια μεγάλη ζημιά στον μπαρμπα-Γιάννη, σπάζοντάς του όλο το φορτία με τα σταμνιά που κουβαλούσε και τώρα προσπαθούσε να βρει λύση στην πληρωμή της ζημιάς προς τον μπαρμπα-Γιάννη , που περίμενε να γυρίσει ο εύπορος θείος του για να του πληρώσει την ζημιά, έτσι συζητά με την αδελφή του Πουλουδιά που δεν είναι άλλη από την Πηνελόπη Δέλτα τρόπους να ξεχρεώσουν, οι διάλογοι προδίδουν τον χαρακτήρα του θρυλικού κανατά:

- Φταίγω εγώ τώρα; έλεγε λίγο αργότερα ο Αντώνης, καθισμέ-νος στο σπουδαστήριο με την Πουλουδιά, που είχε πρησμένα ταμάτια από τα πολλά κλάματα. Είχαμε πει να μην κουνήσομε πια απόδω, ώσπου να γυρίσει η θεία... Γιατί το ξέρω πως ο διάβολος έχειπολλά ποδάρια. Καθόμασταν όμορφα και καλά στο ντόμινο. Ήτανανάγκη να μας πάγει στα λουτρά η Αφροδίτη; Και ύστερα να καθί-σομε στην άμμο και να πιάσει τόση κουβέντα με τις γειτόνισσες; Καιπού να τύχει και ο Μπαρμπαγιάννης ο Κανατάς!- Και να 'χει και τόσες στάμνες και τόσα κανάτια, ίσα ίσα σήμε-ρα! αναστέναξε η Πουλουδιά.- Ναι! Και να τις πηγαίνει παραγγελία στο καφενείο! Μα είδες;Είδες τι ωραία που τα είχε δεμένα, αράδες αράδες γύρω στογαϊδουράκι του; αναφώνησε ο Αντώνης που ενθουσιάστηκε πάλι μετην ενθύμηση.- Τι ήθελες να τ' αγγίξεις! κλαψιάρισε η Πουλουδιά.- Ήθελα να δω πώς στέκουνταν. Πού να ξέρω εγώ πως τοσκοινί ήταν περασμένο μονάχα μες στα χερούλια κάθε στάμνας καιπως σα λύσεις μια, πέφτουν όλες! Ήταν κουταμάρα του Μπαρμπα-γιάννη!- Εγώ σου το έλεγα, μην τις αγγίξεις, Αντώνη!- Το ξέρω κι εγώ τώρα! Μα φταίει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς! Αντί να μου πει «Φύλαγε το γαϊδουράκι μου, ώσπου να πάγω να πιωνερό», αν μου έλεγε «Δεν είναι δεμένες κόμπο οι στάμνες, και πρό-σεχε», εγώ δε θα τις άγγιζα! Μα πες, δε φαίνουνταν δεμένες;- Ναι, φαίνουνταν, παραδέχθηκε η Πουλουδιά.- Κι εγώ έτσι νόμιζα και ήθελα να σου δείξω πώς να κάνεις τοντελικό κόμπο. Πού να φανταστώ πως, μόλις λύσω το σκοινί, θα φύ-γουν όλα, στάμνες και κανάτια!

 

126

- Και με τέτοιον κρότο!...- Χωρατεύεις...- Πόσα να σπάσανε λες, Αντώνη;- Ξέρω γω; Όλα θαρρώ.- Και περιμένει απέξω να 'ρθει ο θείος, να του πληρώσει, λέει,τη ζημιά!Τα δυο αδέλφια έμειναν συλλογισμένα. Και ρώτησε ο Αντώνης:- Σαν πόσες δραχμές λες να ζητήσει του θείου; Τέσσερις; Πέντε;Η Πουλουδιά ξανάρχισε τα κλάματα.- Πολλές! είπε. Η Αφροδίτη λέγει πως θα θέλει πολλές δραχμές. Αχ! Να είχα κουμπαρά, σαν την Αλίς!- Κι εγώ! είπε άθυμα ο Αντώνης.Η Πουλουδιά σφούγγισε τα μάτια της. Σκουτουρεμένη ρώτησε:- Να ζητήσομε χρήματα της κερα-Ρήνης; Εκείνη έχει πολλά.Κάθε βράδυ της δίνει η θεία.Ο Αντώνης αργοκούνησε το κεφάλι.- Ο πατέρας απαγορεύει να ζητούμε χρήματα, είπε.- Μα δε θα μας τα χαρίσει, θα μας τα δανείσει μόνο.- Κι αυτό το απαγορεύει ο πατέρας. Έπειτα πώς θα της τα πλη-ρώναμε, αφού εμείς δεν έχομε κουμπαρά; Και ούτε τίποτε άλλο έχο-με εμείς.Η Πουλουδιά αναπήδησε. Της είχε έλθει μια ιδέα.- Εγώ ξέρω! αναφώνησε. Θα της πουλήσω τα σκουλαρίκια της  Αραπίνας μου! Πολλές φορές μου τα ζήτησε κι εγώ δεν ήθελα νατης τα δώσω.- Να της τα πουλήσεις; έκανε ο Αντώνης βλέποντας ξαφνικάκαινούριες ελπίδες να φτερουγίζουν μπροστά του. Ναι... αυτό επι-τρέπεται... και ο πατέρας πουλά μπαμπάκια στο γραφείο... αυτόείναι εμπόριο...Η Πουλουδιά είχε τρέξει στη γωνιά όπου αράδιαζε τα δικά της παιχνίδια, άνοιξε το σεντουκάκι της κούκλας της και το άδειασε ολό-κληρο στο πάτωμα. Κάτω κάτω πήρε ένα χάρτινο, αρκετά κακομε-ταχειρισμένο κουτάκι, το άνοιξε και το έδειξε του Αντώνη.- Να, είπε, αυτά τα κόκκινα αχλαδωτά σκουλαρίκια, πουμοιάζουν, λέει, κοράλι, αυτά θέλει η κερα-Ρήνη. Πάμε να της ταδείξομε.

 

«…………Μα η φόρα της κόπηκε μπρος στην κλειστή πόρτα της κουζίνας. Είχε ακούσει πως στο εμπόριο αγοράζεις και πουλάς. Μα με τι τρόπο γίνεται η πράξη δεν το ήξερε. Μουδιασμένη πρόσφερε το κουτί της στον αδελφό της.

- Να, πάρ' τα, Αντώνη! Πες της το εσύ!

- Όχι, εσύ. Δικά σου είναι τα σκουλαρίκια.

- Μα... μα... εγώ δεν ξέρω πώς να της το πω...

- Να, θα πεις: «Τα θέλεις; Τα πουλώ».

- Ναιαιαι; ρώτησε απρόθυμα η Πουλουδιά.






ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Τα κανάτια φορτώνονταν , δένοντας το ένα με το άλλο με σχοινί, ή τα τοποθετούσαν σε κοφίνια που τα φόρτωναν στο ζώο τους και γύριζαν τις γειτονιές και τα χωριά διαλαλώντας την πραμάτειά τους.



Και αυτό, βέβαια, δεν είναι κακό; Επιτρέπεται, Αντώνη; Ο Αντώνης δεν ήταν και τόσο βέβαιος. Και αυτός από εμπόριο δεν ήξερε καλά. Με το χέρι παραμέρισε το κουτί και τους θησαυρούς της Πουλουδιάς.

- Άσ' τα, είπε, προτιμώ να φάγω ξύλο...Με ορμή άνοιξε η Πουλουδιά την πόρτα και μπήκε στην κουζίνα.

- Να, κερα-Ρήνη, σου έφερα τα σκουλαρίκια μου και σου τα πουλώ! είπε βιαστικά, σε μια πνοή. Η κερα-Ρήνη τηγάνιζε κεφτέδες. Χωρίς να γυρίσει ρώτησε:

- Τι κάνεις λέει;

- Σου πουλώ τα σκουλαρίκια της κούκλας μου, κερα-Ρήνη, τα κόκκινα αχλαδάκια...Η φωνή της Πουλουδιάς έτρεμε λίγο· περίμενε περισσότερο ενθουσιασμό. Η κερα-Ρήνη εξακολουθούσε με το πιρούνι ν' αναποδογυρίζει τους κεφτέδες μες στο τηγάνι. Χωρίς καν να κοιτάξει το απλωμένο δειλό χέρι με το χάρτινο κουτί, φώναξε:

- Αφροδίτη, μη χάσεις το κελεπούρι! Πουλούμε διαμαντικά εδώ μέσα! Η Αφροδίτη, που κουβέντιαζε με κάποιον στην αυλή, γύρισε και στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα.

- Ποιος πουλά; ρώτησε.

- Να, το κορίτσι μας!

- Τι κάνει λέει;

- Μου πουλά σκουλαρίκια! Είδε η Αφροδίτη τον Αντώνη, στο βάθος της κουζίνας, που μελετούσε έναν έναν τους μπακιρένιους τεντζερέδες στα ράφια, είδε και την Πουλουδιά που, με κόκκινα πρησμένα μάτια και το κουτί της στο χέρι, δεν πολυήξερε αν έπρεπε να μείνει ή να το βάλει στα πόδια, και ρώτησε γλυκά:

- Τι θες, Πουλουδιά; Με χείλια που έτρεμαν είπε η Πουλουδιά:

- Θέλω να πουλήσω τα σκουλαρίκια της Αραπίνας μου, για να πληρώσομε τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, πριν έλθει ο θείος... είπε και σώπασε πνιγμένη. Η Αφροδίτη γέλασε. Γύρισε κατά την αυλή.

- Μπαρμπαγιάννη! φώναξε. Έλα ν' ακούσεις. …..

- Τι με θέλεις; ρώτησε.

- Να, πουλούμε χρυσαφικά της κούκλας μας, για να σε πληρώσομε, είπε η Αφροδίτη κάνοντας του το μάτι.

- Για να δούμε τα τζοβαρικά σου! είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς. Πήρε το κουτί από το χέρι της Πουλουδιάς κι έναν έναν έβγαλε από μέσα τους θησαυρούς της και τους άπλωσε στο τραπέζι. Η κερα-Ρήνη είχε πλησιάσει με τα δυο της χέρια στους γοφούς.

- Να τα σκουλαρίκια που θέλει να μου πουλήσει! είπε. Η Πουλουδιά δε μίλησε. Ανήσυχη κοίταζε τα στολίδια της.

- Σκουλαρίκια, ε; είπε ο Μπαρμπαγιάννης εξετάζοντας τα κόκκινα αχλαδάκια. Και τούτο; Τι είναι; Δαχτυλίδι;

- Όχι, είναι το χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου, αποκρίθηκε πνιχτά η Πουλουδιά

- Και τούτο;

- Το διαμαντένιο της χτένι.

- Πωπώ, ομορφιά! Και αμέ τούτες οι κίτρινες φούσκες με το λάστιχο;

- Είναι το άλλο χρυσό βραχιόλι της κούκλας μου.

- Πω πώ, πλούτη! Και τούτη η αλυσίδα με τ' ωρολόγι; Πόσα τα δίνεις όλα μαζί, Πουλουδιά; Ένα φόρτωμα κανάτια; Ε;



Μα η Πουλουδιά δεν ήξερε. Χαμένη γύρισε στον Αντώνη για βοήθεια. Μα ο Αντώνης είχε εξαφανιστεί. Με τα χέρια στις τσέπες, είχε βγει απαρατήρητος από την πόρτα της κουζίνας, στα νύχια πέρασε από το διάδρομο, την τραπεζαρία, βγήκε στη βεράντα και κατέβηκε, στο δρόμο. Δεν ήξερε γιατί, μα ντρέπουνταν. Ντρέπουνταν την κερα-Ρήνη,την Αφροδίτη, τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά, που ήξεραν τώρα όλοι πως η Πουλουδιά, για να μη φάγει αυτός ξύλο, παρέδιδε όλους τους θησαυρούς της. Και όσο περισσότερο ντρέπουνταν, τόσο πιο πετούσε πίσω το κεφάλι του. Και όλη τη μέρα δεν της είχε πει ούτε ένα ευχαριστώ της Πουλουδιάς που είχε βρει τρόπο να φάγει και αυτή τιμωρία και να μην πάγει στην Κηφισιά...Ουφ! ……………….»



ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Ο ηθοποιός Αυλωνίτης ερμηνεύει τον ρόλο του Μπαρμπαγιάννη




Τέλος πάντων τελείωσε αυτή η δοσοληψία και ο Αντώνης ρωτά την Πουλουδιά τι απέγινε το εμπόριο με τον Μπαρμαγιάννη:

«………….

- Πούλησες τα σκουλαρίκια σου;

- Όχι! αποκρίθηκε η Πουλουδιά. Και, βιαστική, πρόθυμη, πολυλογού, του διηγήθηκε πως δεν μπορούσε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ν' αγοράσει τα διαμαντικά της κούκλας της, γιατί μόνος ο βασιλέας μπορούσε, λέει, να πληρώσει τέτοιο θησαυρό. Και αν κι επέμεινε η Πουλουδιά να πάρει οΜπαρμπαγιάννης τουλάχιστον τ' ωρολόγι, να ξεπληρωθούν οι σπασμένες κανάτες, πάλι δε θέλησε ο Μπαρμπαγιάννης.
- Και μου είπε, εξακολούθησε η Πουλουδιά: «Δεν έπαθαν τίποτα οι κανάτες μου. Τρεις μόνο σπάσανε και σας τις χαρίζω, μια για την κούκλα σου, μια για σένα και μια για τον Αντώνη!» Και μου είπε:«Πες του Αντώνη πως ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς ξέρει από παιχνίδια και σαν ήταν μικρός, ήταν και αυτός ζημιάρης». Και καβαλίκεψε το γαϊδούρι του κι έφυγε………………







- Η Αφροδίτη είπε ψέματα. Έσπασα όλες τις στάμνες του Μπαρ-μπαγιάννη Κανατά! Μεγάλη συγκίνηση στο ακροατήριο. Και η Πουλουδιά, που με την ομολογία του Αντώνη ξεδένουνταν από τη σιωπή της, έδωσε δρόμο στη γλώσσα της και διηγήθηκε, με τη συνηθισμένη της πολυλογία, την περιέργεια του Αντώνη, το λύσιμο του σκοινιού, το κατρακύλισμα, τον κρότο σα σπάζανε τα κανάτια, και κατέληξε στην άρνηση του Μπαρμπαγιάννη Κανατά να πάρει τ' ωρολόγι της Αραπίνας της.

………………………….»




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Αφίσσα που αφορά το έργο.




Ο Αντώνης όταν επέστρεψε ο θείος του, του εξομολογείται την ζημιά που έκανε στον Μπαρμαγιάννη:







«………….

-          Έκανα και άλλη ζημιά χθες, μεγαλύτερη!- Σε καλό σου!

-          Τι έκανες;
- Έσπασα όλες τις στάμνες του Μπαρμπαγιάννη Κανατά!

-          - Μπρε ζημιάρη! Πώς το 'κανες;

Με δυο λόγια, του διηγήθηκε ο Αντώνης πως πέρασε ο Μπαρ-μπαγιάννης Κανατάς με πολλές στάμνες, που τις πήγαινε στο καφενείο, πάνω στο λόφο. Και σαν τον άφησε μόνο να φυλάγει το γαϊδούρι του, θέλησε κείνος να μάθει της Πουλουδιάς να δένει κόμπο το σκοινί.
- Μα τι μανία σ' έπιασε να δασκαλεύεις; αναφώνησε ο θείος. Και τι είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; Του πλήρωσες τουλάχιστον τις στάμνες του;

Ο Αντώνης κρέμασε το κεφάλι

- Όχι, είπε. Και πρόσθεσε:

- Δεν έχομε κουμπαρά και λεφτά!

- Λοιπόν θα ζημιώσει ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; Και πώς θα πάρει ψωμί, που του κατέστρεψες το κεφάλαιο του;

- Ήθελε η Πουλουδιά να πουλήσει τα σκουλαρίκια της κούκλας της, για να τον πληρώσει, μα δεν τ' αγόρασε η κερα-Ρήνη, είπε ο Αντώνης. Ύστερα ήθελε να χαρίσει τ' ωρολόγι της του Μπαρμπα-γιάννη Κανατά, μα ούτε κείνος δεν το πήρε. Ήταν, λέει, πολύτιμο. Και σπάσανε, λέει, μόνο τρεις στάμνες και μας τις χάριζε.
- Και ήταν αλήθεια;

- Όχι. Είχαν σπάσει όλες. Το είπε έτσι. Το χαμόγελο του θείου είχε φαρδύνει από τη μια φαβορίτα στην άλλη. Πήρε από την τσέπη το πορτοφόλι του κι έβγαλε από μέσα ένα χαρτονόμισμα, το δίπλωσε και το έδωσε του Αντώνη.

- Να το βάλεις σ' ένα φάκελο, είπε, και να γράψεις παστρικά σ' ένα χαρτί: «Ο ζημιάρης Τρελαντώνης ευχαριστεί τον Μπαρμπαγιάννη Κανατά για τη μεγάλη του ευγένεια, και θα προσπαθήσει άλλη φορά να μη γυρεύει να ξεφυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν!» Ο Αντώνης δίπλωνε και ξεδίπλωνε το χαρτονόμισμα.

- Θείε... είναι ανάγκη να βάλω ζημιάρης και Τρελαντώνης και ξεφυτρώνει; ρώτησε διστακτικά.

- Μήπως προτιμάς να του το πεις προφορικά; Σήκωσε ο Αντώνης το κεφάλι και αντάμωσε τα γελαστά μάτια του θείου.
- Διάλεξε ένα από τα δυο, όποιο θέλεις, είπε ο θείος.



Ο Αντώνης θα διάλεγε το ξύλο της θείας. Μα ντράπηκε να το πει. Τ' ακόλουθα όμως λόγια του θείου μαλάκωσαν λίγο το πληγωμένο του φιλότιμο.- Μπορούσα να σε δείρω, του είπε
-ο θείος δεν έδερνε ποτέ
- μ' αυτό δε θα διόρθωνε τη ζημιά σου, και δεν είναι δίκαιο ο Μπαρμπα-γιάννης Κανατάς να ζημιωθεί για τις αταξίες σου. Άιντε, πήγαινε τώρα και κάνε με κουράγιο την τιμωρία σου. Να έχεις έννοια, σαν περάσει τ' απόγεμα ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς, να του δώσεις εσύ ο ίδιος το φάκελο σου.

- Και αν δεν περάσει;

- Θα περάσει, αφού έχει να πάγει στάμνες στο καφενείο. Εκείνη η μέρα έσυρε μακριά σα δέκα μέρες…..»





ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Σκηνή από το κινηματογραφικό έργο.



            Τελικά ο Αντώνης παρέδωσε τον φάκελο με τα λεφτά και την συγνώμη του στον κανατά Μπαρμπαγιάννη :



«……Την ίδια ώρα, τρεχάτος κατάφθανε ο Αλέξανδρος από μέσα από το σπίτι, κατακόκκινος από τη βία και τη λαχτάρα.

- Έλα, Αντώνη, γρήγορα! Η θεία έφυγε κι έρχεται ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!

Στο διάδρομο τους σκουντούφλησε η Αλεξάνδρα, άλλο τόσο αναμμένη, που κατάφθανε να τους βιάσει να προφθάσουν.

- Γρήγορα! Γρήγορα! Έρχεται ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς!

Κι έτρεξαν στη βεράντα.

Μακριά, στον κατήφορο, φαίνουνταν τωόντι η πλατύγυρη σχισμένη ψάθα του Μπαρμπαγιάννη, πλάγι στο γαϊδούρι του, που, φορτωμένο όσο και χθες, ανέβαινε με τον αφέντη του, χωρίς βία, κατά τα σπίτια του Τσίλερ. Νευρικός τον κοίταζε ο Αντώνης, μισοχαρούμενος, μισοντροπιασμένος για το χαρτί που ήταν μέσα στο φάκελο. Και άλλο τόσο νευρική κοίταζε η Αλεξάνδρα, που ήξερε τι ήταν το χαρτί του Αντώνη, και μάλιστα του το είχε ριγώσει, για να το γράψει εκείνος ίσια. Και πλάγι τους ο Αλέξανδρος, σκαρφαλωμένος στα κάγκελα και σκύβοντας πάνω από την κουπαστή, για να βλέπει πιο καλά, τους έλεγε κάθε κίνηση του Μπαρμπαγιάννη, μήπως και δεν τον προφθάσει ο Αντώνης.

- Τώρα στρίβει ένα τσιγάρο... τώρα το κολλά... πρόσεχε, Αντώνη, μη μας περάσει...

Και σαν έφθασε ο Μπαρμπαγιάννης στη γωνιά των σπιτιών του Τσίλερ, κατέβηκε ο Αντώνης στο δρόμο, έτρεξε στον Μπαρμπαγιάννη, του έδωσε το φάκελο και ξανάφυγε σα σαΐτα. Ίσια μες στην τραπεζαρία μπήκε ο Αντώνης γυρεύοντας να κρύψει τη συγκίνηση που τον έκανε να λαχανιάζει. Τρεχάτη και λαχανιασμένη ανέβηκε και η Αλεξάνδρα με τον Αλέξανδρο από το δρόμο και τρύπωσε κι εκείνη στην τραπεζαρία.

- Τι σου είπε ο Μπαρμπαγιάννης Κανατάς; ρώτησε.

Μα ο Αντώνης δεν αποκρίθηκε. Κρυφά, από το ανοιχτό παράθυρο, παραμόνευε να δει τον Μπαρμπαγιάννη που, ήσυχος, σα να μην είχε συμβεί τίποτα, ανέβαινε τον ανήφορο. Σαν έφθασε μπρος στη βεράντα, σήκωσε ο Μπαρμπαγιάννης τα μάτια του στα παράθυρα και, με την άκρη των δαχτύλων του, άγγιξε το γύρο της ψάθας του.

- Γεια σου, Αντώνη, Τρελαντώνη, κι ευχαριστώ! φώναξε.

Ο Αντώνης τέντωνε το λαιμό του να δει χωρίς να φαίνεται. Και τον είδε που ανέβαινε ως το παλάτι, τραβούσε ήσυχα το δρόμο του και χάνουνταν στο γύρισμα του δρόμου. Τότε και μόνο τόλμησε να ξαναβγεί στη βεράντα και ν' αναπνεύσει ελεύθερα……»




ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ : Πολύτιμο είδος και απαραίτητο τα παλιά χρόνια η κανάτα. Εκεί φύλαγαν οι άνθρωποι το νερό για να διατηρειται δροσερό, αφού δεν υπήρχαν τότε ψυγεία. Αλλά ούτε και βρύσες υπήρχαν στα σπίτια και αναγκαζόταν ο κόσμος να προμηθεύεται το νερό από κάποια βρύση της γειτονιάς.



ΤΑΙΝΙΑ



            Για τον Μπαρμαπαγιάννη τον Κανατά γυρίστηκε και ταινία το 1957 διάρκειας 77 λεπτών

 ΗΘΟΠΟΙΟΙ:

Αλέκος Αλεξανδράκης
Νίκος Κούρκουλος
Κατερίνα Χέλμη
Βασίλης Αυλωνίτης
Νίκος Σταυρίδης
Ανδρέας Ντούζος
Σταύρος Ξενίδης
Αλέκα Παΐζη
Στέλλα Στρατηγού
Στέφανος Ληναίος
Λιάνα Μιχαήλ
Κώστας Μπαλαδήμας
Σπύρος Ολύμπιος
Δημήτρης Παπάς
Πάρις Παπής
Ταϋγέτη Μπασούρη




ΣΕΝΑΡΙΟ:

Γιάννης Β. Ιωαννίδης

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ:

Φρίξος Ηλιάδης, Κώστας Στράντζαλης

 


ΥΠΟΘΕΣΗ:

Ο Μπάρμπα Γιάννης ζει στην Αθήνα και η δουλειά του είναι να πουλάει κανάτες στα σοκάκια της.  Είναι ερωτευμένος με την ψυχοκόρη της Θηρεσίας που είναι μια εύπορη κυρία και θέλει να την παντρευτεί.  Στην κόρη της Θηρεσίας προξενεύουν τον πλούσιο, υποτίθεται, Αλέξανδρο και όλοι είναι πολύ ευτυχισμένοι με το προξενιό.  Όταν όμως αποδειχθεί το ποιόν του Αλέξανδρου, η Κρινιώ θα παντρευτεί τον αγαπημένο της Λουκά.



ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ:

Η ταινία Μπάρμπα Γιάννης Ο Κανατάς προβλήθηκε στις αίθουσες Αθηνών - Πειραιώς - προαστίων το 1957 και έκοψε 15.944 εισιτήρια.  Ήρθε στην 19η θέση σε 30 ταινίες.  Η ταινία είναι μια ηθογραφική κομεντί και συνάμα η πρώτη δουλειά του Κώστας Στράντζαλης ως σκηνοθέτη.  Την ταινία αυτή γύρισε με την κινηματογραφική εταιρία Παν Φιλμ, αλλά αμέσως μετά ίδρυσε τη δική του εταιρία με την ονομασία Κώστας Στράντζαλης.  Επί μία εικοσαετία, ο Κώστας Στράντζαλης δημιούργησε σχολή, με ταινίες που κυμαίνονταν από δακρύβρεχτα μελοδράματα έως σπαρταριστές κωμωδίες



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ



-          Ο ΤΡΕΛΑΝΤΩΝΗΣ της Πηνελόπης Δέλτα εκδόσεις ΤΑ ΝΕΑ

-          ΤΟ ΒΗΜΑ  21/09/1997 του Δημήτρη Μιχαλόπουλου διευθυντής του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου